Η 19η Μαΐου έχει ψηφιστεί ήδη από το 1994 ομόφωνα από τη Βουλή και έκτοτε καθιερώθηκε ως Ημέρα Μνήμης της Γενοκτονίας του Ελληνισμού του Πόντου. Το ίδιο ισχύει και για τη 14η Σεπτεμβρίου (επίσης ψηφίστηκε ομόφωνα από τη Βουλή), που καθιερώθηκε ως Ημέρα Μνήμης της Γενοκτονίας του Ελληνισμού της Μικράς Ασίας.
Τα ψηφίσματα και η καθιέρωση των δυο αυτών Ημερών Μνήμης στην Ελλάδα, αποτελούν, ωστόσο, ένα μέρος του χρέους της Ελληνικής Πολιτείας απέναντι στη μνήμη των ενός εκατομμυρίου Ελλήνων που έχασαν τη ζωή τους από τις θηριωδίες των Νεότουρκων του Κεμάλ Ατατούρκ, και των περίπου 1,5 εκατομμυρίου που αναγκάστηκαν να ξεριζωθούν από τις πατρογονικές εστίες τους. Το υπόλοιπο του χρέους απέναντι στους αμέτρητους αδικοχαμένους και τους πρόσφυγες, μπορεί να ξεπληρωθεί – κι αυτό εν μέρει- μόνο με την ανάληψη πρωτοβουλιών εκ μέρους της Πολιτείας για τη διεθνοποίηση του θέματος και την αναγνώριση των γενοκτονιών από κοινοβούλια και κυβερνήσεις ξένων χωρών.
Η διεθνοποίηση των δυο αυτών γενοκτονιών συνιστά επιτακτική ανάγκη, όχι μόνο για τη δικαίωση των νεκρών, αλλά κι απέναντι και σε όλες τις επόμενες γενιές Ελλήνων. Και αυτό γιατί, όπως είχε χαρακτηριστικά αναφέρει σε επιστολή του (της 7ης Μαΐου 2018) προς τον τότε πρωθυπουργό Αλέξη Τσίπρα ο πρώην βουλευτής Β’ Θεσσαλονίκης Σάββας Αναστασιάδης, «μέσα από μια εθνική στρατηγική προώθησης της αναγνώρισης της γενοκτονίας διεθνώς, μπορούμε να ενισχύσουμε όχι μόνο την εθνική άμυνα και ασφάλεια της Κύπρου και της Ελλάδας, αλλά να διασφαλίσουμε και τη βιωσιμότητά τους ως κρατών και ως εθνικών σχηματισμών».
Η επεκτατική στρατηγική της Τουρκίας του Ερντογάν απέναντι στην Ελλάδα και στην Κύπρο δεν είναι τυχαία. Αντιθέτως, σχετίζεται άμεσα και με το γεγονός ότι η Άγκυρα αισθάνεται «δικαιωμένη» από την έλλειψη διεθνούς αναγνώρισης των γενοκτονιών που διέπραξε. Ακριβώς αυτή η έλλειψη διεθνούς αναγνώρισης, που απορρέει σε μεγάλο βαθμό από την έλλειψη εθνικής στρατηγικής της Αθήνας για το μείζον αυτό ζήτημα -αλλά και από τις απαράδεκτες εγχώριες «φωνές» οι οποίες αμφισβητούν ανοιχτά τη γενοκτονία- ανοίγει στην Τουρκία διάπλατα την πόρτα για νέες και όλο και πιο μεγάλες απαράδεκτες διεκδικήσεις σε βάρος της Ελλάδας και της Κύπρου.
Η Αγία Σοφία
Η διστακτικότητα της Αθήνας απέναντι στην Τουρκία φάνηκε και κατά την απόφαση του του Ερντογάν να μετατρέψει εκ νέου σε μουσουλμανικό τέμενος την Αγία Σοφία της Κωνσταντινούπολης, τον Ιούλιο 2020, έπειτα από δεκαετίες κατά τις οποίες λειτουργούσε ως μουσείο. Πέρα από την αρχική καταδίκη της απαράδεκτης αυτής ενέργειας, δεν υπήρξε η αναμενόμενη συνεχής πίεση προς ΕΕ, ΟΗΕ, UNESCO και γενικά προς διεθνείς οργανισμούς και προς το σύνολο της διεθνούς κοινότητας, να προχωρήσει σε κυρώσεις σε βάρος της Άγκυρας.
Η διεθνοποίηση των τουρκικών εγκλημάτων αποτελεί μονόδρομο για την Αθήνα. Μόνο στην περίπτωση που αρχίσει ένας κύκλος αναγνώρισής τους από τα κοινοβούλια ξένων χωρών μπορεί να μετατραπεί η Τουρκία από μια χώρα που διεκδικεί και επιτίθεται σε μια χώρα που θα είναι αναγκασμένη να απολογείται και να αμύνεται!
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θεσσαλονίκη»