Της Σοφίας Κωνσταντινίδου
Με φωνή γεμάτη χρώμα και εκφραστικότητα, ο Γιάννης Διονυσίου συνδέει παράδοση και σύγχρονη σκηνή, χαράζει μελωδικά μονοπάτια και αφήνει το αποτύπωμά του σε κάθε στιγμή της μουσικής του πορείας.
Η μουσική μπήκε στη ζωή του πριν ακόμα αποκτήσει συνείδηση του χρόνου. Γεννημένος στη Λεμεσό της Κύπρου το 1990, μεγάλωσε σε ένα περιβάλλον όπου ο ήχος, η φωνή και η μελωδία δεν ήταν απλώς δραστηριότητες αλλά καθημερινότητα. «Θυμάμαι πολύ έντονες και πυκνές μουσικές και καλλιτεχνικές εμπειρίες» λέει, ανακαλώντας τα πρώτα του χρόνια στο ωδείο και αργότερα στο Μουσικό Σχολείο Λευκωσίας. Η μουσική δεν ήρθε ως επιλογή· ήρθε σχεδόν φυσικά.
Καθοριστικό ρόλο σε αυτή την πρώιμη επαφή έπαιξε η μητέρα του. «Η μητέρα μου ήταν η αφορμή να ασχοληθώ με τη μουσική, αφού ήταν η πρώτη μου δασκάλα στο πιάνο», μας λέει. Από τα πέντε του χρόνια ξεκινά μαθήματα πιάνου, στα 10 έρχεται το βιολί και παράλληλα η θεωρία της μουσικής και η αρμονία στο Ολυμπιακό Ωδείο Κύπρου. Στα οκτώ του χρόνια όμως μπαίνει στη ζωή του και κάτι που θα τον ακολουθήσει βαθιά και ουσιαστικά: Η Ψαλτική Τέχνη.
Το 2006 εισάγεται στο νεοσύστατο τότε Μουσικό Σχολείο Λευκωσίας, ένα περιβάλλον που, όπως φαίνεται, ενίσχυσε αυτή τη διαρκή καλλιτεχνική εγρήγορση. Εκεί η μουσική δεν ήταν απλώς μάθημα αλλά τρόπος σκέψης. Μετά την αποφοίτησή του και τη στρατιωτική του θητεία, το επόμενο βήμα τον φέρνει στην Ελλάδα και συγκεκριμένα στη Θεσσαλονίκη, όπου το 2010 εισάγεται στο Τμήμα Μουσικής Επιστήμης και Τέχνης του Πανεπιστημίου Μακεδονίας.
Τα χρόνια των σπουδών του δεν ήταν μια κλειστή, ακαδημαϊκή διαδρομή. Αντιθέτως, αποτέλεσαν περίοδο έντονης αναζήτησης και συλλογικής δημιουργίας. «Στη Θεσσαλονίκη συνεχίζεται εντονότερα η μουσική και η καλλιτεχνική αναζήτηση, με περισσότερους συνοδοιπόρους», σημειώνει. Συμμετέχει σε μουσικές ομάδες που συχνά γεννιούνται μέσα από τα ίδια τα μαθήματα του Πανεπιστημίου, σχήματα που αργότερα αποκτούν δική τους ζωή στη σκηνή. «Το ‘Ηλιοδρόμιο’, οι ‘Για.Για.Κω’ και το ‘Αλέντι’ ήταν από αυτά τα σχήματα. Στην πορεία αρχίσαμε δειλά δειλά να εμφανιζόμαστε σε διάφορα στέκια της πόλης και όλα σιγά σιγά πήραν τον δρόμο τους», αναπολεί.
Η Θεσσαλονίκη γίνεται ο πρώτος τόπος όπου η θεωρία συναντά συστηματικά την πράξη. Η σκηνή, το κοινό, η ζωντανή μουσική επικοινωνία αρχίζουν να αποκτούν κεντρική θέση στη ζωή του. Παράλληλα, η ακαδημαϊκή του πορεία εμβαθύνει: Αποφοιτά το 2016 με ειδίκευση στην Ερμηνεία και Εκτέλεση Ψαλτικής ενώ το 2020 ολοκληρώνει το μεταπτυχιακό του στο ΕΚΠΑ, με αντικείμενο την Ψαλτική Τέχνη.
Το θέατρο έρχεται να προσθέσει μια ακόμη καθοριστική διάσταση στην καλλιτεχνική του ταυτότητα. Από το 2013 συμμετέχει ως τραγουδιστής σε μουσικοθεατρικές και θεατρικές παραστάσεις, τόσο στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος όσο και στο ιδιωτικό θέατρο. «Εξαιρετική εμπειρία οι συμμετοχές στο θέατρο και ευχαριστώ πολύ την Σοφία Σπυράτου για την εμπιστοσύνη που μου έδειξε και τις συμβουλές που μου έδωσε. Το σημαντικότερο μάθημα που κρατώ από το θέατρο είναι η ανάγκη διαχείρισης του εαυτού μπροστά σε μια επιτυχία», λέει χαρακτηριστικά.

Η ερμηνευτική του ταυτότητα δεν περιορίζεται σε ένα είδος. Ψαλτική, κλασική μουσική εκπαίδευση και λαϊκό τραγούδι συνυπάρχουν και αλληλοσυμπληρώνονται. «Το ένα βοηθάει και επικοινωνεί με το άλλο με τρόπο καταλυτικό» αναφέρει, τονίζοντας όμως ότι κάθε είδος απαιτεί διαφορετική προσέγγιση. «Πρέπει πάντα να έχουμε στο μυαλό μας ότι η ερμηνεία οφείλει να είναι διαφορετική, λαμβάνοντας υπόψη τη διαφορετικότητα της ψαλτικής και του τραγουδιού».
Όταν η συζήτηση φτάνει στην ουσία της ερμηνείας, η απάντησή του είναι ξεκάθαρη: «Και η τεχνική και η ψυχή πρέπει να συμβαδίζουν αρμονικά για να έχουμε μια όσο το δυνατόν ολοκληρωμένη ερμηνεία». Η ψαλτική μάλιστα του έχει διδάξει τι σημαίνει έκθεση. «Όσο λιγότερα όργανα συνοδεύουν έναν τραγουδιστή, τόσο περισσότερο χρειάζεται ο ίδιος να συνειδητοποιήσει πόσο εκτεθειμένος είναι. Αυτό είναι κάτι που το ξέρω πολύ καλά από την Ψαλτική, η οποία είναι μια καθαρά φωνητική μουσική», εξηγεί.
Στη σύγχρονη πραγματικότητα αναγνωρίζει πως οι προκλήσεις για κάθε έναν ερμηνευτή είναι διαφορετικές. Για τον ίδιο, «ίσως η μεγαλύτερη πρόκληση σήμερα είναι η ανάγκη για προσωπική ενασχόληση με την προώθηση του έργου σου, αφού η συνθήκη των δισκογραφικών εταιριών δεν υπάρχει πια όπως στο παρελθόν». Παρ’ όλα αυτά η ζωντανή μουσική παραμένει για εκείνον το πιο ουσιαστικό πεδίο έκφρασης.
Στα live, όπως λέει, «απολαμβάνω την κάθε στιγμή της παράστασης, τόσο το φωνητικό όσο και το οργανικό κομμάτι του performance». Φροντίζει τα προγράμματά του να έχουν εναλλαγές, όχι μόνο για το κοινό αλλά και για τον ίδιο. «Όλες οι στιγμές έχουν τη γλύκα τους και γι’ αυτό προσπαθώ πάντα το πρόγραμμα που επιμελούμαι να έχει πολλές εναλλαγές. Θεωρώ πιο σημαντική τη συνολική μουσική αίσθηση και αντίληψη, παρά τη μουσική αρτιότητα ή την πρόθεση να εντυπωσιάσεις με κάτι βιρτουόζικο». Άλλωστε, όπως επισημαίνει, «πολλές φορές είναι δυσκολότερο να ερμηνεύσεις κάτι απλό και φαινομενικά εύκολο, παρά κάτι σύνθετο και δεξιοτεχνικό».
Σήμερα, παράλληλα με τη σκηνή, τη δισκογραφία και το θέατρο, διδάσκει στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας συνεχίζοντας έναν κύκλο γνώσης και εμπειρίας που ξεκίνησε από πολύ νωρίς. Η μουσική για εκείνον παραμένει ένας ζωντανός διάλογος ανάμεσα στην παράδοση και το παρόν, στη φωνή και τη σιωπή, στον ερμηνευτή και τον άνθρωπο.

5 ερωτήσεις
- Παρέα με τον Γιάννη Παπαγεωργίου έρχεστε τη Δευτέρα 29 Δεκεμβρίου στο Soul στη Θεσσαλονίκη. Τι σημαίνει για εσάς η επιστροφή στην πόλη;
Πάντα η επιστροφή στη Θεσσαλονίκη και οι παραστάσεις που δίνουμε κάθε φορά στην πόλη έχουν βαρύνουσα σημασία για μένα. Αισθάνομαι σαν να γυρίζω σε τόπο οικείο, στο σπίτι μου, μιας και η δεκαετής παραμονή μου στη Θεσσαλονίκη ήταν πολύ καθοριστική για την προσωπική και καλλιτεχνική μου διαμόρφωση. Το ίδιο πιστεύω αισθάνεται και ο Γιάννης Παπαγεωργίου, αφού έχουμε πολλές κοινές εμπειρίες.
- Πρόσφατα κυκλοφόρησε ο νέος σας δίσκος με τίτλο «Λακούβα», 11 τραγούδια σε στίχους και μουσική του Γιάννη Παπαγεωργίου με τον οποίο συνεργάζεστε πολλά χρόνια. Τι είναι αυτό που σας δένει καλλιτεχνικά και πώς συμπληρώνετε ο ένας τον άλλον πάνω στη σκηνή;
Είμαστε δυο πολύ διαφορετικοί άνθρωποι που μας δένουν όμως πολλά κοινά βιώματα, ανησυχίες και προβληματισμοί αλλά και μια πολύ δυνατή φιλία. Κατά τη διάρκεια της φοιτητικής μας ζωής, μαζί και με άλλους συμφοιτητές και φίλους, ασχοληθήκαμε πολύ με την μελέτη του αστικού λαϊκού τραγουδιού κι αυτό ίσως να ήταν η αφορμή για τη φιλία μας και τη σχέση που μας δένει όλα αυτά τα χρόνια. Ο Γιάννης, πιο μεθοδικός αλλά ταυτόχρονα και ρομαντικός ενώ από την άλλη εγώ, κάπως πιο χειμαρρώδης και ίσως κάποιες φορές υπερβολικά αυθόρμητος, εμπνέουμε νομίζω ο ένας τον άλλο με τρόπο που πολλές φορές είναι ανεξήγητος.
- Κάποια τραγούδια είναι γραμμένα για τη φωνή σας. Πόσο προσωπικός είναι αυτός ο δίσκος για εσάς και πού «βρίσκετε» τον εαυτό σας μέσα σε αυτόν;
Τα περισσότερα τραγούδια ήταν ήδη στη συλλογή του Γιάννη, όμως παρέμεναν για χρόνια στο συρτάρι. Τρία ή τέσσερα από αυτά δημιουργήθηκαν ακριβώς για αυτή την περίσταση. Μέσα από μια λίστα με περίπου 20 τραγούδια επιλέξαμε τελικά αυτά τα 11 που θεωρούμε ότι ολοκληρώνουν ένα νόημα που θα θέλαμε να λάβει ο ακροατής. Οπότε βρίσκω και βλέπω τον εαυτό μου μέσα σ’ αυτά τα τραγούδια. Αν δεν συνέβαινε αυτό έστω και λίγο, δεν νομίζω ότι θα τραγουδούσα αυτά τα τραγούδια.
- Έντεκα τραγούδια που μιλούν μεταξύ άλλων για τις ανάγκες, τα ζητήματα του σήμερα, κάνουν κοινωνικοπολιτικό σχολιασμό, αναπολούν το παρελθόν… Ποιες είναι οι πιο επικίνδυνες «λακούβες» του σήμερα; Αν ο δίσκος είχε μια φράση ή έναν στίχο ως «δήλωση», ποιος θα ήταν;
Οι λακούβες για τον καθένα μας μπορεί να είναι διαφορετικές αλλά και ίδιες. Πάντα θα υπάρχουν και πάντα θα έχουμε την επιλογή του πότε και αν θέλουμε να βγούμε από μέσα. Στη σημερινή εποχή νομίζω ότι είναι πολύ επικίνδυνο να αποξενωθούμε, λόγω των μέσων κοινωνικής δικτύωσης που προσφέρουν απλόχερα μια επίπλαστη και ρηχή επικοινωνία. Όμως στο χέρι μας είναι πάλι με ποιο τρόπο θα χρησιμοποιούμε το κάθε εργαλείο που μας δίνεται. Ένα πολύ ωραίο δίστιχο από τη «Λακούβα» που θα μπορούσαμε να πούμε ότι συμπυκνώνει κάπως το νόημα του δίσκου είναι το εξής:
«Όσες φορές κι άμα μπλεχτείς, χίλιες φορές θα σηκωθείς
κι έτσι προχωράει η ζωή μας, η μικρή η φυλακή μας».
- Στο Soul θα ακούσουμε τα τραγούδια της «Λακούβας» αλλά και αγαπημένες σας επιλογές. Πώς στήθηκε το πρόγραμμα;
Η επιλογή τραγουδιών έγινε με βάση τα τραγούδια του άλμπουμ και της προσωπικής ξεχωριστής μας πορείας αλλά και με το δικό μας προσωπικό αισθητήριο. Επιλογές που μας αρέσουν και θεωρούμε ότι έχουν θέση σε αυτό το πρόγραμμα. Εύχομαι και ελπίζω ο κόσμος που θα έρθει να μας δει και να μας ακούσει, να πάρει αυτό που έχουμε να του πούμε.
Info
- Την Δευτέρα 29 Δεκεμβρίου, προσέλευση στις 21:00, έναρξη στις 22:00.
- Soul SKG: 26ης Οκτωβρίου 104,τηλ. 6942 635296.
- Επί σκηνής (αλφαβητικά): Γιάννης Διονυσίου – βιολί, Γιάννης Παπαγεωργίου – ακουστική και ηλεκτρική κιθάρα, Λάμπρος Παπανικολάου – κοντραμπάσο, Νίκος Σαμαράς – μπουζούκι, τζουράς, τρομπέτα, Δημήτρης Σίντος – πλήκτρα, λαούτο, Θανάσης Τσακιράκης – τύμπανα. Ηχοληψία: Γιάννης Ταβουλάρης.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θεσσαλονίκη»