Η ελληνική οικονομία έχει μπει στο 2026 σε μια διαφορετική, πολύ πιο δύσκολη κατάσταση απ’ ό,τι υπολόγιζαν πριν από λίγους μήνες. Στις νεότερες προβλέψεις του, το ΙΟΒΕ κατεβάζει τον πήχη της ανάπτυξης και ταυτόχρονα προειδοποιεί ότι ο πληθωρισμός δεν αποκλιμακώνεται με την ταχύτητα που θα ήθελε η αγορά, καθώς η διεθνής αστάθεια και το νέο ενεργειακό κόστος μεταφέρουν πρόσθετες πιέσεις σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
Στο βασικό σενάριο του ΙΟΒΕ, η ανάπτυξη τοποθετείται στο 1,8% για το 2026, ενώ ο εναρμονισμένος πληθωρισμός εκτιμάται στο 3,5%. Η εικόνα που περιγράφεται δεν είναι εικόνα ύφεσης, αλλά σαφούς επιβράδυνσης. Η κατανάλωση παραμένει βασικός πυλώνας στήριξης της οικονομίας, όμως δεν αρκεί για να καλύψει πλήρως τις απώλειες από ένα πιο ασταθές εξωτερικό περιβάλλον. Η ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματος, η αγορά εργασίας, η αύξηση του κατώτατου μισθού και οι φορολογικές παρεμβάσεις λειτουργούν ως ανάχωμα, αλλά την ίδια ώρα οι πληθωριστικές πιέσεις σε αγαθά και υπηρεσίες, μαζί με την ασθενή αποταμίευση, περιορίζουν τις αντοχές της εγχώριας ζήτησης.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνει το ΙΟΒΕ στις επενδύσεις, οι οποίες θεωρητικά μπορούν να κρατήσουν όρθιο τον ρυθμό μεγέθυνσης. Η τελική φάση του Ταμείου Ανάκαμψης, το υψηλό Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων, η πιστωτική επέκταση και οι ξένες άμεσες επενδύσεις συντηρούν μια θετική βάση.
Ωστόσο, το ίδιο το Ινστιτούτο προειδοποιεί ότι τυχόν αυστηρότερες χρηματοδοτικές συνθήκες ή χαμηλότερη απορρόφηση πόρων από το ΤΑΑ μπορούν να ψαλιδίσουν αισθητά αυτή τη δυναμική. Στο βασικό σενάριο, οι ιδιωτικές επενδύσεις προβλέπεται να αυξηθούν κατά 14%, αλλά η προϋπόθεση είναι να μη χαθεί χρόνος και να μη στραβώσει το διεθνές κλίμα ακόμη περισσότερο.
Το μεγάλο αγκάθι παραμένει το εξωτερικό περιβάλλον. Το ΙΟΒΕ βλέπει επιδείνωση του εξωτερικού ελλείμματος, καθώς η ισχυρή εγχώρια ζήτηση τροφοδοτεί περισσότερες εισαγωγές, την ώρα που οι εξαγωγές πιέζονται από το πιο δύσκολο εμπορικό περιβάλλον και από την ανατίμηση του ευρώ. Αυτή είναι μια κρίσιμη παράμετρος, γιατί δείχνει ότι η ελληνική οικονομία συνεχίζει να αναπτύσσεται με δομικές αδυναμίες που δεν έχουν εξαλειφθεί.
Τα χειρότερα
Στο δυσμενές σενάριο, η εικόνα γίνεται αισθητά πιο σκληρή. Η ανάπτυξη πέφτει στο 1,4%, ο πληθωρισμός μπορεί να εκτιναχθεί έως το 4,5% και η ανεργία να κινηθεί στο 8,8%, εφόσον υπάρξει περαιτέρω γεωπολιτική επιδείνωση και νέα ενεργειακή πίεση. Με απλά λόγια, το ΙΟΒΕ λέει ότι αν η διεθνής κρίση βαθύνει, η Ελλάδα θα νιώσει πιο έντονα το κόστος, ακριβώς επειδή παραμένει εκτεθειμένη σε τρεις κρίσιμους τομείς: τουρισμό, ενέργεια και ξένες επενδύσεις.
Υπάρχει, βέβαια, και η αισιόδοξη ανάγνωση. Αν οι ενεργειακές πιέσεις δεν ξεφύγουν από τον βασικό σχεδιασμό και αν η Ελλάδα κερδίσει επιπλέον τουριστικές ροές ως ασφαλέστερος προορισμός σε μια ταραγμένη περιοχή, τότε η ανάπτυξη μπορεί να κινηθεί πάνω από το 2%. Πρόκειται όμως για σενάριο που δεν θα κριθεί στην Αθήνα, αλλά από τη διάρκεια της διεθνούς αβεβαιότητας, τη συμπεριφορά των βασικών αγορών και την πραγματική αντοχή της ευρωπαϊκής οικονομίας.
Οι προκλήσεις του οικονομικού σχεδιασμού
Ο γενικός διευθυντής του ΙΟΒΕ, καθηγητής Νίκος Βέττας, επισήμανε τις προκλήσεις του οικονομικού σχεδιασμού σε εξαιρετικά ρευστό περιβάλλον και, μεταξύ άλλων, ανέδειξε τα εξής:
- Η οξεία και επικίνδυνη κρίση στο Ιράν και την ευρύτερη Μέση Ανατολή έχει μακροχρόνιες συνέπειες. Τέσσερα ενδεικτικά κανάλια αφορούν τον πληθωρισμό, τον τουρισμό, τις ροές κεφαλαίων και ανθρώπων, καθώς και τις προκλήσεις πολιτικής και ενδυνάμωσης θεσμών για την ΕΕ.
- Οι τιμές ενέργειας αναμένονται αυξημένες μεσοπρόθεσμα. Ακόμη και σε σενάριο περιορισμού της κρίσης, οι τιμές ενέργειας θα παραμείνουν υψηλότερες από τα προηγούμενα επίπεδα για μήνες. Αυτό συνεπάγεται ενίσχυση του πληθωρισμού και επιβράδυνση της μεγέθυνσης, με σημαντικό τον ρόλο των ευρωπαϊκών πολιτικών αντίδρασης. Παράταση της κρίσης σημαίνει και μεγαλύτερη άνοδο του πληθωρισμού στην Ελλάδα.
- Το ενδεχόμενο ισχυρών ανακατατάξεων στις τουριστικές ροές. Η κρίση στη Μέση Ανατολή επηρεάζει άμεσα τον εισερχόμενο τουρισμό. Παρά τις πιέσεις από το αυξημένο κόστος μετακίνησης και τη μείωση εισοδημάτων, δεν είναι απίθανη η μετατόπιση επισκεπτών προς την Ελλάδα, όπως έχει καταγραφεί και σε προηγούμενες περιόδους αστάθειας στην περιοχή.
- Την κατεύθυνση κεφαλαίων σε ασφαλείς προορισμούς. Η αύξηση της αβεβαιότητας και του κόστους χρήματος περιορίζει τις επενδύσεις και αυξάνει το κόστος εξυπηρέτησης χρέους. Ταυτόχρονα, ενισχύεται η τάση κατεύθυνσης κεφαλαίων προς οικονομίες με σταθερότητα και αξιοπιστία πολιτικής.
- Τις οικονομικές και πολιτικές προκλήσεις στην ΕΕ. Η νέα κρίση δοκιμάζει την ικανότητα της ΕΕ να ισορροπήσει μεταξύ άμυνας, κοινωνικής συνοχής και ανταγωνιστικότητας. Η κατεύθυνση των ευρωπαϊκών πόρων και πολιτικών παραμένει καθοριστική για τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας, ωστόσο, η ευρωπαϊκή ομπρέλα προστασίας δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένη στα επόμενα χρόνια. Στο πλαίσιο αυτό δεν αποκλείονται παγκόσμιες ανακατατάξεις ισχύος, συμπεριλαμβάνοντας την Κίνα και την Ευρώπη σε μια νέα εξίσωση.
- Το «σήμα» ανάγκης ενδυνάμωσης της οικονομίας με ταχύτερους ρυθμούς. Παρά τη θετική πορεία των τελευταίων ετών, διαρθρωτικές αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας παραμένουν η υψηλή εξάρτηση από εισαγωγές, το επενδυτικό κενό και η αργή σύγκλιση εισοδημάτων με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Οι τρέχουσες εξελίξεις αναδεικνύουν την ανάγκη επιτάχυνσης των μεταρρυθμίσεων και ενίσχυσης της παραγωγικής βάσης.
Με πληροφορίες από dealnews, ΑΠΕ-ΜΠΕ