Εκ διαμέτρου αντίθετες θέσεις ανέπτυξαν η κυβερνητική πλειοψηφία και τα κόμματα της Αντιπολίτευσης κατά τη συζήτηση στην Ολομέλεια της Βουλής για το νομοσχέδιο του Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών με τίτλο «Νέο Εθνικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης, μεταφορά του ΟΠΕΚΕΠΕ στην ΑΑΔΕ και λοιπές διατάξεις».
Στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης βρέθηκαν τόσο οι θεσμικές αλλαγές στη διαχείριση των αγροτικών ενισχύσεων όσο και το νέο αναπτυξιακό πλαίσιο της περιόδου 2026-2030, αλλά και οι τροπολογίες για τα δάνεια σε ελβετικό φράγκο.
Η εισηγήτρια της πλειοψηφίας, Ασημίνα Σκόνδρα, υποστήριξε ότι το νομοσχέδιο εντάσσεται σε μια συνολική μεταρρυθμιστική στρατηγική της κυβέρνησης της Νέα Δημοκρατία, η οποία, όπως ανέφερε, «συγκρούεται με χρόνιες παθογένειες». Χαρακτήρισε το νέο Εθνικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης θεσμική τομή, τονίζοντας ότι εισάγει σαφή στοχοθεσία, μηχανισμούς λογοδοσίας και μεγαλύτερη διαφάνεια στις δημόσιες επενδύσεις. Σύμφωνα με την ίδια, το νέο πρόγραμμα συγκεντρώνει όλες τις αναπτυξιακές παρεμβάσεις σε ένα ενιαίο, πολυετές πλαίσιο, με προϋπολογισμό που, μαζί με υπερδεσμεύσεις και αποπληρωμές προηγούμενων έργων, φτάνει τα 22,4 δισ. ευρώ.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στις διατάξεις για την ενσωμάτωση του ΟΠΕΚΕΠΕ στην ΑΑΔΕ, υποστηρίζοντας ότι η αλλαγή αυτή θα διασφαλίσει αξιόπιστες, δίκαιες και ταχύτερες πληρωμές αγροτικών ενισχύσεων και θα συμβάλει στην αποκατάσταση της αξιοπιστίας της χώρας έναντι της Ευρωπαϊκή Ένωση. Στο ίδιο πλαίσιο, παρουσίασε τη ρύθμιση για τα δάνεια σε ελβετικό φράγκο ως μια προσπάθεια να δοθούν επιλογές στους δανειολήπτες ώστε να μπει τέλος σε ένα χρόνιο οικονομικό βάρος.
Από την πλευρά της Αντιπολίτευσης, ο Γιώργος Νικητιάδης από το ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ, εξέφρασε κάθετη αντίθεση στη μεταφορά του ΟΠΕΚΕΠΕ στην ΑΑΔΕ, χαρακτηρίζοντάς την «ομολογία αποτυχίας» στη διαχείριση του Οργανισμού. Υποστήριξε ότι η κυβέρνηση γνώριζε τα προβλήματα αλλά δεν τα αντιμετώπισε έγκαιρα, ενώ κατηγόρησε το κυβερνητικό επιτελείο για έλλειψη διαβούλευσης και συγκεντρωτική λογική στη διαχείριση των αναπτυξιακών πόρων. Για τη ρύθμιση των δανείων σε ελβετικό φράγκο, μίλησε για διάταξη που ευνοεί τις τράπεζες και τα funds, χωρίς να αποκαθιστά την ισονομία.
Την καταψήφιση του νομοσχεδίου δήλωσε και ο ειδικός αγορητής του ΣΥΡΙΖΑ, Βασίλης Κόκκαλης, ο οποίος συνέδεσε τη συζήτηση με τις τρέχουσες αγροτικές κινητοποιήσεις. Κατηγόρησε την κυβέρνηση για μείωση των διαθέσιμων πόρων προς τον πρωτογενή τομέα και για έλλειψη εθνικής στρατηγικής, ενώ χαρακτήρισε επικοινωνιακή τη μεταφορά του ΟΠΕΚΕΠΕ στην ΑΑΔΕ, προειδοποιώντας για κινδύνους νέων καταλογισμών από την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Αντίστοιχα, η ειδική αγορήτρια του ΚΚΕ, Διαμάντω Μανωλάκου, έκανε λόγο για «θηλιά στο λαιμό των αγροτών», υποστηρίζοντας ότι το νομοσχέδιο συνεχίζει ένα αποτυχημένο μοντέλο αγροτικής πολιτικής και εξυπηρετεί κυρίως επιχειρηματικά συμφέροντα. Κριτική άσκησαν επίσης η Ελληνική Λύση, η Νέα Αριστερά, η Νίκη και η Πλεύση Ελευθερίας, με κοινό παρονομαστή τις επιφυλάξεις για τη θεσμική συμβατότητα της υπαγωγής του ΟΠΕΚΕΠΕ στην ΑΑΔΕ και την απουσία επαρκούς τεκμηρίωσης.
Η συζήτηση ανέδειξε ένα έντονα πολωμένο πολιτικό σκηνικό, με την κυβέρνηση να υπερασπίζεται το νομοσχέδιο ως αναγκαία μεταρρύθμιση και την Αντιπολίτευση να το αντιμετωπίζει ως επιλογή υψηλού ρίσκου για τον πρωτογενή τομέα, τη διαχείριση των δημόσιων πόρων και την κοινωνική δικαιοσύνη. Η τελική έκβαση της ψηφοφορίας αναμένεται να αποτυπώσει με σαφήνεια αυτή τη βαθιά πολιτική διαίρεση.
Με πληροφορίες από ΑΠΕ/ΜΠΕ