Ανοιχτό αφήνει ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών (ΔΣΑ) το ενδεχόμενο να προσφύγει στο δικαστήριο του Στρασβούργου κατά της πράξης του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνου Τζαβέλλα, με την οποία δεν έγινε η ανάσυρση της δικογραφίας για τις τηλεφωνικές υποκλοπές από το αρχείο.
Κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου, που παραχώρησε το προεδρείο του Συλλόγου δεν αποκλείστηκε το ενδεχόμενο
Ειδικότερα, ο πρόεδρος του ΔΣΑ, Ανδρέας Κουτσόλαμπρος, καταρχάς, επισήμανε:
«Η παρουσία του προεδρείου του ΔΣΑ καταδεικνύει σήμερα την ενότητα του σώματος και την ταυτόσημη άποψη όλων των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου ως προς το ζήτημα της αρχειοθέτησης από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου της υπόθεσης των υποκλοπών. Και οι τρεις προτάσεις που κατατέθηκαν προς ψήφιση στο Διοικητικό Συμβούλιο ανέδειξαν την αντίθεσή μας στην αρχειοθέτηση της υπόθεσης, παρά την περί του αντιθέτου δικαιοδοτική κρίση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Όλα τα μέλη του ΔΣ εξέφρασαν την άποψη ότι απαιτείται περαιτέρω έρευνα της υπόθεσης».
Επίσης, ο κ. Κουτσόλαμπρος ανέφερε ότι η διατήρηση της δικογραφίας στο αρχείο βρίσκει το δικηγορικό κόσμο κατηγορηματικά αντίθετο, καθόσον «προσκρούει στο ποινικό δόγμα, στο Κράτος Δικαίου και στην παγία νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων».
Σε άλλο σημείο ο πρόεδρος του ΔΣΑ ανέφερε ότι «δεν πρέπει να εκφεύγει της προσοχής μας, ότι ο ίδιος εισαγγελικός λειτουργός επόπτευε την ΕΥΠ κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, και μολαταύτα, δεν απείχε από το χειρισμό της συγκεκριμένης υπόθεσης» και προσέθεσε ότι ο ΔΣΑ, προτίθεται, να αναδείξει το ζήτημα στα ευρωπαϊκά fora.
Παράλληλα, ο ομότιμος καθηγητής του Συνταγματικού Δικαίου της Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ, Νίκος Αλιβιζάτος, ανέφερε, ότι στο δικαστήριο του Στρασβούργου, σύμφωνα με πρόσφατα ευρωπαϊκά κριτήρια, υπάρχει βάση για να ευδοκιμήσει μια προσφυγή κατά της πράξης του κ. Τζαβέλλα για την μη ανάσυρσης της δικογραφίας της υπόθεσης των υποκλοπών από το αρχείο και προσέθεσε ότι για την υπόθεση των υποκλοπών ο ΔΣΑ έχει προθεσμία τεσσάρων μηνών για να προσφύγει στο ΕΔΔΑ.
Με τη σειρά της, η αντιπρόεδρος του ΔΣΑ, Χριστίνα Τσαγκλή, ανέφερε ότι η πλειοψηφία του Διοικητικού Συμβουλίου του Συλλόγου είναι πεπεισμένη ότι υπάρχει μια πρωτοφανής απόπειρα συγκάλυψης στην υπόθεση των τηλεφωνικών υποκλοπών, που κλονίζει τα θεμέλια του πολιτεύματος.
Ακόμη, ο πρώην υπουργός Δικαιοσύνης και πρώην πρόεδρος του ΔΣΑ, Αντώνης Ρουπακιώτης, επισήμανε την ανάγκη κατά την αναθεώρηση του Συντάγματος να αλλάξει ο τρόπος επιλογής των ηγεσιών των ανωτάτων δικαστηρίων και ο τρόπος συγκρότησης του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου, προκειμένου να μην συμμετέχουν σε αυτό μόνο δικαστές και εισαγγελείς.
Τέλος, ο δικηγόρος Βασίλης Χειρδάρης, στις γραπτές θέσεις του υπογραμμίζει ότι «η πολιτεία έχει θεσμοθετήσει για τους δικηγορικούς συλλόγους, μέσω του Κώδικα περί δικηγόρων, έναν άτυπο μηχανισμό παρέμβασης με σκοπό την προάσπιση του κράτους δικαίου, αναδεικνύοντάς τους σε ενεργούς θεματοφύλακες του δημοσίου συμφέροντος, των θεσμών και των πολιτών».
Επίσης, ανέφερε ο κ. Χειρδάρης ότι το ΕΔΔΑ έχει ιδιαίτερα ασχοληθεί στη νομολογία του με θέματα υποκλοπών, κρίνοντας ότι η απουσία ουσιαστικού και ανεξάρτητου δικαστικού ελέγχου επί μέτρων παρακολούθησης συνιστά παραβίαση του άρθρου 8 ΕΣΔΑ (δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής) και ότι οι παράνομες υποκλοπές δημοσιογράφων, πολιτικών και επιχειρηματιών συνιστούν ζήτημα νόμιμου δημόσιου ενδιαφέροντος που αγγίζει τα ίδια τα δημοκρατικά θεμέλια του κράτους. Προσέθεσε ότι το Στρασβούργο απαιτεί επίσης να γίνεται πλήρης και ενδελεχής έρευνα των υποθέσεων από τα εθνικά δικαστήρια.
Την συνέντευξη Τύπου συντόνισε ο γενικός γραμματέας του ΔΣΑ, Κώστας Καρέτσος.
Με πληροφορίες από ΑΠΕ – ΜΠΕ