Συνέντευξη στη Σούζη Στεφανίδη
Γεννημένος και μεγαλωμένος στη Θεσσαλονίκη, με τις πρώτες του μουσικές μνήμες να έρχονται από το ραδιόφωνο του σπιτιού και τη φωνή της μητέρας του στις αυλές της Νεάπολης, ο Αντύπας ανήκει στους καλλιτέχνες που κουβάλησαν το λαϊκό τραγούδι ως βιωμένη εμπειρία. Δεν το αντιμετώπισε ποτέ ως μόδα ή ως επάγγελμα που σχεδιάστηκε εκ των προτέρων. Από το ποδόσφαιρο και μια αυθόρμητη στιγμή σε μια γιορτή μέχρι το Φεστιβάλ Τραγουδιού Θεσσαλονίκης και τις καθοριστικές συνεργασίες που ακολούθησαν, η διαδρομή του χτίστηκε βήμα -βήμα, με δουλειά και επιμονή.
Σαράντα τέσσερα χρόνια μετά την πρώτη του εμφάνιση μιλά για τις ρίζες του, για τη σχέση του με τη Θεσσαλονίκη που εξακολουθεί να θεωρεί σπίτι του, για το κοινό που του έχει προσφέρει πολλή αγάπη, για τις συνεργασίες που τον διαμόρφωσαν και για τη σημασία της οικογένειας στη ζωή του. Χωρίς διάθεση απολογισμού, καταθέτει τη δική του άποψη για το λαϊκό τραγούδι, τη νέα γενιά και τη σκηνή του σήμερα, επιμένοντας πως το τραγούδι εξακολουθεί να κρίνεται στο βλέμμα και την αλήθεια.
Ποιες είναι οι πρώτες σας παιδικές μουσικές μνήμες;
Οι πρώτες μου μουσικές μνήμες είναι δεμένες με το σπίτι και τη γειτονιά. Θυμάμαι το ραδιόφωνο στο πατρικό να παίζει ασταμάτητα Καζαντζίδη, Μπιθικώτση, Τσιτσάνη. Αυτές ήταν οι φωνές που γέμιζαν το σπίτι και τη ζωή μας. Αργότερα ήρθαν ο Πάριος, ο Βοσκόπουλος, η Αλεξίου, η Γαλάνη. Όμως η πιο δυνατή εικόνα ήταν όταν έκλεινε το ραδιόφωνο και η μάνα μου τραγουδούσε μικρασιάτικα, γείτονες έβγαιναν στις αυλές, στη Νεάπολη Θεσσαλονίκης και στήνονταν αυθόρμητες γιορτές. Εκεί, μέσα σε εκείνες τις στιγμές μπήκε το τραγούδι στην ψυχή μου.
Πότε καταλάβατε ότι η μουσική θα γίνει επάγγελμα για εσάς;
Δεν ήταν κάτι που το είχα αποφασίσει από μικρός. Η ζωή με πήγε αλλού πρώτα. Έπαιζα ποδόσφαιρο στον Άρη και η καθημερινότητά μου ήταν συνδεδεμένη με το γήπεδο. Σε μια γιορτή, σχεδόν αυθόρμητα, άρχισα να τραγουδάω επειδή με παρότρυναν οι συμπαίκτες μου. Δεν το είδα τότε ως κάτι σοβαρό. Όμως εκείνο το βράδυ ένιωσα ότι κάτι άλλαξε. Ήταν σαν να άνοιξε ένας δρόμος μπροστά μου, χωρίς να το έχω σχεδιάσει. Από εκεί ξεκίνησαν όλα, φυσικά, χωρίς βιασύνη αλλά με αλήθεια.
Συμμετείχατε και κατακτήσατε την τρίτη θέση στο Φεστιβάλ Τραγουδιού Θεσσαλονίκης το 1981. Πώς ήταν αυτή η εμπειρία;
Το Φεστιβάλ Τραγουδιού Θεσσαλονίκης ήταν μια πολύ σημαντική εμπειρία για μένα. Με το «Φύσαγε θεέ μου ένας βοριάς» πήρα την τρίτη θέση και κυρίως πήρα θάρρος. Δεν ήταν ότι άνοιξαν ξαφνικά οι πόρτες διάπλατα. Η πορεία δεν ήταν καθόλου εύκολη. Όμως εκεί πίστεψα λίγο παραπάνω ότι μπορώ να συνεχίσω. Μου έδωσε δύναμη να δουλέψω πιο σοβαρά, να επιμείνω και να μη φοβηθώ τις δυσκολίες που ήρθαν μετά.

Υπάρχει κάποια στιγμή ή εμπειρία που θεωρείτε σταθμό στην καλλιτεχνική σας πορεία;
Υπήρξαν αρκετοί σταθμοί. Σίγουρα η συνάντησή μου με τον Αχιλλέα Θεοφίλου και τον Μάκη Μάτσα το 1984 ήταν καθοριστική. Από εκεί και πέρα, σταθμοί ήταν οι άνθρωποι που βρέθηκαν δίπλα μου: Ο Τάκης Μουσαφίρης, ο Βασίλης Παπαδόπουλος, ο Τάκης Κωλλέτης, ο Γιάννης Παπαϊωάννου, ο Χρήστος Κολοκοτρώνης. Στιχουργοί που πίστεψαν σε μένα και έγραψαν υπέροχα τραγούδια πάνω σε δικές μου συνθέσεις. Αυτές οι συναντήσεις δεν ήταν απλές συνεργασίες αλλά κομμάτια ζωής.
Τι είναι για εσάς η Θεσσαλονίκη;
Η Θεσσαλονίκη είναι η μάνα μου. Είναι η καρδιά μου. Είναι τα βιώματά μου, τα πιο αθώα χρόνια μου, οι πρώτες αγάπες, οι φίλοι, οι μυρωδιές της πόλης. Είναι ό,τι καλό κουβαλάω μέσα μου. Όταν έρχομαι εδώ, νιώθω πως ξαναγίνομαι παιδί. Σε κάθε δρόμο που περπάτησα, Αριστοτέλους, Τσιμισκή, Εγνατία, οι άνθρωποι μου ανοίγουν την αγκαλιά τους. Με έχει επηρεάσει βαθιά και το κάνει ακόμα.
Πώς επιλέγετε τα τραγούδια που θα ερμηνεύσετε;
Θέλω πρώτα απ’ όλα να μπορώ να δω εικόνα μέσα από τους στίχους. Να αφορά εσένα που το ακούς αλλά και εμένα που το τραγουδάω. Θέλω όταν ανεβαίνω στη σκηνή να τραγουδάμε μαζί, να γινόμαστε ένα. Αν δεν μπορώ να το νιώσω, αν δεν με ακουμπάει, δεν μπορώ να το πω αληθινά.
Υπάρχει κάποιο τραγούδι που νιώθετε ότι αντιπροσωπεύει περισσότερο την ψυχή σας;
Είναι αρκετά. Το «Σημάδι», το «Άθελά μου», το «Άραγε», το «Ώρες-ώρες», το «Αίμα μου». Δεν μπορώ να ξεχωρίσω μόνο ένα. Το καθένα κουβαλάει στιγμές, συναισθήματα και κομμάτια της διαδρομής μου.
Πώς εξελίχθηκε ο τρόπος που γράφετε ή διαλέγετε στίχους με τα χρόνια;
Με τα χρόνια γίνεται πιο δύσκολο. Πολλές φορές νιώθω ότι διαβάζω τον ίδιο στίχο με διαφορετικά ονόματα. Έχουν αλλάξει οι εποχές, έχει αλλάξει η δισκογραφία. Παρ’ όλα αυτά πάντα θα υπάρχουν όμορφα τραγούδια. Ξεχωρίζω αρκετά από νεότερους καλλιτέχνες και αυτό με κάνει αισιόδοξο για το μέλλον.
Ποια ήταν η πιο δύσκολη στιγμή της καριέρας σας και πώς την αντιμετωπίσατε;
Η πιο δύσκολη στιγμή ήταν όταν έφυγε ξαφνικά από τη ζωή η μητέρα μου. Εκείνες τις ημέρες έπρεπε να κάνω εγκαίνια στη Θεσσαλονίκη και δεν μπορούσα. Απλώς δεν γινόταν. Τα αναβάλαμε για δέκα μέρες. Υπάρχουν στιγμές που καταλαβαίνεις ότι η ζωή είναι πάνω απ’ όλα.
Πώς διαχειρίζεστε την πίεση όταν πρέπει να παρουσιάσετε νέα τραγούδια;
Πάντα υπάρχει άγχος. Μέχρι να δω το βλέμμα του κόσμου από κάτω. Εκεί καταλαβαίνω πολλά. Συχνά ξέρω από την αρχή πώς θα πάει ένα τραγούδι. Λίγες φορές έχω πέσει έξω αλλά αυτό είναι μέσα στο παιχνίδι.
Ποιος καλλιτέχνης που έχετε συνεργαστεί σας σημάδεψε ιδιαίτερα;
Η συνεργασία μου με τη Τζένη Βάνου, τον Γαβαλή, τον Στράτο Διονυσίου, τη Ρίτα Σακελλαρίου, ήταν σχολείο. Από αυτούς έμαθα πολλά, όχι μόνο στο τραγούδι αλλά και στη στάση ζωής.
Πώς ήταν η εμπειρία συνεργασίας με νεότερους καλλιτέχνες;
Οι συνεργασίες μου με νεότερους καλλιτέχνες ήταν όλες πολύ θετικές. Υπήρχε σεβασμός, αγάπη, πραγματική ανθρώπινη επαφή. Πίσω στα καμαρίνια δεν ήμασταν απλώς συνάδελφοι, ήμασταν άνθρωποι που μοιραζόμασταν στιγμές. Γέλιο, κουβέντα, στήριξη ο ένας στον άλλον. Ξέρετε, όλα ξεκινούν από εκεί πίσω. Τα καμαρίνια είναι το σπίτι μας.

Υπάρχει κάποιος καλλιτέχνης που θα θέλατε να συνεργαστείτε στο μέλλον;
Υπάρχουν αξιόλογοι νεότεροι καλλιτέχνες σήμερα και σίγουρα θα είχε ενδιαφέρον να βρεθούμε κάποια στιγμή μαζί. Αν υπάρξει η σωστή στιγμή και η σωστή χημεία, γιατί όχι;
Πού οφείλεται η μεγάλη και διαχρονική καριέρα που έχετε κάνει;
Οφείλεται πρώτα απ’ όλα στην πολλή δουλειά. Τίποτα δεν γίνεται χωρίς κόπο. Και φυσικά στον κόσμο. Ο κόσμος εκτίμησε την αλήθεια μου, την καθαρότητά μου και τη μεγάλη αγάπη που έχω γι’ αυτό που κάνω. Δεν προσπάθησα ποτέ να είμαι κάτι άλλο απ’ αυτό που είμαι. Και γι’ αυτό με συντροφεύουν τόσα χρόνια. Τους ευχαριστώ από καρδιάς.
Τι σημαίνει για εσάς το κοινό στη Θεσσαλονίκη, ειδικά τώρα που επιστρέφετε στη σκηνή;
Το κοινό της Θεσσαλονίκης είναι το πιο απαιτητικό απ’ όλα. Εδώ δεν χαρίζεται τίποτα. Σε αγαπούν, σε αποδέχονται και σε χειροκροτούν από καρδιάς ή απλώς πας σπίτι σου. Προσωπικά, νιώθω μεγάλη ευγνωμοσύνη για την αγάπη που μου δείχνουν κάθε φορά. Αυτό που ζω φέτος στον «Σκορπιό» είναι κάτι μοναδικό. Είναι μια σχέση βαθιά, ειλικρινής, που δεν χρειάζεται πολλά λόγια.
Ποια είναι η αγαπημένη σας ανάμνηση από live στη Θεσσαλονίκη;
Τι να πρωτοθυμηθώ… Σαράντα τέσσερα χρόνια είναι αυτά. Μπορώ όμως να πω με σιγουριά ότι θυμάμαι μόνο μεγάλες χαρές. Στιγμές γεμάτες κόσμο, τραγούδι, συγκίνηση. Η Θεσσαλονίκη πάντα μου έδινε αγάπη και αυτό δεν το ξεχνώ ποτέ.
Πώς αλλάζει η ενέργεια όταν τραγουδάτε για διαφορετικές ηλικίες και γενιές;
Οι νέοι άνθρωποι έχουν άλλη ενέργεια. Είναι πιο εκρηκτικοί, πιο άμεσοι και αυτή την ενέργεια στη μεταδίδουν. Κι εγώ με τη σειρά μου τους τη δίνω πίσω. Είναι ένα συνεχές πάρε -δώσε. Αυτό το συναίσθημα είναι εκπληκτικό και με κρατά ζωντανό πάνω στη σκηνή.
Τι θα λέγατε εάν συγκρίνατε τη σκηνή του ’80 και του ’90 με το σήμερα;
Δεν υπάρχει σύγκριση. Τότε γινόμασταν ένα με τον κόσμο. Δεν υπήρχαν κινητά, το κοινό κοίταζε τον καλλιτέχνη στα μάτια. Σήμερα ο κόσμος κάνει stories αλλά αυτό έχει και τη θετική του πλευρά, γιατί τα τραγούδια ταξιδεύουν πιο γρήγορα. Τότε καθόσουν στο τραπέζι, σήμερα τα παιδιά είναι όρθια, τραγουδούν, χορεύουν. Και να σου πω και κάτι; Μάλλον μ’ αρέσει πιο πολύ έτσι! (γέλια)
Τι πιστεύετε για τη σύγχρονη μουσική σκηνή και τις τάσεις στο λαϊκό τραγούδι;
Αυτό που θέλω είναι τα νέα παιδιά να επιμένουν στο λαϊκό τραγούδι. Είναι λογικό να υπάρχουν τάσεις και άλλα ακούσματα, αλλά το λαϊκό τραγούδι είμαστε εμείς. Είναι η ιστορία μας, η ψυχή μας, η καθημερινότητά μας. Δεν πρέπει να χαθεί αυτό.
Πώς έχει διαμορφώσει η τεχνολογία την παραγωγή και τη διάδοση της ελληνικής μουσικής;
Η τεχνολογία έχει βοηθήσει πάρα πολύ στη διάδοση των τραγουδιών. Σήμερα ένα τραγούδι μπορεί να φτάσει παντού πολύ πιο γρήγορα. Επίσης η παραγωγή γίνεται πιο εύκολα σε σχέση με παλιότερα. Αυτό έχει αλλάξει τον τρόπο που δουλεύουμε, αλλά σίγουρα έχει ανοίξει καινούργιους δρόμους.
Ποιο είναι το μεγαλύτερο μάθημα ζωής που σας έχει διδάξει η μουσική;
Να κάνω πάντα αυτό που μου φωνάζει η καρδιά μου. Όχι αυτό που λέει η λογική. Όταν ακούς την καρδιά σου, ακόμα κι αν πέσεις, ξέρεις ότι έκανες το σωστό.
Τι συμβουλή θα δίνατε στους νέους που ξεκινούν τώρα τη μουσική πορεία τους;
Να έχουν υπομονή και επιμονή. Να ακολουθούν το όνειρό τους και να έχουν ήθος. Η πορεία είναι δύσκολη, δεν είναι στρωμένος δρόμος. Όμως ο προορισμός αξίζει, αρκεί να μην τα παρατήσεις.
Πώς ισορροπείτε προσωπική ζωή και επαγγελματικές απαιτήσεις;
Η αλήθεια είναι ότι δεν είναι πάντα εύκολο. Ειδικά τα πρώτα χρόνια δουλεύαμε επτά μέρες την εβδομάδα και ήταν πολύ δύσκολα. Ήμουν όμως τυχερός γιατί είχα δίπλα μου τη σύζυγό μου, τη Στέλλα, που κρατούσε τις ισορροπίες και έδινε κανονικότητα στην οικογένεια. Αργότερα βάλαμε όρια. Μάθαμε να μη μπερδεύουμε τη δουλειά με την προσωπική μας σχέση. Πρώτα η ζωή μας και μετά η δουλειά. Παρ’ όλα αυτά, έχω τύψεις για στιγμές που έλειπα από τα παιδιά μου.
Τι σας κρατά δημιουργικό μετά από τόσα χρόνια στη σκηνή;
Με κρατά ζωντανό η αγάπη που έχω για το τραγούδι και για τους ανθρώπους. Όλα αυτά τα χρόνια τους δίνω και μου δίνουν. Τους παίρνω και μου παίρνουν. Αυτή η ανταλλαγή είναι που με κρατά όρθιο.
Πώς σας στηρίζει η οικογένειά σας στο μουσικό σας ταξίδι;
Αν δεν είχα την οικογένεια που έχω, δεν θα είχα καμία έμπνευση. Θα είχα κάνει τα μισά ή και τίποτα. Είναι το κίνητρό μου, η δύναμή μου. Η στήριξη και η αγάπη τους είναι συνεχής. Χρωστάω τα πάντα στη Στέλλα, στην Όλγα και στον Πρόδρομο.
Έχετε μοιραστεί μουσικές στιγμές με τα παιδιά ή τα εγγόνια σας;
Με τα παιδιά μου έχουμε μοιραστεί πολλές μουσικές στιγμές. Με τα εγγόνια μου όμως προτιμώ να παίζω. Με κάνουν ό,τι θέλουν και μου αρέσει πολύ αυτό.

Πώς θα θέλατε να σας θυμάται το κοινό;
Θέλω να με θυμούνται μέσα από τις στιγμές που ζήσαμε μαζί. Με αγάπη. Όπως τους αγαπώ κι εγώ.
Εμφανίζεστε στη Θεσσαλονίκη, σε ένα ιστορικό μαγαζί όπως ο «Σκορπιός», έπειτα από αρκετά χρόνια απουσίας. Πώς νιώθετε;
Νιώθω υπέροχα. Έχω πολλούς φίλους εδώ και είναι όλοι στο πλάι μου. Η συνεργασία μου στον «Σκορπιό» ξεκίνησε με τις καλύτερες προοπτικές, με χαμόγελα. Νιώθω σαν να είμαι σπίτι μου και το ίδιο νιώθει και ο κόσμος. Μαζί με την Κέλλυ Κελεκίδου και πολλά ακόμα παιδιά έχουμε φτιάξει ένα πρόγραμμα που βάζει φωτιά στις νύχτες μας.
Έχετε νέα σχέδια ηχογραφήσεων ή καλλιτεχνικές πρωτοβουλίες;
Ακούω και ηχογραφώ τραγούδια από το 2018. Θα κυκλοφορήσουν σύντομα, όταν νιώσω ότι είμαι πραγματικά έτοιμος.
Ποιο είναι το επόμενο όνειρό σας;
Σχέδια δεν κάνω, για να μην βάλει τα γέλια ο Θεός. Τα όνειρα όμως επιτρέπονται. Να έχουμε την υγεία μας και να πραγματοποιηθούν όσα προλάβουμε.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θεσσαλονίκη»