Του Κωνσταντίνου Δ. Γουσίδη
Στα βάθη της Κεντρικής Ασίας, στην Τασκένδη, την πρωτεύουσα του Ουζμπεκιστάν, όχι μακριά από την Αλεξάνδρεια την Εσχάτη (στο γειτονικό Τατζικιστάν) που ίδρυσε πριν από 2.350 χρόνια ο Μέγας Αλέξανδρος, χτυπάει και στις μέρες μας η καρδιά του Ελληνισμού. Κι αν στις άγονες στέπες φυσάει… ελληνικός αέρας, αυτό οφείλεται σε μεγάλο βαθμό σε έναν Θεσσαλονικιό, τον Κώστα Πολίτη, και στις προσπάθειες αναβίωσης του ελληνικού στοιχείου που πριν από λίγες δεκαετίες άκμασε στην περιοχή.
Τίποτα στην ιστορία του Κώστα Πολίτη δεν προϊδέαζε ότι θα πρωταγωνιστούσε στην αναβίωση του Ελληνισμού της Τασκένδης. Γέννημα θρέμμα της Θεσσαλονίκης, σπούδασε θεολογία στο ΑΠΘ και συντήρηση και αναστήλωση έργων τέχνης στο Αβινιόν της Γαλλίας. Στη συνέχεια εργάστηκε ως συντηρητής στο Άγιο Όρος και ακολούθως στο Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης, και το 2003 προσλήφθηκε για συντήρηση έργων σε μουσεία της Κεντρικής Ασίας. Έτσι έφτασε στην Τασκένδη, όπου ρίζωσε.
«Με συνεπήρε ο Ελληνισμός, που είναι η μητέρα όλων μας», δηλώνει στη «Θ».
Στην Τασκένδη, ο κ. Πολίτης συνάντησε τα «λείψανα» μιας άλλοτε ακμάζουσας ελληνικής κοινότητας. Στον απόηχο του εμφύλιου σπαραγμού, το 1949, περίπου 12.000 απόμαχοι του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας (ΔΣΕ) που εγκατέλειψαν τη χώρα, μεταφέρθηκαν στη Σοβιετική Ένωση και ειδικότερα στην Τασκένδη. Εκεί αρχικά εγκαταστάθηκαν σε παλιά στρατόπεδα Γιαπωνέζων αιχμαλώτων πολέμου κι εντάχθηκαν στη βιομηχανική παραγωγή. «Ζούσαν σε άθλιες συνθήκες, αλλά από το 1951 άρχισαν να τακτοποιούνται», επισημαίνει ο κ. Πολίτης.
Έχτισαν τις δικές τους «Πολιτείες» (στην ουσία καταυλισμούς) όπου διέμεναν Έλληνες, και είχαν πρόσβαση στην εκπαίδευση και μορφώθηκαν (πολλοί προέρχονταν από χωριά της ελληνικής υπαίθρου και ήταν αγράμματοι). «Τότε άρχισε να συντελείται το Ελληνικό Θαύμα της Τασκένδης. Ήταν ένα μοντέλο ελληνικής κοινότητας», επισημαίνει ο κ. Πολίτης.
Οι Πόντιοι
Εκτός από τους πολιτικούς πρόσφυγες, ζούσε στο σοβιετικό Ουζμπεκιστάν και μια άλλη ομάδα Ελλήνων. Ήταν οι Πόντιοι της Μαύρης Θάλασσας που είχαν εγκατασταθεί εκεί την εποχή της Τουρκοκρατίας ή και μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή και τους διωγμούς των Νεότουρκων. Οι Πόντιοι αυτοί άρχισαν να εκτοπίζονται στα τέλη της δεκαετίας του 1930 από τον Στάλιν στα βάθη της Ασίας. Πολλοί (δεν υπάρχουν στοιχεία αλλά ήταν χιλιάδες) μεταφέρθηκαν στο Ουζμπεκιστάν, δεν εγκαταστάθηκαν όμως στην Τασκένδη ή σε άλλες πόλεις, αλλά στις στέπες, για να εργαστούν σε ορυχεία μετάλλου και θείου, ή σε άγονες περιοχές για να τις καλλιεργήσουν.
«Ήταν τα ‘’κακά παιδιά” του Στάλιν και πέρασαν πολύ δύσκολα όταν τους έδιωξαν κακήν κακώς από τις εστίες τους», τονίζει ο κ. Πολίτης.
Ο ίδιος σημειώνει πως η σχέση τους με τους πολιτικούς πρόσφυγες δεν ήταν καλή καθώς, όπως ήταν αναμενόμενο, δεν ήταν υπέρμαχοι του κομμουνιστικού καθεστώτος, σε αντίθεση με τους απόμαχους του ΔΣΕ. Εντέλει, οι περισσότεροι επέστρεψαν στη Μαύρη Θάλασσα όταν οι συνθήκες άρχισαν να γίνονται πιο ευνοϊκές, μετά τον θάνατο του Στάλιν και την άνοδο του Χρουστσόφ.
Αντιθέτως, οι πολιτικοί πρόσφυγες συνέχισαν να διαμένουν στην Τασκένδη, ελπίζοντας να επιστρέψουν κάποια στιγμή στην Ελλάδα. Μετά την πτώση της Χούντας και την επάνοδο του Κωνσταντίνου Καραμανλή, οι συνθήκες ωρίμασαν και στα τέλη του 1970 κατέστη εφικτός ο επαναπατρισμός τους. Σχεδόν όλοι γύρισαν στην Ελλάδα. «Όσοι μπορούσαν έφυγαν, έμειναν μόνο οι σακάτηδες και τα… κοράκια», αναφέρει ο κ. Πολίτης.

Έλληνες και Ουζμπέκοι
Πλέον απέμειναν στην Τασκένδη 1.200 άτομα, στη συντριπτική τους πλειοψηφία Έλληνες δεύτερης και τρίτης γενιάς που προέρχονταν από μεικτούς γάμους. Πολλοί δεν μιλούσαν ελληνικά. Μετά την αποχώρηση των προσφύγων, τα κτήρια της ελληνικής κοινότητας είχαν περιέλθει σε αχρηστία και ήταν να κατασχεθούν…
Τότε ο κ. Πολίτης αποφάσισε να ξαναφτιάξει την ελληνική κοινότητα «εκ του μηδενός» με στόχο να δημιουργηθεί «νέα γενιά Ελλήνων». Αρχικά έγινε αποκατάσταση των κτηρίων του Συλλόγου, που πλέον λειτουργεί ως Κέντρο Ελληνικού Πολιτισμού, πρόεδρος του οποίου είναι ο ίδιος.
Το κέντρο αυτό, όμως, δεν είναι ένα «εθνικό κλαμπ». Περίπου το 30% των μελών του είναι Ουζμπέκοι – «το όνομα “Ελλάδα” είναι πολύ δημοφιλές στην περιοχή».
Σήμερα τα μέλη του κέντρου διδάσκονται την ελληνική γλώσσα, ελληνικό θέατρο και μουσική και γενικότερα οτιδήποτε έχει να κάνει με τον ελληνικό πολιτισμό. «Παράγουμε πολιτισμό και για τους ομογενείς και για τους Ουζμπέκους. Θέλω να δημιουργηθεί ένας νέος Ελληνισμός. Η ουσία του Ελληνισμού είναι το “ευ ζην”, δηλαδή η παιδεία που επιτρέπει στον άνθρωπο να έχει ευρύτερο όραμα για τη ζωή», υπογραμμίζει ο κ. Πολίτης.
Στην προσπάθεια αυτή, πάντως, ο ίδιος και οι συνεργάτες του δεν έχουν αρωγό τους το ελληνικό κράτος. «Δεν παίρνουμε καθόλου χρήματα», τονίζει και επισημαίνει ότι τα μέλη του Κέντρου προσπαθούν να τα βγάλουν πέρα όσο καλύτερα μπορούν και συχνά βάζουν χρήματα από την τσέπη τους. Τα εμπόδια, ωστόσο, δεν περιορίζονται μόνο στην ελλειπή χρηματοδότηση: «Οι ομογενείς νιώθουν Έλληνες και έχουν ελληνική συνείδηση. Όμως το κράτος δεν τους δίνει βίζα! Μόλις πρόσφατα άνοιξε ελληνική πρεσβεία στην Τασκένδη, προξενική αρχή δεν υπάρχει καθόλου…»
Ο Μεγαλέξανδρος
Πέραν από την ενασχόλησή του με το Κέντρο, ο κ. Πολίτης επιχειρεί περαιτέρω σύσφιξη των δεσμών του Ελληνισμού με την Κεντρική Ασία. Σε αυτό το πλαίσιο, ετοιμάζεται να εκδώσει ελληνική μετάφραση (που έκανε ο ίδιος) του έργου του ποιητή του 15ου αιώνα Αλί Σιρ Ναβάϊ (ενός από τους δυο «εθνικούς ήρωες» του Ουζμπεκιστάν – ο άλλος είναι ο χάνος Ταμερλάνος), «Σααντ-ι Ισκαντάρι» («Το τείχος του Αλέξανδρου»). Το ποίημα αυτό, 150 σελίδων, εμπεριέχει στοιχεία από μύθους και θρύλους για τον Αλέξανδρο που ακόμα κυκλοφορούσαν στην Κεντρική Ασία, σχεδόν 18 αιώνες μετά το πέρασμα του Μακεδόνα στρατηλάτη από την περιοχή…
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θεσσαλονίκη»