Ο Άρης μπορεί να σταθεί στα τρία δοκάρια, που τον σταμάτησαν στην πρεμιέρα των πλέι οφ 5-8 με τον Λεβαδειακό.
Μπορεί, επίσης, να διαμαρτυρηθεί για τη διαιτησία στη Λιβαδειά, που άφησε έντονα παράπονα και επηρέασε τον ρυθμό και την ψυχολογία του αγώνα.
Όλα αυτά είναι υπαρκτά, έχουν βάση και μπορούν να μπουν στη συζήτηση. Όμως, όσο κι αν λειτουργούν ως ελαφρυντικά, δεν αλλάζουν το τελικό αποτέλεσμα: το 1-1 αφήνει τον Άρη εκτεθειμένο και με ακόμη μία χαμένη ευκαιρία.
Στο τέλος της ημέρας η ουσία είναι αμείλικτη. Η νίκη ήταν απαραίτητη, σχεδόν υποχρεωτική, για να μείνει ζωντανός ο στόχος. Από τη στιγμή που δεν ήρθε, η διαφορά παραμένει στο -6 και ο Άρης έχασε μία από τις λίγες ευκαιρίες που του απέμεναν, για να πλησιάσει τον Λεβαδειακό. Ένας στόχος που ήταν εξαρχής δύσκολος, τώρα μοιάζει ακόμη πιο απαιτητικός.
Μόνο νίκες
Η κατάσταση θυμίζει έντονα – αν δεν ξεπερνά κιόλας – το σκηνικό πριν την έναρξη των πλέι οφ. Ο Άρης χρειάζεται πλέον ένα σερί 4-5 νικών για να φτάσει στο μίνιμουμ που απαιτείται, ενώ ταυτόχρονα ο Λεβαδειακός πρέπει να χάσει τουλάχιστον τρεις βαθμούς πριν από το μεταξύ τους παιχνίδι στο «Κλεάνθης Βικελίδης», εκεί όπου θα πέσει η αυλαία της σεζόν. Το θετικό για τον Άρη είναι ότι έχει την ισοβαθμία. Το αρνητικό είναι ότι για να φτάσει ως εκεί, πρέπει κάποια στιγμή να κερδίσει.
Κι αυτό είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα. Δεν αρκεί να χάσει βαθμούς ο Λεβαδειακός. Πρέπει και ο Άρης να κάνει το αυτονόητο: Να πάρει ένα τρίποντο. Οι «Κιτρινόμαυροι» συμπληρώνουν σχεδόν δυόμισι μήνες χωρίς νίκη, ένα διάστημα που έχει διαβρώσει την αυτοπεποίθηση και έχει δημιουργήσει ένα βάρος που κουβαλούν σε κάθε παιχνίδι. Με τον Βόλο, αμέσως μετά το Πάσχα, δεν υπάρχει άλλο αποτέλεσμα πέρα από τη νίκη. Είναι το μοναδικό μονοπάτι που κρατά την ομάδα στο κάδρο της διεκδίκησης.
Ψυχολογία
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ο Μιχάλης Γρηγορίου έχει μπροστά του μια αποστολή που ξεπερνά την τακτική. Πρέπει να κρατήσει την ομάδα όρθια πνευματικά, να διατηρήσει την καλή εικόνα που έδειξε στη μεγαλύτερη διάρκεια του αγώνα στη Λιβαδειά και να μετατρέψει την προσπάθεια σε αποτέλεσμα. Η εικόνα υπάρχει. Η διάθεση υπάρχει. Το πρόβλημα είναι ότι λείπει το πιο σημαντικό: Η νίκη που θα αλλάξει το μομέντουμ.
Ο Άρης δεν έχει τελειώσει. Αλλά δεν έχει και χρόνο. Το περιθώριο για δικαιολογίες, για «παραλίγο», για «αν» και «ίσως» έχει εξαντληθεί. Από εδώ και πέρα κάθε παιχνίδι είναι τελικός και κάθε απώλεια βαθμών πληγώνει διπλά.

Τα… σπάει τα δοκάρια η ομάδα
Ο Άρης έφυγε από τη Λιβαδειά με ένα αποτέλεσμα που τον πίκρανε, αλλά η εικόνα του αγώνα εξηγεί πολλά. Τρία δοκάρια σε ένα μόνο παιχνίδι – αριθμός που δεν έχει εμφανιστεί ξανά φέτος – αποτυπώνουν με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο γιατί οι «Κιτρινόμαυροι» δεν κατάφεραν να πάρουν τη νίκη. Για τον Καντεβέρε ήταν το τρίτο δοκάρι της χρονιάς.
Η λίστα των παικτών φέτος δεν σταματά εκεί. Μετά τον Αφρικανό, άλλοι οκτώ ποδοσφαιριστές του Άρη έχουν βρει… σίδερο μέσα στη σεζόν. Στη Λιβαδειά προστέθηκαν και δύο νέα ονόματα: Ο Πέρεθ και ο Μπουσαΐντ, που είδαν κι αυτοί την προσπάθειά τους να σταματάει λίγα εκατοστά πριν το γκολ.
Διψήφιος
Συνολικά, ο Άρης βρίσκεται στην τρίτη θέση της σχετικής κατηγορίας στη Super League. Μόνο η ΑΕΚ (16 δοκάρια) και ο Ολυμπιακός (11) έχουν περισσότερα.
Είναι οι μοναδικές ομάδες, που έχουν φτάσει σε διψήφιο αριθμό.
Ο Καντεβέρε, πάντως, για την ατυχία με τα τρία δοκάρια και τις πολλές χαμένες ευκαιρίες, είπε: «Δεν ξέρω αν είναι ατυχία ή απλά δεν… έρχεται. Πρέπει να κρατήσουμε το κεφάλι ψηλά, να συνεχίσουμε να παλεύουμε, να δουλέψουμε σκληρά και να προσπαθήσουμε να βρούμε… δίχτυα κι όχι δοκάρια».
Τρία φορ, κανένα γκολ
Αν υπάρχει μια θέση στο γήπεδο που δεν σηκώνει πολλές φιλοσοφίες, αυτή είναι του σέντερ φορ. Η δουλειά του είναι μία και ξεκάθαρη: το γκολ. Ο Άρης βρίσκεται στην εντελώς αντίθετη πλευρά του φάσματος.
Οι τρεις φορ που αποκτήθηκαν για να ενισχύσουν την επιθετική γραμμή – Καντεβέρε, Αλφαρέλα και Κουαμέ – έχουν προσφέρει συνολικά… τίποτα. Κυριολεκτικά. Μηδέν γκολ, μία ασίστ (ο Καντεβέρε), μηδέν ουσιαστική συμβολή. Οι αριθμοί είναι αμείλικτοι και δεν επιδέχονται αμφισβήτηση: 31 συνολικές συμμετοχές, 1.240 λεπτά στο γήπεδο, δηλαδή, σχεδόν 20 ώρες αγωνιστικής δράσης, χωρίς ούτε μία στιγμή που να αλλάζει παιχνίδι, να δίνουν βαθμό, να προσφέρουν λύση.

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θεσσαλονίκη»