Παρά την ενίσχυση των ελέγχων και την αξιοποίηση νέων τεχνολογιών, η φοροδιαφυγή εξακολουθεί να αποτελεί μια βαθιά ριζωμένη παθογένεια σε πολλούς τομείς της οικονομίας. Όπως προκύπτει από στοιχεία που αναφέρει το ertnews και ο δημοσιογράφος Κώστας Τσάβαλος, η χρήση ψηφιακών εργαλείων, όπως το ψηφιακό πελατολόγιο, αλλά και η συνδρομή της τεχνητής νοημοσύνης, δεν έχουν καταφέρει ακόμη να περιορίσουν ουσιαστικά το φαινόμενο.
Τα δεδομένα της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων για το 2025 δείχνουν μάλιστα επιδείνωση της κατάστασης. Η παραβατικότητα όχι μόνο δεν μειώθηκε, αλλά αυξήθηκε, φτάνοντας το 29,7%, έναντι 27,1% το 2024. Με άλλα λόγια, σχεδόν τρεις στις δέκα επιχειρήσεις που ελέγχθηκαν εντοπίστηκαν να παρανομούν.
Στην κορυφή της «λίστας» με τα υψηλότερα ποσοστά φοροδιαφυγής βρίσκεται ο κλάδος που σχετίζεται με το εμπόριο και την επισκευή οχημάτων και μοτοσικλετών, όπου η παραβατικότητα αγγίζει το εντυπωσιακό 61%. Ακολουθούν οι χερσαίες μεταφορές με 58,1% και οι δραστηριότητες ενοικίασης με 56,2%. Υψηλά ποσοστά καταγράφονται επίσης στον τομέα της υγείας (54%) και σε υπηρεσίες προσωπικής φροντίδας (50,3%). Πιο χαμηλά, αλλά σε κάθε περίπτωση σημαντικά, είναι τα ποσοστά σε κλάδους όπως η εστίαση (32,4%), τα καταλύματα (31,6%) και το λιανικό εμπόριο (29,3%).
Το 2025 πραγματοποιήθηκαν συνολικά 47.602 μερικοί επιτόπιοι έλεγχοι πρόληψης, αριθμός μικρότερος σε σχέση με τους 56.654 του 2024, αλλά σχεδόν διπλάσιος από τον αρχικό στόχο των 25.400. Ωστόσο, η μείωση των ελέγχων δεν συνοδεύτηκε από μείωση της παραβατικότητας. Αντίθετα, εντοπίστηκαν 11.146 περιπτώσεις με παραβάσεις και συνολικά 178.718 επιμέρους παραβάσεις.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η γεωγραφική κατανομή των ελέγχων, όπως αναφέρει το ίδιο ρεπορτάζ του ertnews. Η Φορολογική Περιφέρεια Θεσσαλονίκης είχε τον μεγαλύτερο όγκο ελέγχων, ενώ τα υψηλότερα ποσοστά παραβατικότητας καταγράφηκαν στις περιφέρειες Πατρών και Πειραιά, κυρίως σε ελέγχους εκτός έδρας. Σε επίπεδο περιφερειών, η Δυτική Ελλάδα εμφανίζει το υψηλότερο ποσοστό παραβατικότητας με 39,9%, ενώ ακολουθούν η Πελοπόννησος και η Θεσσαλία. Αντίθετα, η Δυτική Μακεδονία παρουσιάζει τη χαμηλότερη επίδοση, με 24,9%.
Σε ό,τι αφορά τους κλάδους που βρέθηκαν περισσότερο στο «μικροσκόπιο», η εστίαση συγκέντρωσε τον μεγαλύτερο αριθμό ελέγχων (22.020), ενώ ακολούθησε το λιανικό εμπόριο με 11.149 ελέγχους. Τα ποσοστά παραβατικότητας στους δύο αυτούς τομείς διαμορφώθηκαν σε 32,4% και 29,3% αντίστοιχα.
Στο πεδίο των κυρώσεων, η ΑΑΔΕ προχώρησε σε σημαντικές παρεμβάσεις. Εκτός από τους φόρους και τα πρόστιμα που ξεπέρασαν συνολικά τα 3,1 δισ. ευρώ, επιβλήθηκε αναστολή λειτουργίας σε 680 επιχειρήσεις, ενώ 293 βρέθηκαν αντιμέτωπες με ειδικά χρηματικά πρόστιμα. Οι περισσότερες αναστολές αφορούσαν επιχειρήσεις εστίασης, ενώ ακολουθούν δραστηριότητες στον πρωτογενή τομέα και το λιανικό εμπόριο.
Σύμφωνα πάντα με όσα μεταδίδει το ertnews, οι έλεγχοι του 2025 εστίασαν σε συγκεκριμένους τομείς υψηλού κινδύνου: από κυκλώματα έκδοσης εικονικών τιμολογίων και τουριστικές επιχειρήσεις, μέχρι το ηλεκτρονικό εμπόριο, τις πλατφόρμες κρατήσεων και τη χρήση παραποιημένου λογισμικού. Στο στόχαστρο βρέθηκαν επίσης τα πρατήρια καυσίμων, οι πληρωμές με κάρτες, αλλά και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ως πεδία εντοπισμού αδήλωτων εισοδημάτων.
Η εικόνα που διαμορφώνεται είναι σαφής: παρά την τεχνολογική αναβάθμιση των ελεγκτικών μηχανισμών και την εντατικοποίηση των ελέγχων, η φοροδιαφυγή εξακολουθεί να προσαρμόζεται και να επιμένει, αποτελώντας μια διαχρονική πρόκληση για την ελληνική οικονομία.