Οι συνεχείς γεωπολιτικές εξελίξεις και οι συνεπαγόμενες επισιτιστικές επιπτώσεις τους, έρχονται για να επιβεβαιώσουν την κρισιμότητα του αγροδιατροφικού τομέα, σε έναν κόσμο που μετασχηματίζεται ραγδαία και, συχνά, με απρόβλεπτους τρόπους. Σύμφωνα με μελέτες το 2050, ο τομέας θα πρέπει να τρέφει 40% περισσότερους ανθρώπους και να έχει αυξήσει την παραγωγή τροφίμων κατά 70%, ενώ η καλλιεργήσιμη γη θα έχει αυξηθεί κατά μόλις 10%. Μέχρι τότε, εκτιμάται πως το 68% του παγκόσμιου πληθυσμού θα κατοικεί σε αστικές περιοχές, ενώ εκτιμάται ότι το 12% θα υποσιτίζεται.
Και όλα αυτά την ώρα που η Ελλάδα αποτελεί τον ουραγό αναφορικά με την παραγωγικότητα της εργασίας στον αγροτικό τομέα. Σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat που αφορούν το 2025, ενώ κατά μέσο όρο στην Ευρώπη η παραγωγικότητα στον αγροτικό τομέα αυξήθηκε κατά 9,2% το 2025 σε σύγκριση με το 2024, στην Ελλάδα υποχώρησε κατά -8,8%. Πρόκειται για την τρίτη χειρότερη επίδοση στην ΕΕ, μετά την Κροατία και την Πορτογαλία. Οι μεγαλύτερες αυξήσεις καταγράφηκαν στο Λουξεμβούργο (+40,1%), την Πολωνία (+33,4 %) και την Εσθονία (+30,9 %).
Η περίπτωση της χώρας μας
Η κατρακύλα στην παραγωγικότητα της χώρας μας δεν σημαίνει φυσικά ότι οι αγρότες δεν δουλεύουν ή δεν παράγουν αρκετά, αλλά ότι η εργασία τους δεν αποδίδει όσο θα άξιζε και θα μπορούσε. Στην πραγματικότητα, τα στοιχεία της Εurostat επιβεβαιώνουν τα επιχειρήματα των αγροτών, ότι ο πρωτογενής τομέας στην Ελλάδα δεν τυγχάνει της στήριξης που θα έπρεπε. Η εκτόξευση του κόστους παραγωγής, ενίοτε πάνω από τις τιμές παραγωγού, οδηγεί τους αγρότες σε κρίση επιβίωσης, υπερχρέωση, ενώ οι νέοι εγκαταλείπουν μαζικά το επάγγελμα.
Παράλληλα, η χαμηλή παραγωγικότητα αποδίδεται, μεταξύ άλλων, στην ανεπαρκή επένδυση σε έρευνα και καινοτομία, στη δυσκολία υιοθέτησης νέων τεχνολογιών λόγω κόστους και στην έλλειψη εκπαίδευσης και υποστήριξης. Επιπλέον, οι κλιματικές προκλήσεις και τα ακραία καιρικά φαινόμενα επιδεινώνουν την κατάσταση, ενώ οι αποσπασματικές πολιτικές χωρίς συντονισμό μεταξύ τεχνολογίας, εκπαίδευσης και χρηματοδότησης οδηγούν σε απώλεια πόρων.
Κι όμως, ενώ η απαξίωση βαθαίνει, ο αγροδιατροφικός τομέας στην Ελλάδα παρουσιάζει εξαιρετικές δυνατότητες, διατηρώντας εξέχουσα θέση στην ελληνική οικονομία. Συγκεκριμένα, όπως κατέγραψε η νέα έκθεση της Εurostat για την ευρωπαϊκή αλυσίδα τροφίμων, το 2024 η προστιθέμενη αξία του αγροτικού κλάδου στην Ελλάδα αντιστοιχούσε στο 3,2% του ΑΕΠ, ένα από τα υψηλότερα ποσοστά στην ΕΕ, υπερδιπλάσιο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο του 1,2%.

Πως θα μπορούσαν να συμβάλουν τεχνολογικές λύσεις και σύγχρονες πρακτικές
Στο πεδίο της παραγωγής, η υιοθέτηση τεχνολογιών έξυπνης γεωργίας, όπως τρακτέρ με GPS, αισθητήρες, drones και συστήματα ακριβείας, συμβάλλει στην αύξηση της απόδοσης και στη μείωση των εισροών.
Στη μεταποίηση, διανομή και λιανικό εμπόριο, η αυτοματοποίηση γραμμών παραγωγής, η ψηφιοποίηση της εφοδιαστικής αλυσίδας και οι βελτιώσεις στην ψυκτική αλυσίδα μειώνουν το κόστος και τις απώλειες. Επιπλέον, οι κοινές προμήθειες και οι συνέργειες στη χρήση εξοπλισμού ενισχύουν την αποτελεσματικότητα του οικοσυστήματος αγροδιατροφής.
Η πρόσβαση σε καινοτόμες τεχνολογίες και η συνεχής εκπαίδευση, η αντιμετώπιση της κλιματικής αβεβαιότητας, η μείωση της γραφειοκρατίας και η ενίσχυση συνεργασιών αποτελούν στρατηγικές προτεραιότητες. Ενδεικτικά, σύμφωνα με καλούς γνώστες του χώρου, προτείνονται η δημιουργία αγροτικών demo farms, η εφαρμογή συστημάτων παρακολούθησης μικροκλίματος, η ίδρυση τοπικών γραφείων υποστήριξης για επιδοτήσεις και η ανάπτυξη clusters παραγωγών.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θεσσαλονίκη»