Πιέσεις στην ελληνική αργυροχρυσοχοΐα δημιουργεί η συνεχής εκτόξευση των τιμών του χρυσού, που καταγράφεται ως απόρροια της αυξημένης αβεβαιότητας για την εμπορική πολιτική των ΗΠΑ, των εντάσεων στη Μέση Ανατολή και των περιφερειακών στρατιωτικών συρράξεων.
Την ίδια ώρα, το πολύτιμο μέταλλο γίνεται ολοένα ελκυστικότερο για όσους έχουν τη δυνατότητα να επενδύσουν, καθώς χαρακτηρίζεται ως «ασφαλές καταφύγιο» εν μέσω γεωπολιτικών ανησυχιών, από τη στιγμή που οι τελευταίοι μήνες έδωσαν… απλόχερα αρκετούς λόγους άγχους.
Όπως αναφέρουν οικονομικοί αναλυτές τα τελευταία χρόνια, το πολύτιμο μέταλλο είχε καλές αλλά και κακές χρονιές, ωστόσο από το 2024 και μετά φαίνεται να μην υπάρχει «φρένο» στην ανοδική τάση της τιμής του χρυσού. Οι ίδιοι συνδέουν το ράλι των τιμών με την εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ ως πρόεδρο των ΗΠΑ και με τις αποσταθεροποιητικές για την αγορά παγκόσμιες και εγχώριες κινήσεις του.
Μάλιστα στις αρχές του 2026 η τιμή του χρυσού ξεπέρασε τα 5.000 δολάρια ανά ουγγιά (περίπου 28,35 γραμμάρια) για πρώτη φορά στα χρονικά, καταγράφοντας άλμα σχεδόν 15% σε λιγότερο από έναν μήνα και συνεχίζοντας το ράλι του 2025, όταν εκτοξεύθηκε κατά 65% – ήταν το μεγαλύτερο ετήσιο κέρδος από το 1979. Στα μέσα της τρέχουσας βδομάδας η τιμή του προσέγγισε τα 5.188 δολάρια ανά ουγγιά, με τον επικεφαλής επενδύσεων της Bank of America, Μάικλ Χάρτνετ, να αναφέρει σε ενημερωτικό σημείωμα ότι οι τιμές του χρυσού θα μπορούσαν να φτάσουν στο αποκορύφωμά τους πάνω από τα 6.000 δολάρια, λόγω της «παραμένουσας παγκόσμιας πολιτικής αβεβαιότητας».
Το κέρδος εξανεμίζεται
Μέσα σε αυτό το κλίμα του ανεξέλεγκτου ράλι του χρυσού, η ελληνική αργυροχρυσοχοΐα ζει σε έναν φαύλο κύκλο, με τις υψηλές τιμές της πρώτης ύλης να οδηγούν στη δημιουργία κοσμημάτων μικρότερου βάρους, αναγκαστικών αυξήσεων στις τιμές πωλήσεις (στη λιανική οι τιμές υπερδιπλασιάστηκαν) την ώρα που οι ενισχυμένοι τζίροι που καταγράφονται από τις επιχειρήσεις ισοσκελίζονται από το αυξημένο κόστος της πρώτης ύλης. Οι Έλληνες αργυροχρυσοχόοι αναγκάζονται να στραφούν σε ελαφρύτερες κατασκευές, μείωση των καρατίων (π.χ. στροφή προς τα 9 ή 14 καράτια αντί για 18) και έμφαση στην αισθητική παρά στην ποσότητα χρυσού.
«Πουλάμε ελαφρύτερα σε γραμμάρια κομμάτια, με υψηλότερη τιμή. Οι τζίροι είναι αυξημένοι, ωστόσο τα κέρδη, ωστόσο μειώνονται -αν και ακούγεται οξύμωρο- καθώς εξανεμίζονται από τις ιδιαίτερα τσουχτερές τιμές, στις οποίες καλούμαστε να αγοράσουμε την πρώτη ύλη», εξηγεί ο πρόεδρος του Συλλόγου Κοσμηματοπωλών Θεσσαλονίκης και της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Βιοτεχνών Αργυροχρυσοχόων, Κοσμηματοπωλών, Ωρολογοπωλών (ΠΟΒΑΚΩ), Πέτρος Καλπακίδης. «Οι αργυροχρυσοχόοι και κοσμηματοπώλες έχουμε τεράστια αύξηση στο κόστος, η οποία φτάνει στο 100% για την πρώτη ύλη, σε σχέση με πρόπερσι και στο 120% στο κόστος παραγωγής συνολικά, αν λάβουμε υπόψη τις τιμές της ενέργειας, τα εργατικά κλπ.», επισημαίνει. Προσθέτει ακόμη ότι οι κοσμηματοπώλες αναγκάστηκαν να αυξήσουν τις τιμές, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι είχαν κέρδη, καθώς αυτά «καταβροχθίστηκαν» από το αυξημένο κόστος παραγωγής. Υπογραμμίζει, δε, πως αυξήσεις τιμών καταγράφονται και στα αλλά πολύτιμα μέταλλα, όπως το ασήμι, η πλατίνα και το παλλάδιο.
Ενημερωμένοι οι αγοραστές
Οι Θεσσαλονικείς πάντως που πηγαίνουν για να αγοράσουν κόσμημα σε κάποιο κατάστημα, είναι ενημερωμένοι για το τι συμβαίνει στην αγορά του χρυσού, όπως επισημαίνει ο πρόεδρος της ΠΟΒΑΚΩ. «Έρχονται συνειδητοποιημένοι και επιλέγουν αυτό που είχαν από την αρχή στο μυαλό τους να αγοράσουν. Όσοι αγαπούν τα κοσμήματα και έχουν και την οικονομική δυνατότητα, λαμβάνουν υπόψη την αισθητική τους και το γεγονός πως ο χρυσός είναι ένα ισχυρό οικονομικό στοιχείο», σημειώνει.
Ιλιγγιώδης η άνοδος σε μια τετραετία
Όσο, δε, για τις τιμές των κοσμημάτων ο κ. Καλπακίδης επισημαίνει πως αυτές έχουν υπερδιπλασιαστεί την τελευταία τετραετία.
Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα, μάλιστα, αναφέρει την τιμή ενός κωσταντινάτου, που πλέον αγγίζει τα 1.000 ευρώ, τη στιγμή που το 2022 δεν υπερέβαινε τα 400 ευρώ. Να σημειωθεί πως όλα εξαρτώνται από το βάρος του κοσμήματος.
Πέρα πάντως από τις γεωπολιτικές αναταράξεις και την «ανορθόδοξη» -όπως τη χαρακτηρίζει- οικονομική πολιτική του Τραμπ, ο κ. Καλπακίδης επισημαίνει πως στην αύξηση της τιμής της πρώτης ύλης επέδρασε και η ελαφρώς μειωμένη, σε παγκόσμιο επίπεδο, εξόρυξη των ποσοτήτων χρυσού, κάτι που γίνεται για λόγους προστασίας του περιβάλλοντος. Στην αύξηση των τιμών συνετέλεσε επίσης το γεγονός ότι ορισμένες ποσότητες του πολύτιμου μετάλλου που εξορύσσονται, χρησιμοποιούνται και για την παραγωγή ηλεκτρονικών συσκευών.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θεσσαλονίκη»