Τη δημοσιοποίηση τουλάχιστον 8.000 νέων εγγράφων που συνδέονται με την έρευνα για τον Τζέφρι Επστιν ανακοίνωσε το Υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ, σε μια εξέλιξη που αναζωπυρώνει την πολιτική και θεσμική αντιπαράθεση γύρω από τον χειρισμό του φακέλου ενός από τα πιο πολύκροτα σκάνδαλα των τελευταίων δεκαετιών. Η κίνηση αυτή έρχεται εν μέσω έντονης κριτικής από Δημοκρατικούς και θύματα του Επστιν, οι οποίοι καταγγέλλουν καθυστερήσεις, παρακράτηση πληροφοριών και υπερβολική λογοκρισία κρίσιμων στοιχείων.
Τα νέα έγγραφα περιλαμβάνουν χιλιάδες αρχεία, ανάμεσά τους βίντεο, ηχητικά ντοκουμέντα και φωτογραφίες από κάμερες παρακολούθησης του κελιού όπου κρατούνταν ο Επστιν τον Αύγουστο του 2019, λίγο πριν βρεθεί νεκρός. Ο θάνατός του είχε αποδοθεί επίσημα σε αυτοκτονία, ωστόσο παραμένει αντικείμενο αμφισβήτησης για μερίδα της κοινής γνώμης. Το υπουργείο ανήρτησε περίπου 11.000 συνδέσμους με υλικό, αν και αρκετοί από αυτούς, σύμφωνα με αναφορές, δεν οδηγούν σε προσβάσιμα έγγραφα.
Η δημοσιοποίηση δεν καλύπτει το σύνολο του φακέλου, παρότι το υπουργείο είχε νομική υποχρέωση να το πράξει έως την Παρασκευή 19 Δεκεμβρίου. Το Υπουργείο Δικαιοσύνης υποστήριξε ότι απαιτείται επιπλέον χρόνος, ώστε να αφαιρεθούν ή να καλυφθούν στοιχεία που θα μπορούσαν να αποκαλύψουν την ταυτότητα θυμάτων μέσα από φωτογραφίες, βίντεο και κείμενα. Η εξήγηση αυτή δεν έπεισε ούτε τα θύματα ούτε τους Δημοκρατικούς στο Κογκρέσο, που μιλούν για συστηματική καθυστέρηση και επιλεκτική διαφάνεια.
Σε κοινή ανακοίνωσή τους, δεκαπέντε θύματα του Επστιν κατήγγειλαν ότι δημοσιοποιήθηκε μόνο μέρος των εγγράφων και έκαναν λόγο για «αφύσικη και ακραία» λογοκρισία χωρίς επαρκή αιτιολόγηση. Παράλληλα, κατηγόρησαν το υπουργείο ότι σε ορισμένες περιπτώσεις άφησε ορατές τις ταυτότητες θυμάτων, προκαλώντας, όπως ανέφεραν, «άμεσες και πραγματικές συνέπειες» στις ζωές τους.
Οι Δημοκρατικοί βλέπουν πίσω από την καθυστέρηση πολιτικούς υπολογισμούς. Υποστηρίζουν ότι στόχος είναι η αποφυγή δημοσιοποίησης πληροφοριών που θα μπορούσαν να αποδειχθούν επιβαρυντικές για τον Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος εμφανίζεται σε φωτογραφίες και αναφορές να έχει κοινωνικές σχέσεις με τον Επστιν. Ο επικεφαλής των Δημοκρατικών στη Γερουσία, Τσακ Σούμερ, κατηγόρησε ανοιχτά το Υπουργείο Δικαιοσύνης για «απόπειρα απόκρυψης» και κατέθεσε πρόταση νόμου για την ενίσχυση της πίεσης προς την κυβέρνηση, υποστηρίζοντας ότι παραβιάζεται ο νόμος που επιβάλλει πλήρη δημοσιοποίηση.
Στο ίδιο μήκος κύματος, ο Δημοκρατικός βουλευτής Ρο Χάνα, συντάκτης του νόμου που υποχρεώνει το υπουργείο να δώσει στη δημοσιότητα τα μη απόρρητα έγγραφα της υπόθεσης, δήλωσε ότι το κράτος δεν πρέπει να «προστατεύει τους πλούσιους και ισχυρούς» και ζήτησε τη δημοσιοποίηση συγκεκριμένων τμημάτων του φακέλου. Υπενθυμίζεται ότι ο Επστιν, ισχυρός χρηματιστής με εκτεταμένο δίκτυο κοινωνικών και πολιτικών επαφών, πέθανε το 2019 πριν δικαστεί για σεξουαλική κακοποίηση ανηλίκων.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον προκάλεσαν emails που δόθηκαν στη δημοσιότητα. Σε ένα από αυτά, με ημερομηνία 7 Ιανουαρίου 2020, εισαγγελέας της Νέας Υόρκης αναφέρει ότι αρχεία πτήσεων δείχνουν πως ο Τραμπ είχε ταξιδέψει με το ιδιωτικό αεροσκάφος του Επστιν οκτώ φορές τη δεκαετία του ’90, περισσότερες απ’ όσες γνώριζαν έως τότε οι ερευνητές. Σε τουλάχιστον τέσσερις από αυτές τις πτήσεις φέρεται να επέβαινε και η Γκίλεν Μάξγουελ, η οποία έχει καταδικαστεί σε 20ετή κάθειρξη για τον ρόλο της στην κακοποίηση ανηλίκων. Σε άλλη πτήση, σύμφωνα με το έγγραφο, μοναδικοί επιβάτες ήταν ο Επστιν, ο Τραμπ και μια 20χρονη γυναίκα, το όνομα της οποίας έχει αφαιρεθεί.
Σε ξεχωριστό email του 2021 γίνεται αναφορά σε φωτογραφία του Τραμπ με τη Μάξγουελ, η οποία φέρεται να εντοπίστηκε σε υλικό από το κινητό του Στιβ Μπάνον, χωρίς ωστόσο να δοθεί στη δημοσιότητα. Ο Λευκός Οίκος δεν σχολίασε άμεσα τις συγκεκριμένες αναφορές.
Το Υπουργείο Δικαιοσύνης, σε ανάρτησή του στο Χ, υποστήριξε ότι ορισμένα έγγραφα περιέχουν «αναληθείς και ψευδείς ισχυρισμούς» που υποβλήθηκαν λίγο πριν τις εκλογές του 2020, τονίζοντας ότι, αν είχαν βάση, θα είχαν ήδη αξιοποιηθεί νομικά. Παράλληλα, υπογράμμισε ότι η δημοσιοποίηση γίνεται με τις «νομικά απαιτούμενες προφυλάξεις» για την προστασία των θυμάτων.
Ο ίδιος ο Τραμπ, μιλώντας από το Μαρ-α-Λάγκο, εξέφρασε ανησυχία για τις επιπτώσεις που μπορεί να έχει η δημοσίευση του φακέλου στην εικόνα ανθρώπων που, όπως είπε, μπορεί να είχαν απλώς κοινωνικές επαφές με τον Επστιν. «Όλοι ήταν φιλικοί μ’ αυτόν τον τύπο», δήλωσε, αναφέροντας μεταξύ άλλων και τον Μπιλ Κλίντον. Παράλληλα, επανέλαβε ότι διέκοψε τις σχέσεις του με τον Επστιν πριν αποκαλυφθεί η εγκληματική του δράση.
Η υπόθεση παραμένει ανοιχτή τόσο σε πολιτικό όσο και σε κοινωνικό επίπεδο, με τη συζήτηση να μετατοπίζεται πλέον όχι μόνο στο περιεχόμενο των εγγράφων, αλλά και στον τρόπο με τον οποίο το κράτος διαχειρίζεται τη διαφάνεια, την προστασία των θυμάτων και τη λογοδοσία των ισχυρών.
Με πληροφορίες από ΑΠΕ/ΜΠΕ