Της Βάσως Βεγίρη
Την ανάγκη πραγματικής κρατικής στήριξης σε επίπεδο εμπορικής διπλωματίας, τονίζει η διοίκηση του Συνδέσμου Επιχειρήσεων Μαρμάρου Μακεδονίας-Θράκης, προκειμένου να ξεπεραστεί η «κοιλιά» των εξαγωγών του κλάδου στην αγορά της Κίνας και να «ανοίξουν» αγορές χωρών που μπορούν να απορροφήσουν ποιοτικό-«ακριβότερο» προϊόν.
Η συνολική εικόνα του 2025, όπως μας επισημαίνει ο οικονομικός επόπτης και υπεύθυνος επικοινωνίας του Συνδέσμου Επιχειρήσεων Μαρμάρου Μακεδονίας-Θράκης, Ηλίας Ζουπίδης, επιβεβαιώνει ότι η πτώση που είχε φανεί στο εννεάμηνο δεν ήταν συγκυριακή. Οι εξαγωγές ελληνικού μαρμάρου κινούνται χαμηλότερα τόσο σε όγκο όσο και σε αξία, με βασική αιτία τη σημαντική κάμψη της αγοράς της Κίνα. Η Κίνα απορροφούσε επί χρόνια τεράστιες ποσότητες ελληνικών μπλοκ. Η κρίση στον τομέα ακινήτων της χώρας αυτής επηρέασε άμεσα τη ζήτηση.
Το εξαγωγικό μοντέλο
Κατά τον ίδιο, επίσης, αυτό είναι ανησυχητικό, όχι όμως γιατί το ελληνικό μάρμαρο έχασε την ποιότητά του, αλλά γιατί αποδεικνύεται πόσο ευάλωτο είναι ένα εξαγωγικό μοντέλο όταν βασίζεται υπερβολικά σε μία αγορά. Το πρόβλημα δεν είναι το προϊόν. Είναι η έλλειψη εθνικής στρατηγικής διαφοροποίησης.
Η απώλεια αυτή οφείλεται στην επιβράδυνση της κινεζικής οικοδομικής δραστηριότητας, στη στροφή της σε τεχνητά υλικά και στην ενίσχυση της δικής της παραγωγής. Ταυτόχρονα, χώρες όπως η Τουρκία και η Αίγυπτος λειτουργούν με χαμηλότερο ενεργειακό και φορολογικό κόστος, άρα ανταγωνίζονται επιθετικά.
Η αναπλήρωση του χαμένου αυτού εδάφους πωλήσεων-εξαγωγών, σύμφωνα με τη διοίκηση του Συνδέσμου, δεν μπορεί να γίνει με «φθηνότερο» προϊόν. Πρέπει να γίνει με «ακριβότερο» προϊόν – με περισσότερη επεξεργασία, με καθετοποίηση και με εφαρμογές υψηλής αρχιτεκτονικής αξίας. Αγορές όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και η Σαουδική Αραβία μπορούν να απορροφήσουν ποιοτικό προϊόν.
Όμως για να γίνει αυτό, χρειάζεται πραγματική κρατική στήριξη σε επίπεδο εμπορικής διπλωματίας. Δεν μπορεί η Πολιτεία να θεωρεί ότι η εξαγωγική πολιτική εξαντλείται στη χρηματοδότηση συμμετοχών σε εμπορικές εκθέσεις. Χρειάζεται οργανωμένη παρουσία μέσω οικονομικών και εμπορικών ακολούθων,
στοχευμένες αποστολές σε μεγάλα κατασκευαστικά projects, διμερείς συμφωνίες που ανοίγουν πόρτες, ενεργή υποστήριξη σε θέματα πιστοποιήσεων και τεχνικών προδιαγραφών, ακόμη και πολιτική πίεση όπου απαιτείται. Οι ανταγωνίστριες χώρες δεν περιορίζονται στα περίπτερα των εκθέσεων· κινούνται θεσμικά, συντονισμένα και με στρατηγική.
«Αν δεν περάσουμε από τη λογική της «φωτογραφίας στην έκθεση» στη λογική της μόνιμης παρουσίας στις αγορές-στόχους, θα συνεχίσουμε να χάνουμε έδαφος», επισημαίνει χαρακτηριστικά ο κ. Ζουπίδης.
Οι προτάσεις
Το βασικό πρόβλημα, όπως διευκρινίζει ο οικονομικός επόπτης του Συνδέσμου, είναι ότι η Πολιτεία δεν έχει αποφασίσει αν θέλει ισχυρή εξορυκτική βιομηχανία ή όχι.
Παρά τον Νόμο 4512/2018, οι αδειοδοτήσεις εξακολουθούν να καθυστερούν υπερβολικά. Υπηρεσίες χωρίς επαρκές προσωπικό, αντικρουόμενες γνωμοδοτήσεις και διαρκής διοικητική ανασφάλεια συνθέτουν ένα περιβάλλον αποτρεπτικό για κάθε σοβαρή επένδυση. Ένα λατομείο μπορεί να περιμένει χρόνια για επέκταση ή ανανέωση άδειας. Καμία σοβαρή επιχειρηματική στρατηγική δεν μπορεί να σχεδιαστεί με τέτοιους όρους.
Ο Σύνδεσμος Επιχειρήσεων Μαρμάρου Μακεδονίας-Θράκης, ως ο μόνος συνδικαλιστικός φορέας που εκπροσωπεί οργανωμένα τον κλάδο την τελευταία δεκαετία, έχει καταθέσει επανειλημμένα τεκμηριωμένες προτάσεις για αλλαγές και βελτιώσεις του νομοθετικού πλαισίου.
Έχει ζητήσει απλοποίηση διαδικασιών, δεσμευτικά χρονοδιαγράμματα, σαφήνεια αρμοδιοτήτων και ουσιαστική επιτάχυνση των εγκρίσεων.
Δυστυχώς, η κυβερνητική ανταπόκριση, σύμφωνα με τον Σύνδεσμο, είναι περιορισμένη έως ανύπαρκτη.
Η πρόταση είναι σαφής: Δεσμευτικά χρονοδιαγράμματα αδειοδοτήσεων – Ειδικό ενεργειακό πλαίσιο για εξαγωγικές, ενεργοβόρες βιομηχανίες – Γρήγορη απορρόφηση επενδυτικών κινήτρων. Αν το κράτος συνεχίσει να λειτουργεί ως τροχοπέδη, θα χάσουμε επενδύσεις προς άλλες χώρες», τονίζει ο κ. Ζουπίδης.
«Ακτινογραφία» του κλάδου
Η Μακεδονία και η Θράκη αποτελούν την ατμομηχανή του ελληνικού μαρμάρου. Περίπου το 70-75% της εθνικής παραγωγής προέρχεται από τη Βόρεια Ελλάδα, με ισχυρή συγκέντρωση στην Ανατολική Μακεδονία.
Σε εθνικό επίπεδο λειτουργούν περίπου 650-700 επιχειρήσεις στον κλάδο, με τις περισσότερες μονάδες εξόρυξης και επεξεργασίας να βρίσκονται στον Βορρά. Οι άμεσες θέσεις εργασίας ξεπερνούν τις 6.000 και συνολικά – άμεσα και έμμεσα – ο κλάδος στηρίζει πάνω από 18.000 οικογένειες. Οι εξαγωγές διαμορφώνονται τα τελευταία χρόνια κοντά στα 300-320 εκατ. ευρώ ετησίως, με τη Βόρεια Ελλάδα να παράγει το μεγαλύτερο μέρος αυτής της αξίας.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θεσσαλονίκη»