Την καταδίκη των δύο πρώην προστατευόμενων μαρτύρων στην υπόθεση Novartis για τα αδικήματα της ψευδούς κατάθεσης και της ψευδούς καταμήνυσης ζήτησε η εισαγγελέας του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, κατά την αγόρευσή της.
Όπως ανέφερε, οι δύο κατηγορούμενοι φέρουν ευθύνη —«όχι όμως την πλήρη ευθύνη»— για τη «δολοφονία χαρακτήρων» πολιτικών προσώπων, επισημαίνοντας ότι από τη δικογραφία δεν προκύπτει κανένα αποδεικτικό στοιχείο που να τεκμηριώνει χρηματισμό πολιτικών. «Είναι αξιοπερίεργο ότι, ενώ γίνεται λόγος για μεθοδεύσεις και πληρωμές, δεν προσκομίζεται ούτε ένα αποδεικτικό στοιχείο», σημείωσε χαρακτηριστικά, αναφερόμενη και στην κατηγορούμενη Μαρία Μαραγγέλη.
Η εισαγγελέας στάθηκε ιδιαίτερα στον ρόλο του άλλοτε ισχυρού άνδρα της Novartis, Κωνσταντίνου Φρουζή, περιγράφοντάς τον ως «σκοτεινή προσωπικότητα», φιλόδοξη και δύσκολα προσβάσιμη. Όπως είπε, είναι αντιφατικό το γεγονός ότι, ενώ παρουσιάζεται ως άνθρωπος που δεν άνοιγε εύκολα τα χαρτιά του, φέρεται να μιλούσε με άνεση για ζητήματα που αφορούσαν πολιτικά πρόσωπα. Τόνισε επίσης ότι ο Φρουζής προωθούσε τα συμφέροντα της εταιρείας, αξιοποιώντας και τη θεσμική του θέση στον ΣΦΕΕ, σε μια περίοδο όπου, όπως κατατέθηκε, «η Ελλάδα ήταν παράδεισος του φαρμάκου». Παρά ταύτα, υπογράμμισε ότι τίποτα δεν διασφαλίζει πως όσα φέρεται να έλεγε ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα, ιδίως αν ληφθεί υπόψη ότι αποχώρησε από την εταιρεία λόγω οικονομικών ατασθαλιών.
Αναφερόμενη στον δεύτερο κατηγορούμενο και πρώην προστατευόμενο μάρτυρα, Φιλίστορα Δεστεμπασίδη, η εισαγγελέας επεσήμανε ότι ο ίδιος παραδέχθηκε πως οι αναφορές του σε ποσά βασίζονταν σε προσωπικούς υπολογισμούς. «Αυτό δεν συνιστά ομολογία ψευδούς κατάθεσης;» διερωτήθηκε, προσθέτοντας ότι δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί κατηγορία χωρίς αποδεικτικά μέσα. Παράλληλα απέρριψε τον ισχυρισμό ότι οι καταθέσεις του είχαν «διηγηματικό χαρακτήρα», κάνοντας λόγο για προχειρότητα και βιασύνη που δεν συνάδουν με τη σοβαρότητα της υπόθεσης.
Η εισαγγελέας άσκησε κριτική και στους τότε εισαγγελείς κατά της Διαφθοράς που χειρίστηκαν τη δικογραφία, αφήνοντας αιχμές για πιέσεις που ασκήθηκαν ώστε να προχωρήσει γρήγορα η υπόθεση. Ωστόσο, όπως τόνισε, μεγαλύτερη ευθύνη φέρουν όσοι εκμεταλλεύτηκαν τις καταθέσεις, «πέφτοντας σαν κοράκια» πάνω στην υπόθεση και προχωρώντας σε θορυβώδεις δημοσιοποιήσεις.
«Πώς είναι δυνατόν να είσαι μάρτυρας δημοσίου συμφέροντος και να μην είσαι προσεκτικός σε όσα καταθέτεις;» ανέφερε, προσθέτοντας ότι στην υπόθεση αυτή η δημοσιοποίηση προηγήθηκε της δικαστικής έρευνας. «Από τη συγκεκριμένη υπόθεση επλήγη το κύρος και η αξιοπιστία της Δικαιοσύνης», κατέληξε.