Συνέντευξη στη Δήμητρα Μακρή
Την απόλυτη ανάγκη να υπάρχει διαρκώς μια πλήρης ταύτιση μεταξύ των ηγεσιών της Ελλάδας και της Κύπρου όσον αφορά στην προσέγγιση της Τουρκίας, προκειμένου να επιτευχθεί μια βιώσιμη λύση στο Κυπριακό, υπογραμμίζει ο πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας Νίκος Χριστοδουλίδης. Αυτό, σύμφωνα με τον ίδιο, οφείλεται στο γεγονός ότι «η Τουρκία προσεγγίζει Κύπρο και Ελλάδα μέσα από την ίδια οπτική γωνία».
Ο πρόεδρος της Κύπρου βρέθηκε στη Θεσσαλονίκη προκειμένου να ανακηρυχθεί επίτιμος δημότης της πόλης. Σε συνέντευξή του στη «Θ», ο κ. Χριστοδουλίδης επισημαίνει ότι το «κλειδί» του Κυπριακού βρίσκεται στα χέρια της Άγκυρας και υπογραμμίζει τις προθέσεις του ΓΓ του ΟΗΕ για την επίλυσή του στη βάση του συμφωνημένου πλαισίου. Παράλληλα, αναφέρεται στον ρόλο που μπορεί να παίξει η ΕΕ στο ζήτημα αυτό, στην ανάγκη αυτονόμησης της Ευρώπης ειδικά σε θέματα ενέργειας, ενώ εξάρει και τους δεσμούς της Θεσσαλονίκης με τη Μεγαλόνησο.
Κύριε Χριστοδουλίδη, πώς εξελίσσεται ο διάλογος με τους Τουρκοκύπριους έπειτα από την αλλαγή στην ηγεσία τους;
Ο ενδοκοινοτικός διάλογος εξελίσσεται σε συναντήσεις μου με τον νέο τουρκοκύπριο ηγέτη (Τουφάν Ερχιουρμάν). Με την εκλογή του και λαμβάνοντας υπόψη τις θέσεις του προκατόχου του (Ερσίν Τατάρ), αλλά και τις δηλώσεις του ίδιου του Τουφάν Ερχιουρμάν κατά την προεκλογική του εκστρατείας αναμέναμε να πετύχουμε τον στόχο της επανέναρξης των συνομιλιών. Δεν το έχουμε πετύχει μέχρι στιγμής. Επιβεβαιώνεται μια διαχρονική άποψη για το γεγονός, ότι το κλειδί της λύσης του Κυπριακού βρίσκεται στην Τουρκία. Είμαστε ρεαλιστές, γνωρίζουμε πώς λειτουργεί το διεθνές σύστημα και είμαστε έτοιμοι να εμπλακούμε με την Τουρκία και τους Τουρκοκύπριους σε μια εξέλιξη που θα οδηγήσει σε ένα αμοιβαία επωφελές αποτέλεσμα, σε μια win-win κατάσταση. Συναντήθηκα πρόσφατα με τον γενικό γραμματέα του ΟΗΕ Αντόνιο Γκουτέρες. Αυτή τη στιγμή το Κυπριακό είναι το μόνο από τα διεθνή προβλήματα όπου ο ΟΗΕ έχει ουσιαστικό ρόλο και στο οποίο ο ΓΓ του εμπλέκεται άμεσα. Λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι ολοκληρώνεται η θητεία του στο τέλος του 2026, μου εξέφρασε την έντονη πολιτική πεποίθηση να εργαστεί προς την κατεύθυνση να υπάρξει ένα ουσιαστικό αποτέλεσμα που δεν μπορεί να είναι τίποτε άλλο από την επίλυση του Κυπριακού στη βάση του συμφωνημένου πλαισίου. Και βλέπουμε από τις εξελίξεις ότι δεν υπάρχουν παγωμένες διενέξεις. Βλέπουμε τι έγινε στη Γάζα, τι γίνεται με το Ιράν. Άρα, μιλώντας εκ μέρους των Ελληνοκυπρίων, θέλουμε -και δεν έχουμε άλλη επιλογή- την επανένωση της πατρίδας μας. Και θεωρώ -λαμβάνοντας υπόψη και την εμπειρία μου από κατά τις καιρούς διαπραγματευτικές διαδικασίες- πως η ΕΕ δύναται να μας οδηγήσει σε λύσεις στα θέματα, στα οποία υπάρχει διαφορετική προσέγγιση ανάμεσα σε εμάς και την τουρκική πλευρά.
Μπορεί η κυπριακή προεδρία της ΕΕ να παίξει πιο συγκεκριμένο ρόλο σε αυτήν την κατεύθυνση;
Λόγω της προεδρίας του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εκφράσαμε την ετοιμότητά μας να βοηθήσουμε την Τουρκία να προσεγγίσει την ΕΕ. Δυστυχώς δεν υπήρξε μέχρι στιγμής οποιαδήποτε ανταπόκριση από πλευράς Τουρκίας σε αυτά τα καλέσματα.
Και η συμβολή της Ελλάδας;
Η Τουρκία προσεγγίζει την Κύπρο και την Ελλάδα μέσα από την ίδια οπτική γωνία. Και είναι πολύ σημαντικό τόσο για αυτόν τον λόγο όσο και για πολλούς άλλους, εμείς που βρισκόμαστε στην εξουσία σε Κύπρο και Ελλάδα, να έχουμε πλήρη ταύτιση όσον αφορά την προσέγγιση της Τουρκίας.
Το σλόγκαν της 2ης ευρωπαϊκής προεδρίας της Κύπρου είναι «αυτόνομη Ένωση, ανοιχτή στον κόσμο»…
Θεωρώ ότι τα γεγονότα που εξελίσσονται επιβεβαιώνουν την κυπριακή προεδρία, την ανάγκη να ως ΕΕ να προχωρήσουμε και να είμαστε στρατηγικά αυτόνομοι. Και όταν λέω «αυτόνομοι», δεν αναφέρομαι αποκλειστικά στον τομέα της άμυνας και της ασφάλειας, αλλά και στην ενέργεια και στα θέματα ανταγωνιστικότητας. Η ΕΕ ήταν για πολλά χρόνια απόλυτα εξαρτώμενη από τις ΗΠΑ στα θέματα άμυνας και ασφάλειας. Απόλυτα εξαρτώμενη από τη Ρωσία στην ενέργεια και από την Κίνα στις πρώτες ύλες. Όταν εξαρτάσαι από άλλες χώρες σε τρεις βασικούς τομείς, δεν μπορείς να είσαι αυτόνομος. Την ίδια στιγμή πληρώνουμε το κόστος από όλες τις κρίσεις που εξελίσσονται στην περιφέρειά μας. Υπάρχει ενεργειακή κρίση ακριβώς επειδή δεν έχουμε την ενεργειακή αυτονομία, και τις συνέπειες τις πληρώνουν οι ευρωπαίοι πολίτες. Άρα πρέπει να εργαστούμε για μια στρατηγικά αυτόνομη ΕΕ, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι λειτουργούμε ενάντια στον οποιοδήποτε. Αν είμαστε πιο αυτόνομοι ως ΕΕ, θα είμαστε και πιο επωφελείς για τους εταίρους μας. Πλέον, βλέπω να υπάρχει όντως η πολιτική βούληση, να προχωρήσουμε προς μια στρατηγικά αυτόνομη Ένωση. Δεν είναι κάτι που θα επιτευχθεί άμεσα, αλλά έχει αρχίσει μια συστηματική και ουσιαστική προσπάθεια προς αυτήν την κατεύθυνση. Για παράδειγμα, πέρσι, στο Άτυπο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο για θέματα άμυνας και ασφάλειας, λάβαμε για πρώτη φορά και υλοποιήσαμε αποφάσεις τις οποίες για δεκαετίες απλά συζητούσαμε σε επίπεδο Βρυξελλών. Με αφορμή την πρόσφατη κρίση στην Κύπρο, είδαμε την άμεση ανταπόκριση, πρωτίστως από την Ελλάδα, αλλά και από χώρες όπως η Γαλλία, με την οποία έχουμε μια στρατηγική συνεργασία, η Ιταλία, η Ολλανδία και η Ισπανία. Με αφορμή αυτήν την κρίση, είδαμε για πρώτη φορά την ευρωπαϊκή αλληλεγγύη στην πράξη κάτι που ανοίγει τον δρόμο και για την ενεργοποίηση του άρθρου 42.7 της Συνθήκης της ΕΕ (σημείωση: ενάντια στις εξωτερικές απειλές με την εισαγωγή ρήτρας αμοιβαίας άμυνας). Στο άτυπο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στην Κύπρο, στις 23-24 Απριλίου, θα συζητήσουμε για τον μηχανισμό που πρέπει να έχουμε, αν ενεργοποιηθεί το συγκεκριμένο άρθρο.
Το άρθρο 42.7 της Συνθήκης της ΕΕ έχει το ίδιο περιεχόμενο με το άρθρο 5 του ΝΑΤΟ;
Το ίδιο είναι στην ουσία. Στην περίπτωση της Κύπρου ενεργοποιήθηκε. Από τα κράτη που ζήτησα βοήθεια, ανταποκρίθηκαν όλα εκτός από ένα, το οποίο, όχι ότι δεν ήθελε, απλώς μου εξήγησε τα δεδομένα που υπήρχαν σε σχέση με την κατάσταση στην Ουκρανία. Για εμάς ήταν πάρα πολύ σημαντικό το γεγονός ότι είδαμε στην πράξη την ευρωπαϊκή αλληλεγγύη.
Πώς προχωράει η ηλεκτρική διασύνδεση με την Ελλάδα;
Η Κυπριακή Δημοκρατία, ένα νησί, είναι ενεργειακά απομονωμένη. Είμαστε υπέρ της ηλεκτρικής διασύνδεσης με την Ελλάδα. Είναι ένα έργο στρατηγικής σημασίας. Την περασμένη εβδομάδα, έπειτα από συμφωνία με τον έλληνα πρωθυπουργό, οι υπουργοί Ενέργειας των δύο χωρών απέστειλαν μία επιστολή στην πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, έπειτα κι από δική μου τηλεφωνική επικοινωνία, έτσι ώστε να έχουμε ενώπιόν μας όλα τα τεχνοοικονομικά δεδομένα. Γιατί πρόκειται για ένα έργο που επηρεάζει τον κύπριο και τον έλληνα καταναλωτή. Μπορούσε να προχωρήσει πιο γρήγορα. Αλλά είναι σημαντικό ότι επιτέλους συμφωνήσαμε να προχωρήσουμε, να έχουμε ενώπιόν μας μία συνολική εικόνα. Είναι ένα έργο, το κόστος του οποίου δεν το προσεγγίζουμε από την οικονομική πτυχή, αλλά πρωτίστως από τη στρατηγική πτυχή. Αλλά οφείλουμε, αν θέλουμε να είμαστε υπεύθυνοι να έχουμε ενώπιόν μας όλα τα δεδομένα, γιατί επηρεάζει τον καταναλωτή, ειδικότερα στην Κύπρο.

Η Κύπρος και η Θεσσαλονίκη
Πώς αισθάνεστε που ανακηρυχτήκατε επίτιμος δημότης Θεσσαλονίκης και ποια είναι η σημασία της πόλης όσον αφορά στην εμβάθυνση των ελληνοκυπριακών σχέσεων;
Είμαι ιδιαίτερα χαρούμενος. Η Θεσσαλονίκη είναι πρωτεύουσα της Μακεδονίας. Πρόκειται για μια πόλη και μια περιοχή με ιδιαίτερα στενούς ιστορικούς και πολιτισμικούς δεσμούς με την Κύπρο. Υπάρχει μια ισχυρή παροικία Κύπριων που ζουν κι εργάζονται στη Θεσσαλονίκη, υπήρξαν πολλοί Κύπριοι που αγωνίστηκαν στους Μακεδονικούς Αγώνες, αλλά και πολλοί Θεσσαλονικείς και Μακεδόνες που έδωσαν τη ζωή τους για την Κύπρο, για να είμαστε εμείς σήμερα ελεύθεροι και ανεξάρτητο κράτος. Βλέπουμε τους δεσμούς αυτούς συνεχώς να ενισχύονται. Βλέπω όμως και μια άλλη, ιστορική σύνδεση της Θεσσαλονίκης με την Κύπρο, που θα πρέπει να την αξιοποιήσουμε και στην παρούσα συγκυρία.
Δηλαδή;
Η Κύπρος ήταν το σημείο εισόδου από τη Μέση Ανατολή στην Ευρώπη. Ένα σημείο εισόδου που πολλές φορές λειτούργησε θετικά, πολλές φορές λειτούργησε αρνητικά. Η Θεσσαλονίκη είναι το σημείο εισόδου στα Βαλκάνια, μια περιοχή ιδιαίτερης γεωστρατηγικής σημασίας. Πρέπει να αξιοποιήσουμε αυτό το γεωγραφικό χαρακτηριστικό Κύπρου και Θεσσαλονίκης, έτσι ώστε να ενισχύσουμε ακόμα περισσότερο τους εμπορικούς μας δεσμούς. Είχα την ευκαιρία να συζητήσω και με κάποιους πολιτειακούς άρχοντες της πόλης για το ενδεχόμενο να δούμε πώς μπορούμε να το αξιοποιήσουμε. Υπάρχουν κάποιες συγκεκριμένες ιδέες, πάνω τις οποίες εργαζόμαστε, έτσι ώστε το επόμενο διάστημα να μετουσιωθούν σε συγκεκριμένες εξελίξεις…

«Παρά τις εξαιρετικές σχέσεις με το Ισραήλ αναγνωρίσαμε το κράτος της Παλαιστίνης»
Πρέπει να αναθεωρήσουμε τη στάση μας απέναντι στο Ισραήλ και τις πολιτικές που εφαρμόζει;
Μπορώ να μιλήσω για την Κυπριακή Δημοκρατία, που διατηρεί μια εξαιρετική στρατηγική σχέση με το Ισραήλ, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι συμφωνούμε σε όλα όσα πράττει. Η Κυπριακή Δημοκρατία είναι από τα λίγα κράτη-μέλη της ΕΕ που, παρά τις εξαιρετικές σχέσεις με το Ισραήλ, αναγνώρισε το κράτος της Παλαιστίνης. Είμαστε από τα κράτη της ΕΕ που έχουμε μια ξεκάθαρη τοποθέτηση, με την οποία το Ισραήλ σίγουρα δεν συμφωνεί, για την επίλυση του Παλαιστινιακού στη βάση της λύσης των δύο κρατών, ως προνοείται από τα σχετικά ψηφίσματα του ΟΗΕ. Άρα οι εξαιρετικές σχέσεις δεν μας αποτρέπουν να εκφράσουμε τις διαφωνίες ή τις διαφορετικές μας προσεγγίσεις. Αυτό είναι σημαντικό και πρέπει να συνεχίσουμε να το πράττουμε. Την ίδια στιγμή, μεταφέροντας τις συζητήσεις που έχουμε στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, πρέπει να είμαστε σε επαφή με το Ισραήλ. Γιατί είναι σημαντικό η ηγεσία του Ισραήλ, να ακούει από χώρες που θεωρεί φιλικές, ποια δεδομένα δημιουργούνται με αφορμή την παρατεταμένη κρίση ανάμεσα στο Ιράν και στο Ισραήλ. Όπως συνέβη στην περίπτωση της Γάζας όπου, ακριβώς λόγω των εξαιρετικών σχέσεων με το Ισραήλ, όταν όλη η διεθνής κοινότητα πολύ δικαιολογημένα μιλούσε για την ανθρωπιστική κρίση στη Γάζα, εμείς προτείναμε ένα ανθρωπιστικό διάδρομο από την Κύπρο στη Γάζα. Το Ισραήλ, λόγω των εξαιρετικών σχέσεων, επέτρεψε την άρση του ναυτικού αποκλεισμού της Γάζας έπειτα από 17 χρόνια. Είμαστε ένα μικρό κράτος, δεν είμαστε οι ΗΠΑ ή η Κίνα. Δεν ασκούμε εξωτερική πολιτική μηδενικού αθροίσματος, δηλαδή είτε όλα είτε τίποτα.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θεσσαλονίκη»