Η Μπριζίτ Μπαρντό, η θρυλική Γαλλίδα ηθοποιός, φεμινιστικό σύμβολο των χρόνων του 1960 και ένθερμη προστάτιδα των ζώων πέθανε σε ηλικία 91 ετών, όπως ανακοίνωσε σήμερα το Ίδρυμα Μπριζίτ Μπαρντό.
«Το Ίδρυμα Μπριζίτ Μπαρντό ανακοινώνει με απέραντη θλίψη τον θάνατο της ιδρύτριας και προέδρου του, της Μπριζίτ Μπαρντό, μιας διεθνώς αναγνωρισμένης ηθοποιού και τραγουδίστριας, που επέλεξε να εγκαταλείψει μια περίβλεπτη σταδιοδρομία για να αφιερώσει τη ζωή και την ενέργειά της στην υπεράσπιση των ζώων και στο Ίδρυμά της», αναφέρει ανακοίνωση που διαβιβάστηκε στο Γαλλικό Πρακτορείο, χωρίς να αναφέρει την ημέρα ή τον τόπο θανάτου.
Η Μπριζίτ Μπαρντό είχε εγκαταλείψει τον κινηματογράφο πριν από 50 και πλέον χρόνια, αφήνοντας πίσω της μια πενηνταριά ταινίες και δύο σκηνές που εισήλθαν στο Πάνθεον της Έβδομης Τέχνης, ένα παθιασμένο μάμπο σε εστιατόριο του Σαν Τροπέ στην ταινία “Και ο Θεός έπλασε τη Γυναίκα” (Et Dieu… créa la femme”) και έναν μονόλογο, γυμνή, στην ταινία “Η Περιφρόνηση” (“Mépris”).
Ποια ήταν η Μπριζίτ Μπαρντό
Η Μπριζίτ Αν-Μαρί Μπαρντό γεννήθηκε στο Παρίσι στις 28 Σεπτεμβρίου 1934, σε μια οικογένεια αστικής τάξης. Ο πατέρας της ήταν μηχανικός και επιχειρηματίας, ενώ η μητέρα της είχε σπουδάσει χορό και την ενθάρρυνε από νωρίς να ασχοληθεί με τις τέχνες. Η Μπαρντό ξεκίνησε παιδί ακόμα κλασικό μπαλέτο, όμως ήδη στην εφηβεία τράβηξε την προσοχή με την ομορφιά της. Σε ηλικία 15 ετών άρχισε καριέρα μοντέλου, ποζάροντας σε εξώφυλλα περιοδικών όπως το ELLE. Αυτό το ξεκίνημα την έφερε σε επαφή με τον κόσμο του κινηματογράφου: μέσα από μια φωτογράφισή της, ο σκηνοθέτης Μαρκ Αλεγκρέ την κάλεσε σε οντισιόν και τελικά γνώρισε τον βοηθό του, Ροζέ Βαντίμ, που έμελλε να διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στη ζωή της.
Η πρώτη εμφάνιση της Μπαρντό στη μεγάλη οθόνη πραγματοποιήθηκε το 1952. Κράτησε έναν μικρό ρόλο στην κωμωδία του Ζαν Μπουαγιέ «Τρελός για αγάπη» (Le trou normand), χωρίς να υποψιάζεται ότι έτσι έμπαινε σε έναν κόσμο που αργότερα θα αποστρεφόταν. Την ίδια χρονιά, μόλις 18 ετών, παντρεύτηκε τον σκηνοθέτη Ροζέ Βαντίμ, παρά τις αντιρρήσεις της οικογένειάς της. Τα επόμενα χρόνια εμφανίστηκε σε αρκετές ταινίες μικρότερης παραγωγής, ωστόσο η καριέρα της απογειώθηκε σύντομα: στο Φεστιβάλ των Καννών του 1953 η νεαρή ηθοποιός τράβηξε τα φλας των φωτογράφων, προμηνύοντας την εκτόξευσή της στον χώρο του θεάματος.
Το 1956, σε ηλικία 22 ετών, η Μπαρντό έγινε παγκόσμια γνωστή και αναδείχθηκε σε διεθνές σύμβολο του σεξ με την ταινία «Και ο Θεός… έπλασε τη γυναίκα» (Et Dieu… créa la femme) του Ροζέ Βαντίμ. Υποδυόμενη τη Ζιλιέτ Αρντί, η Μπαρντό καθιέρωσε μια νέα τολμηρή εικόνα της θηλυκότητας στη μεταπολεμική εποχή. Η ταινία γνώρισε τεράστια επιτυχία διεθνώς, αν και προκάλεσε αντιδράσεις λογοκρισίας στις ΗΠΑ, γεγονός που συνέβαλε στη δημιουργία του μύθου γύρω από το όνομά της. Η Μπαρντό έγινε γνωστή και με τα αρχικά «BB» (Μπε-Μπε) και πλέον συγκαταλεγόταν ανάμεσα στα μεγαλύτερα αστέρια του παγκόσμιου κινηματογράφου.
Την περίοδο αυτή πρωταγωνίστησε σε σειρά επιτυχιών, συνεργαζόμενη με σημαντικούς σκηνοθέτες της εποχής. Μεταξύ άλλων, έπαιξε στις ταινίες «Η ιδιωτική μου ζωή» (Vie privée, 1962) και «Βίβα Μαρία!» (Viva Maria!, 1965) του Λουί Μαλ, στο εμβληματικό φιλμ «Η περιφρόνηση» (Le Mépris, 1963) του Ζαν-Λικ Γκοντάρ, καθώς και στο δικαστικό δράμα «Η αλήθεια» (La Vérité, 1960) του Ανρί-Ζορζ Κλουζό. Η εμφάνισή της στην οθόνη, με το χαρακτηριστικό ξανθό της μαλλί και το βλέμμα που αποπνέει αθωότητα και αισθησιασμό ταυτόχρονα, καθήλωσε το κοινό. Οι κριτικοί συχνά παρομοίασαν τη φήμη της με εκείνη θρυλικών σταρ του Μεσοπολέμου όπως η Γκρέτα Γκάρμπο και η Μάρλεν Ντίτριχ. Μάλιστα, η φιλόσοφος Σιμόν ντε Μποβουάρ σε δοκίμιό της το 1959 χαρακτήρισε την Μπαρντό «ατμομηχανή της γυναικείας ιστορίας» και την πρώτη πραγματικά απελευθερωμένη γυναίκα της μεταπολεμικής Γαλλίας, υπογραμμίζοντας τον κοινωνικό της αντίκτυπο πέρα από τον κινηματογράφο.
Παράλληλα με την υποκριτική, η Μπαρντό ασχολήθηκε και με το τραγούδι, ηχογραφώντας δημοφιλή κομμάτια της ποπ σκηνής των ’60s. Μεταξύ αυτών ξεχώρισαν το εύθυμο «Harley Davidson», το παιχνιδιάρικο «Moi Je Joue», καθώς και το ντουέτο «Je t’aime… moi non plus» («Σ’ αγαπώ… εγώ όχι πια»), μια αισθησιακή μπαλάντα που έγραψε ειδικά για εκείνη ο Σερζ Γκενσμπούρ. Η Μπαρντό αρχικά αρνήθηκε να κυκλοφορήσει το τραγούδι αυτό, καθώς τη στιγμή της ηχογράφησης ήταν παντρεμένη, κι έτσι η εκτέλεσή του δόθηκε τελικά στη Τζέιν Μπίρκιν, που το έκανε παγκόσμια επιτυχία.
Μετά την αποχώρησή της από τον χώρο του θεάματος, η Μπαρντό αφοσιώθηκε σε έναν νέο σκοπό: την προστασία των ζώων. Από τα μέσα της δεκαετίας του 1970 ξεκίνησε δυναμικές καμπάνιες ευαισθητοποίησης. Το 1977 ταξίδεψε στους πάγους του Καναδά για να διαμαρτυρηθεί κατά της θανάτωσης νεαρών φωκιών για τη γούνα τους, προσελκύοντας την προσοχή του διεθνούς Τύπου. Χάρη και στη δημοτικότητά της, η εκστρατεία είχε αποτελέσματα, με τη γαλλική κυβέρνηση να υποστηρίζει περιορισμούς στο εμπόριο προϊόντων από φώκιες. Το 1986 η Μπαρντό ίδρυσε το Ίδρυμα Μπριζίτ Μπαρντό (Fondation Brigitte Bardot), έναν οργανισμό αφιερωμένο στην προστασία των δικαιωμάτων των ζώων. Για τη χρηματοδότησή του, μάλιστα, διέθεσε σε δημοπρασία προσωπικά της αντικείμενα και κοσμήματα. Το ίδρυμα έκτοτε δραστηριοποιείται σε πολλούς τομείς, από την καταπολέμηση της κακοποίησης και του παράνομου κυνηγιού ζώων έως την κατάργηση της χρήσης τους σε τσίρκο και πειράματα.
Στα επόμενα χρόνια, η Μπαρντό συνέχισε να προβάλλει διεθνώς το μήνυμα του σεβασμού προς τα ζώα. Την περίοδο 1989–1992 παρουσίασε τηλεοπτικές εκπομπές με τίτλο SOS Animaux, ενώ το 2001 η οργάνωση PETA τής απένειμε βραβείο για την προσφορά της, ιδίως στην προστασία της φώκιας. Παράλληλα, εξέδωσε την αυτοβιογραφία της, καθώς και βιβλία όπου εξέθετε ανοιχτά τις απόψεις της. Ορισμένες τοποθετήσεις της προκάλεσαν αντιδράσεις: σε βιβλίο της το 2003 και σε δημόσιες δηλώσεις, η Μπαρντό καταφέρθηκε εναντίον πτυχών της σύγχρονης κοινωνίας – από τις παραδοσιακές θρησκευτικές πρακτικές μέχρι τις μεταναστευτικές ροές – υιοθετώντας αμφιλεγόμενη ρητορική που θεωρήθηκε από πολλούς ως ακροδεξιά. Το 2004 γαλλικό δικαστήριο της επέβαλε χρηματικό πρόστιμο για υποκίνηση μίσους, εξαιτίας σχολίων της κατά της μουσουλμανικής κοινότητας. Η ίδια πάντως υποστήριξε ότι οι θέσεις της πηγάζουν από την αγάπη της για τα ζώα και την πατρίδα της.