Την άποψη ότι η Ελλάδα αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα διακυβερνησιμότητας επανέλαβε ο Ευάγγελος Βενιζέλος, σε τηλεοπτική συνέντευξή του το πρωί της Δευτέρας (15/12) στον ΣΚΑΪ, διευκρινίζοντας ότι το ζήτημα δεν αφορά μόνο τις κυβερνήσεις, αλλά συνολικά τους θεσμούς, την κοινωνία και την εθνική στρατηγική της χώρας.
Όπως ανέφερε, «η διακυβερνησιμότητα αφορά τη λειτουργία των θεσμών, τη σχέση τους με την κοινωνία και την ικανότητα χάραξης και εφαρμογής εθνικής στρατηγικής, σε ένα διεθνές περιβάλλον που γίνεται όλο και πιο απαιτητικό». Στο πλαίσιο αυτό, έκανε λόγο για την ανάγκη ενός νέου κοινωνικού συμβολαίου, σημειώνοντας πως το προηγούμενο «μας οδήγησε σε ένα πολύ προωθημένο σημείο, παρά την κρίση, και μας επέτρεψε να αντέξουμε τη δεκαετία 2010-2019, όμως πλέον έχει διαρραγεί».
Ο πρώην πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ επισήμανε ότι στην Ελλάδα υπάρχει «τεράστιο πρόβλημα κύρους και αξιοπιστίας των θεσμών», γεγονός που τροφοδοτεί τη δυσαρέσκεια των πολιτών και την αίσθηση ότι παρεμποδίζεται η πολιτική συμμετοχή και η αντιπροσώπευση.
Στη συνέχεια, υποστήριξε ότι η επόμενη κυβέρνηση θα πρέπει να είναι κυβέρνηση συνεργασίας, «για λόγους διαφάνειας, δημοκρατικής αισθητικής, συμμετοχής, συναντίληψης και νομιμοποίησης», τονίζοντας πως η χώρα δεν μπορεί να συνεχίσει να πορεύεται συγκρουσιακά. Όπως είπε, το μοντέλο των μονοκομματικών κυβερνήσεων με υπερσυγκεντρωτική, μονοπρόσωπη εξουσία «έχει τελειώσει», περιγράφοντας έναν πρωθυπουργοκεντρικό μηχανισμό που ελέγχει πλήρως κυβέρνηση, Βουλή, Δικαιοσύνη και ανεξάρτητες Αρχές, με συνέπειες για τη δημοκρατία, την οικονομία και τη διεθνή εικόνα της χώρας.
Ο Ευάγγελος Βενιζέλος ξεκαθάρισε ότι δεν θα είναι υποψήφιος βουλευτής στις επόμενες εκλογές, ενώ αναφέρθηκε και στον ρόλο του ΠΑΣΟΚ, τονίζοντας ότι επιθυμεί να δει το κόμμα «όσο γίνεται ψηλότερα». Όπως σημείωσε, το ΠΑΣΟΚ αποτελεί «παράγοντα θεσμικής και ιστορικής σοβαρότητας» και έχει σηκώσει δυσανάλογα μεγάλο βάρος κατά την περίοδο της κρίσης, πληρώνοντας υψηλό πολιτικό κόστος για την ανάληψη ευθύνης. Υποστήριξε, μάλιστα, ότι το κόμμα βρίσκεται «στο σημείο ισορροπίας, στο κέντρο, και πρέπει να είναι στο επίκεντρο», κάτι που –όπως είπε– μπορεί να λειτουργήσει ευεργετικά για τη χώρα.
Σε ερώτηση για το ενδεχόμενο συμμετοχής του ίδιου σε κυβέρνηση συνεργασίας, απάντησε πως «κανείς δεν θα έλεγε όχι», εφόσον υπάρχουν εμπιστοσύνη, συσχετισμοί και οι απαραίτητες προϋποθέσεις, υπενθυμίζοντας ότι κατά τη διάρκεια της κρίσης οι κυβερνήσεις συνεργασίας είχαν τα καλύτερα δυνατά αποτελέσματα.
Αναφερόμενος στα εθνικά ζητήματα, υπογράμμισε ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα εθνικής ασφάλειας, λόγω του «υβριδικού και ειδικού προβλήματος» που αντιμετωπίζει η Ελλάδα με την Τουρκία, ενώ σημείωσε πως ο διεθνής χρόνος «πυκνώνει», επικαλούμενος και την πρακτική Τραμπ στη διεθνή πολιτική σκηνή.
Παράλληλα, διέψευσε οποιαδήποτε συνεννόηση ή συνεργασία με τον Κώστα Καραμανλή και τον Αντώνη Σαμαρά, ενώ συνεχάρη θερμά τον Κυριάκο Πιερρακάκη για την εκλογή του στην προεδρία του Eurogroup, χαρακτηρίζοντάς τη «μεγάλη στιγμή για τη χώρα και αναγνώριση των θυσιών του ελληνικού λαού».
Για τον Αλέξη Τσίπρα σημείωσε ότι «θα κριθεί με βάση τα νέα δεδομένα», προσθέτοντας ότι δεν είδε ιδιαίτερη έμφαση στο μέλλον, ενώ εκτίμησε πως οι επόμενες εκλογές θα είναι εκλογές καταγραφής δυνάμεων και δεν θα δώσουν άμεση λύση στο ζήτημα της διακυβερνησιμότητας.
Τέλος, σχολιάζοντας την Εξεταστική Επιτροπή για τον ΟΠΕΚΕΠΕ, τη χαρακτήρισε «γκροτέσκα», επισημαίνοντας ότι συνολικά το άρθρο 86 του Συντάγματος για την ευθύνη των υπουργών πρέπει να αναμορφωθεί, ώστε να ανταποκρίνεται στην απαίτηση της κοινωνίας για θεσμική αξιοπιστία και διαφάνεια.