Του Βαγγέλη Μωυσή
Η λέξη «γαργάρα», κοινή σε ελληνικά και τούρκικα (gargara ή gargarya), θεωρείται απολύτως ταιριαστή από τους επικριτές του Κυριάκου Μητσοτάκη, εντός και εκτός ΝΔ, για την εκκωφαντική σιωπή του στην Άγκυρα σχετικά με τις τουρκικές navtex στο Αιγαίο ως έμπρακτη αμφισβήτηση των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων για πόντιση καλωδίων οπτικών ινών προς τα νησιά του Αιγαίου και υλοποίηση του έργου GSI, αλλά και για την «προβοκατόρικη» παρέμβαση Φιντάν κατά Δένδια, που είχε προηγηθεί.
Στο Μέγαρο Μαξίμου, πανηγυρίζουν για το θετικό κλίμα της συνάντησης και τους εξίσου θετικούς πρώτους τίτλους των φιλοκυβερνητικών ΜΜΕ σε Ελλάδα και Τουρκία, αλλά ο στενός κύκλος συμβούλων και συνεργατών του πρωθυπουργού, παραμένει σε εγρήγορση για νέες εκφάνσεις των πολιτικών μετώπων που αντιμετωπίζει ο Κυριάκος Μητσοτάκης στο εσωτερικό, λόγω των αρνητικών σημείων της επίσκεψης στην Άγκυρα. Αυτά είναι:
1ον. Η ενίσχυση του προφίλ ως «εθνικά άτεγκτου» του υπουργού Εθνικής Άμυνας και «δελφίνου» Νίκου Δένδια στο ενδοπαραταξιακό «μέτωπο», ως απόρροια της προβοκατόρικης παρέμβασης του Τούρκου ΥΠΕΞ Χακάν Φιντάν που «φωτογράφισε» τον Νίκο Δένδια ως… ανεπιθύμητο «αγκάθι» στις ομαλές σχέσεις Αθήνας-Άγκυρας. Κι αν η σιωπή του ιδίου του Κυριάκου Μητσοτάκη μπορεί να θεωρηθεί ως διπλωματική αποφυγή του… «δολώματος» Φιντάν, δεν ισχύει το ίδιο για τον τρόπο με τον οποίο εθεάθησαν να «χαριεντίζονται» με τον Χακάν Φιντάν, τόσο ο ίδιος ο πρωθυπουργός, όσο και οι υπουργοί Κυριάκος Πιερρακάκης και Γιώργος Γεραπετρίτης. Ειδικά ο δεύτερος, μάλιστα, ο οποίος χρησιμοποιήθηκε από τον Χακάν Φιντάν ως «θετικό παράδειγμα» Έλληνα υπουργού, έναντι του «αρνητικού παραδείγματος» Δένδια.
2ον. Το νέο κύμα δυσφορίας στη παραδοσιακή κεντροδεξιά βάση της ΝΔ -που παραμένει «παγωμένη» απέναντι σε σειρά πολιτικών επιλογών του Μεγάρου Μαξίμου- λόγω της επίκλησης Μητσοτάκη στην «παρακαταθήκη του Κεμάλ Ατατούρκ» (μετά της παρακαταθήκης του Ελευθερίου Βενιζέλου), ενώπιον του Τούρκου Προέδρου Ταγίπ Ερντογάν και μάλιστα όχι εν τη ρύμη του λόγου σε μια από στήθους ομιλία, αλλά στο πλαίσιο μιας δήλωσης που είχε προετοιμαστεί. Η αναμενόμενη σχετική επίθεση του Κυριάκου Βελόπουλου και της Ελληνικής Λύσης για «τοποθέτηση που είναι εγκληματικό να γίνεται από Έλληνα πρωθυπουργό, καθώς ο Κεμάλ Ατατούρκ ευθύνεται για τις γενοκτονίες των Ελλήνων του Πόντου, της Μικράς Ασίας και της Θράκης», δεν ανησυχεί τόσο το Μέγαρο Μαξίμου, όσο το ανησυχεί ο τρόπος με τον οποίο θα αναδειχθεί το συγκεκριμένο ατόπημα από τους πρώην πρωθυπουργούς Κώστα Καραμανλή και Αντώνη Σαμαρά, στις επόμενες δικές τους -ειδικού βάρους για την παραταξιακή βάση της ΝΔ – κριτικές προσεγγίσεις.
3ον. Η σύγκριση της αδιάφορης για το εσωτερικό της Τουρκίας και το βαθύ τουρκικό κράτος… παράκληση του Έλληνα πρωθυπουργού για άρση του casus beli και της εξίσου αδιάφορης για τους Τούρκους παραπομπής στη συνθήκη της Λωζάνης έναντι της νέας αναφοράς Ερντογάν σε «τουρκική» μειονότητα της Θράκης, με την ιδιαίτερα σημαντική για το ελληνικό «γόητρο» -και σε επίπεδο διεθνούς αντίκτυπου- απουσία αναφοράς στις προκλητικές τουρκικές navtex στο Αιγαίο και στη σημασία τους.
Η αναφορά στον Κεμάλ
Πηγές από το ευρύτερο περιβάλλον συνομιλητών και συνεργατών των δυο πρώην πρωθυπουργών Καραμανλή και Σαμαρά, επιφυλάσσονται για το πως θα εκφραστούν οι ίδιοι σχετικά με τα παραπάνω στο προσεχές διάστημα. Αποπνέουν ωστόσο ένα κλίμα δικαίωσης των προειδοποιήσεων που είχαν ήδη εκπέμψει οι δύο πρώην πρωθυπουργοί πριν την επίσκεψη Μητσοτάκη στην Άγκυρα και της εκτίμησης πως αυτή δεν θα έπρεπε να πραγματοποιηθεί στην παρούσα συγκυρία.
«Τι παραπάνω να προστεθεί σε όσα είχαν ήδη εγκαίρως ειπωθεί;», σχολίασαν, εκφράζοντας την εκτίμηση ότι η σιωπή Μητσοτάκη… νομιμοποίησε τις navtex στα μάτια του διεθνούς παράγοντα, που βλέπει την επιβεβαίωση του κλίματος της “διακήρυξης φιλίας” των Αθηνών που υπερισχύει κάθε τουρκικής πρόκλησης και μάλιστα με τιμητικές αναφορές στον Κεμάλ που «ερεθίζουν» το κοινό αίσθημα στην Ελλάδα, κόντρα στο πνεύμα κάθε αιτήματος αναγνώρισης των διαχρονικών εγκλημάτων και των γενοκτονιών του κεμαλικού κράτους σε βάρος του Ελληνισμού του Πόντου και της Μικράς Ασίας.
Ως ιδιαίτερα προβληματική εκλαμβάνεται και η αναφορά στην πρόταση Ελευθερίου Βενιζέλου το 1930 για την βράβευση του Κεμάλ Ατατούρκ με το Νόμπελ Ειρήνης, η οποία θα έπρεπε να αξιολογείται αποκλειστικά ενταγμένη στην ιστορική συγκυρία της εποχής και σε μια οδυνηρή προσπάθεια του Βενιζέλου να εξασφαλίσει μια μακρά περίοδο ηρεμίας για την Ελλάδα που προσπαθούσε να ορθοποδήσει μετά από μια εθνική καταστροφή και να ενσωματώσει 1,5 εκατομμύριο πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία.
Όταν 100 χρόνια μετά εκείνος ο οδυνηρός προσωπικός συμβιβασμός του Βενιζέλου με τους στρατηγικούς στόχους που εξυπηρετούσε, χαρακτηρίζεται από τον σημερινό Έλληνα πρωθυπουργό ως «παρακαταθήκη Βενιζέλου-Κεμάλ», ο μόνος που κερδίζει είναι η Τουρκία, με την Ελλάδα ουσιαστικά να «παρακάμπτει» (αν δεν «παραγράφει») ιστορικά εγκλήματα.
Οι διαφορές με τους χειρισμούς Καραμανλή και Σαμαρά
Παράλληλα τονίζουν πως επιβεβαιώνεται διαρκώς η πιστή εφαρμογή της «γραμμής Σημίτη» στα ελληνοτουρκικά, για απευθείας διμερή διαπραγμάτευση που επιτρέπει στην Τουρκία να διευρύνει διαρκώς την «ατζέντα» πίσω από τις κλειστές πόρτες, σε αντίθεση με τις κυβερνήσεις Καραμανλή και Σαμαρά, που διαχώριζαν τη έννοια του διμερούς διαλόγου, από την έννοια της «διαπραγμάτευσης» που διεξαγόταν μόνο υπό την «ομπρέλα» μια διεθνούς διαιτησίας δια των διεθνών οργανισμών και των ψηφισμάτων τους
Σε ότι αφορά δε στους πανηγυρισμούς για τις αναφορές Ερντογάν στο διεθνές δίκαιο, παραπέμπουν στα σχόλια του βουλευτή της ΝΔ και καθηγητή Διεθνούς Δικαίου και Εξωτερικής Πολιτικής Άγγελου Συρίγου, πως «δεν πρέπει να πανηγυρίζουμε διότι η ερμηνεία Ερντογάν για το τι εστί διεθνές δίκαιο έχει κατ` επανάληψη αποδειχτεί πολύ διαφορετική από αυτήν που αντιλαμβανόμαστε όλοι οι άλλοι».
Ακόμα και στο θέμα της «θετικής ατζέντας» που ασφαλώς έχει θετικά χαρακτηριστικά, κύκλοι των δύο πρώην πρωθυπουργών, επισημαίνουν τη διαφορά της καλλιέργειας εμπορικών και οικονομικών σχέσεων για χάρη της αποφυγής κρίσεων στα σοβαρά θέματα, από την καλλιέργεια ενός μονομερούς κλίματος κατευνασμού στα σοβαρά ζητήματα, ώστε να ευνοούνται όσοι αναλαμβάνουν να φέρουν σε πέρας της μπίζνες.
Όπως εξηγεί στη «Θ» έμπειρο διπλωματικό στέλεχος από τον χώρο της κεντροδεξιάς με θητεία σε κυβερνητικές θέσεις κατά το παρελθόν, η λογική μιας θετικής ατζέντας και η ανάπτυξη μιας διμερούς αμφίδρομης εμπορικής και επενδυτικής δραστηριότητας, ως… αερόσακου στις σοβαρές κρίσεις, άρχισε επί Καραμανλή, που παρέλαβε από τον Σημίτη ένα διμερές εμπόριο… 350 εκατ. δολαρίων, για να το παραδώσει στα 5,5 δισ. περίπου στο τέλος της κυβερνητικής του θητείας. Σήμερα οι διμερείς οικονομικές συναλλαγές εκτιμώνται στα επτά (7) δισ. δολάρια και ο στόχος που έθεσαν Μητσοτάκης και Ερντογάν από κοινού, είναι να φτάσει στα 10 δισ. Επιπλέον, στο «κάδρο» μπήκε και η συνεργασία ελληνικών και τουρκικών συμφερόντων στο πεδίο της ανοικοδόμησης της Συρίας.
Επιπλέον, επισημαίνει ότι σε αντίθεση με το πνεύμα των διακυβερνήσεων Καραμανλή και Σαμαρά, ότι οι οικονομικές συναλλαγές αποτελούν έναν εξαιρετικό αερόσακο ασφαλείας, που μπορεί να απορροφήσει εντάσεις και να συμβάλλει στη εκτόνωση κρίσεων, το πνεύμα σήμερα μοιάζει να είναι η πάση θυσία διατήρηση «ήρεμων νερών». Ακόμα και με κόστος για το εθνικό γόητρο και το εθνικό συμφέρον, προκειμένου να εξελίσσονται απρόσκοπτα οι μπίζνες που θα φέρουν έσοδα δισεκατομμυρίων σε μεγάλους (και συνήθως φιλικά προσκείμενους στις κυβερνήσεις) μεγάλους «παίκτες». Καταλήγει σημειώνοντας ότι αυτή η διαφορά είναι προϊόν της «Σχολής Σημίτη» -και του εκφραστή της στη σημερινή κυβέρνηση Γιώργου Γεραπετρίτη- δηλαδή, τα «ήρεμα νερά», αντί για «μέσο», να γίνονται «αυτοσκοπός».
Αυτό που σίγουρα δεν ανησυχεί το Μέγαρο Μαξίμου είναι η εξ αριστερών αντιπολίτευση και δη αυτή του ΠΑΣΟΚ, που εξέφρασε απλώς την «επιβεβαίωση των χαμηλών προσδοκιών» από τη συνάντηση, αφού βλέπει ακριβώς τη στρατηγική των κυβερνήσεων Σημίτη και Παπανδρέου στα ελληνοτουρκικά, να ξεδιπλώνεται από την κυβέρνηση Μητσοτάκη.

«Γαργάρα» και για τα κονδύλια της Κατάρτισης
Υπό την απειλή ενός νέου πιθανού σκανδάλου λεηλασίας εθνικών και ευρωπαϊκών πόρων μέσω των προγραμμάτων επαγγελματικής κατάρτισης που υλοποιήθηκαν με τη σύμπραξη της ΓΣΕΕ, βρίσκεται στο εσωτερικό της χώρας το Μέγαρο Μαξίμου, ενώ εκκρεμεί η 2η δικογραφία για τον ΟΠΕΚΕΠΕ.
Ο επί 20 χρόνια πρόεδρος της ΓΣΕΕ Γιάννης Παναγόπουλος που ενεπλάκη στην υπόθεση βάση πορίσματος της Αρχής κατά του Ξεπλύματος Μαύρου Χρήματος και του επικεφαλής της Χαράλαμπου Βουρλιώτη, είδε περιουσιακά του στοιχεία να δεσμεύονται, διεγράφη από το ΠΑΣΟΚ και είδε… την κυβέρνηση Μητσοτάκη να τον υπερασπίζεται.
Μετά το συγκεκριμένο οξύμωρο, ο κ. Παναγόπουλος παραχώρησε συνέντευξη τύπου, αρνήθηκε κάθε κατηγορία, την «πλάτη» της ΠΑΣΚΕ που… απείλησε το ΠΑΣΟΚ με «διαζύγιο», αρνήθηκε να παραιτηθεί από την προεδρία της ΓΣΣΕ και προανήγγειλε μάλιστα ότι θα την οδηγήσει σε εκ νέου επικράτηση στις επίμενες εκλογές στο ανώτατο συνδικαλιστικό όργανο του ιδιωτικού τομέα.
Την ώρα που βάσει του πορίσματος Βουρλιώτη, οικονομικοί εισαγγελείς επεκτείνουν τις έρευνες και σε άλλα πρόσωπα, το ιστορικό που ξεδιπλώνεται μάλλον συνηγορεί υπέρ των καταγγελιών των κομμάτων της αντιπολίτευσης -και δη του ΠΑΣΟΚ- ότι η όποια κακοδιαχείριση κονδυλίων επαγγελματικής κατάρτισης εντοπίζεται από το 2020 ως το 2025, δεν θα μπορούσε να γίνει χωρίς τη γνώση και σύμπλευση του υπουργείου Εργασίας.
Από την άλλη πλευρά, οι κυβερνητικές πηγές, ακόμα και ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης, επισημαίνουν πως η κυβέρνηση κατέβαλε ως όφειλε κάθε προσπάθεια για να καλυφθούν οικονομικά όλοι οι δικαιούχοι κατάρτισης, παρά το γεγονός ότι εξέπνεαν οι προθεσμίες της Ε.Ε, και πως ουδέν μεμπτόν υπάρχει σε αυτό, ενώ πολιτικά ο Γιάννης Παναγόπουλος βρήκε θερμούς υποστηρικτές στη ΝΔ και ιδιαίτερα τον υπουργό Υγείας Άδωνι Γεωργιάδη που κάλεσε τον πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ να… υπερασπιστεί με λίγη παραπάνω γενναιότητα το στέλεχός τους.
Από την πλευρά της η υπουργός Εργασίας Νίκη Κεραμέως, περιορίστηκε να απευθύνει τις συνήθεις… επιθυμίες για «άπλετο φως» στην υπόθεση υπεξαίρεσης, αποσυνδέοντας πολιτικά την υπόθεση αυτή, με το γεγονός ότι το νομοσχέδιο για τις συλλογικές συμβάσεις που αναδιαμόρφωσε το υπουργείο Εργασίας… παρέα με τον Γιάννη Παναγόπουλο, ενισχύει την θέση του προέδρου της ΓΣΕΕ δίνοντας του υπέρ-εξουσίες στην σύναψη κλαδικών συμβάσεων.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θεσσαλονίκη»