Συνέντευξη στη Σοφία Κωνσταντινίδου
Η Μαρία Ναυπλιώτου ανήκει σε εκείνη τη σπάνια κατηγορία ηθοποιών που δεν επαναπαύονται ποτέ στα κεκτημένα τους. Με μια διαδρομή γεμάτη απαιτητικούς ρόλους και ερμηνείες υψηλής ακρίβειας, έχει αποδείξει ότι η υποκριτική για εκείνη είναι βαθιά κατάδυση στον άνθρωπο. Στο «Ακρωτήρι» φτάνει σε μια κορύφωση αυτής της πορείας. Ο ρόλος της Τζουλιάνα δεν είναι απλώς απαιτητικός· είναι ένας ρόλος που δοκιμάζει τα όρια της υποκριτικής σε τεχνικό, ψυχικό και σωματικό επίπεδο. Και ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο αποτελεί έναν ρόλο-σταθμό στη διαδρομή της, που επιβεβαιώνει τους λόγους για τους οποίους θεωρείται μία από τις σπουδαιότερες ελληνίδες ηθοποιούς της γενιάς της.
Έβδομη χρονιά με τον Οδυσσέα Παπασπηλιόπουλο. Τι τρέφει αυτή τη συνεργασία; Η επιτυχία, η ταύτιση απόψεων, η δημιουργικότητα;
Η δημιουργικότητα. Το γεγονός ότι με τα χρόνια αποκτήσαμε έναν κοινό κώδικα. Αυτός ο κώδικας παράγει ένα αποτέλεσμα που μας εκφράζει και μας αρέσει.
«Το Ακρωτήρι» πραγματεύεται το θέμα της άνοιας;
Είναι ένα έργο για τον άνθρωπο. Εξερευνά το πώς οι άνθρωποι διαχειρίζονται την απώλεια και τις ρωγμές της συντροφικής ζωής. Η άνοια λειτουργεί ως αφορμή. Το έργο μιλάει για την αγάπη, τη συντροφικότητα και τη φροντίδα που προσφέρει ένας άνθρωπος σε έναν άλλον άνθρωπο, στην προκειμένη περίπτωση ο σύζυγος προς τη σύζυγό του και δίνει μια ελπίδα και ένα φως ακόμα και στις πιο δύσκολες καταστάσεις. Όταν οι άνθρωποι καταφέρνουν να ζήσουν συντροφικά με αγάπη και σεβασμό, αυτό προσφέρει φως και στις πιο δύσκολες στιγμές και δημιουργεί έναν χώρο όπου μπορούν να βρουν καταφύγιο. Είναι γραμμένο σαν αστυνομικό θρίλερ. Τα πράγματα αποκαλύπτονται σιγά σιγά και αυτή είναι η ομορφιά του. Δεν καταλαβαίνεις ακριβώς τι γίνεται στην αρχή, ποιο είναι το ζητούμενο, ποιο είναι το αίτημα… Μέχρι που όλα γυρνάνε τούμπα.

Πώς προσεγγίσατε αυτόν τον δύσκολο ρόλο;
Δεν νομίζω ότι υπάρχει εύκολος ρόλος στο θέατρο. Ποτέ δεν είναι εύκολο να μπεις στα παπούτσια ενός άλλου ανθρώπου. Ακολούθησα τη διαδρομή που ακολουθώ για όλους τους ρόλους. Στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν υπήρχαν δικά μου στοιχεία στην ηρωίδα, που να μου θυμίζουν κάτι για να ταυτιστώ. Ερμήνευσα έναν χαρακτήρα και μπήκα σιγά σιγά στα παπούτσια του.
Είναι απαραίτητη η μνήμη για την αγάπη;
Νομίζω πως όχι. Η αγάπη, όταν προσφέρεται, αγκαλιάζει και ζεσταίνει τους ανθρώπους άσχετα από τις μνήμες που υπήρχαν κάποτε, άσχετα αν η μνήμη έχει σβηστεί ή είναι ακόμα ζωντανή. Δεν είναι απαραίτητη η μνήμη για να αγαπήσεις και να φροντίσεις έναν άνθρωπο.
Οφείλουμε να συμφιλιωνόμαστε με το παρελθόν για να προχωράμε στο μέλλον;
Αυτό είναι πολύ γενικό. Σε αυτή την περίπτωση το παρελθόν χάνεται κάποια στιγμή ή επανέρχεται σε θραύσματα. Είναι μια τελείως διαφορετική συνθήκη στο έργο για τους ήρωες. Έχουμε έναν άνθρωπο ο οποίος έχει να διαπραγματευτεί πράγματα του παρελθόντος και συγχρόνως απολλύει κάποια πράγματα του εαυτού του. Αλλά στο τέλος η αγάπη του φροντιστή -του συντρόφου- δημιουργεί ένα ασφαλές τοπίο για να υπάρξει αυτός ο άνθρωπος, είτε με μνήμες είτε χωρίς. Δεν αποκαθίσταται ούτε ο εαυτός του στο τέλος. Παρόλα αυτά η αγάπη και η φροντίδα δημιουργούν έναν χώρο ασφάλειας.

Υπάρχει κάποια αγαπημένη φράση που περικλείει τον πυρήνα του έργου;
Ναι. Η ηρωίδα στο τέλος λέει «είμαι μία γυναίκα που ζει ανάμεσα».
Ποια αλήθεια του έργου μιλά πιο καθαρά στον σημερινό θεατή;
Η ηρωίδα έχει ένα αίτημα το οποίο αναποδογυρίζεται στα μισά του έργου. Αυτό παραμένει η βασική της επιθυμία μέχρι το τέλος, παρόλο που αποκαλύπτεται ότι το αίτημά της δεν μπορεί πια να εκπληρωθεί.
Αν κάποιος δει την παράσταση σε μια δική του δύσκολη στιγμή, τι θα θέλατε να πάρει μαζί του;
Το ότι η αγάπη μπορεί να λυτρώσει.
Το «Ακρωτήρι» ανεβαίνει σε μια περίοδο γενικευμένης ανασφάλειας. Είναι ένα έργο για τον άνθρωπο και την απώλεια, αλλά η προσπάθεια για λύτρωση μπορεί να παραλληλιστεί με την ανάγκη μας να ξεφύγουμε από τα δεινά της εποχής μας; Είναι ένα έμμεσο σχόλιο πάνω στη συλλογική μας στάση, καθότι έχουμε απολέσει τους εαυτούς μας;
Όχι. Δεν είναι πολιτικό έργο. Δεν αγγίζει αυτά που συμβαίνουν αυτή τη στιγμή στον κόσμο. Είναι ένα έργο που μιλά για την αγάπη και την απώλεια σε διάφορες εκφάνσεις της. Παρότι τα δεινά προκαλούν απώλειες, το έργο δεν σχολιάζει τη σύγχρονη πραγματικότητα.
Αν συναντούσατε εκτός σκηνής τη Τζουλιάνα, την ηρωίδα σας, τι θα της λέγατε;
Έχω συναντήσει ανθρώπους που είναι σε ανάλογη θέση, όπως η ηρωίδα μου. Το μόνο πράγμα που μπορεί να ανακουφίσει ανθρώπους που βρίσκονται σε δύσκολες στιγμές, όταν έχουν χάσει κομμάτια του εαυτού τους ή ανθρώπους της ζωής τους, είναι η τρυφερότητα, η αγάπη, η φροντίδα και το να είναι κάποιος παρών όταν ζητήσουν τη βοήθειά του.
Στην καριέρα σας έχετε ερμηνεύσει δυναμικές, εμβληματικές γυναίκες. Αυτός είναι ένας ρόλος -σταθμός στην πορεία σας;
Έτσι όπως εγώ το βίωσα, ναι. Ήταν το πιο δύσκολο πράγμα που έχω κληθεί να κάνω μέχρις στιγμής. Είχε πάρα πολλές δυσκολίες, τεχνικές και υποκριτικές, γιατί ο τρόπος που είναι γραμμένο το έργο έχει κάτι από αστυνομικό σασπένς. Δεν είναι αστυνομικό θρίλερ αλλά ενώ τα πράγματα παρουσιάζονται με έναν τρόπο, στα μισά καταλαβαίνεις ότι δεν είναι καθόλου έτσι και ότι πρόκειται για κάτι που έχει φτιάξει η ηρωίδα στο κεφάλι της. Συγχρόνως, είναι γραμμένο αριστοτεχνικά. Αυτό είχε πολλές υποκριτικές δυσκολίες, γιατί έπρεπε να μεταφερθώ σε διαφορετικές καταστάσεις και χώρους χωρίς υποκριτική γέφυρα. Οπότε ήταν ένα στοίχημα που έπρεπε να κερδηθεί, και νομίζω ότι κερδήθηκε. Ήταν το πιο δύσκολο πράγμα που έκανα μέχρι σήμερα και νομίζω ότι μέσα από αυτό κατάλαβα περισσότερα πράγματα για την τέχνη.
Μετά από τόσα χρόνια πορείας, τι εξακολουθεί να σας συναρπάζει στην υποκριτική;
Στην υποκριτική με συναρπάζει η δημιουργία. Το ότι μέσω της φαντασίας ανοίγεις καινούριους χώρους και δρόμους και ταξιδεύεις μέσα σε άλλους ανθρώπους, αφηγούμενη μια ιστορία.
Και σε σύγκριση με το ξεκίνημά σας, υπάρχει κάτι που απολαμβάνετε περισσότερο σήμερα;
Νομίζω ότι κάποια πράγματα έχουν ησυχάσει, πράγματα που αφορούσαν κυρίως υπαρξιακές ανασφάλειες. Έχω βρει έναν τρόπο να τα διαχειρίζομαι καλύτερα και πιο γρήγορα. Μέσα στο ταξίδι αυτής της πολύ δύσκολης δουλειάς, έχω καταφέρει τις περισσότερες φορές να επικεντρώνομαι στα πιο ουσιώδη.
Ο ηθοποιός είναι πάντα μαθητής. Τι σημαίνει για εσάς η συνεχής μάθηση και η προσωπική εξέλιξη μέσα από τη δουλειά σας;
Ήμουν πάντα μαθήτρια και είμαι μαθήτρια. Αν πάψω να το αντιμετωπίζω έτσι, νομίζω ότι θα μου είναι πληκτικό και βαρετό. Γιατί το να παίζεις κάθε βράδυ -και ειδικά τα τελευταία χρόνια που παίζω για δύο, τρεις και τέσσερις σεζόν το ίδιο έργο, αν δεν υπάρχει το κομμάτι της μαθητείας και το κομμάτι της εξερεύνησης με αυτή την έννοια, τότε τα πράγματα σταματούν να εξελίσσονται και σταματούν να ζούνε. Και αυτό σε φέρνει σε τέλμα.
Η εξαιρετικά πετυχημένη διαδρομή σας δεν βασίστηκε στην υπερέκθεση. Σήμερα αυτό θεωρείται επιλογή ή πολυτέλεια;
Δεν ξέρω, ο κάθε άνθρωπος έχει τη δική του οπτική. Για μένα η επαφή με την τέχνη ήταν ένα πολύ ουσιαστικό κομμάτι της ζωής μου από όταν ήμουν μικρή, πριν ακόμα γίνω επαγγελματίας καλλιτέχνης. Οπότε μέλημά μου ήταν να ζω μέσα στην τέχνη, όχι να ζω για να γίνω διάσημη. Δεν ξέρω τι θεωρείται από τους άλλους πολυτέλεια ή επιλογή. Ξέρω ότι όταν ακουμπάς ουσιαστικά κάτι, τότε έχεις και το σθένος να κάνεις δύσκολες επιλογές, γιατί αγαπάς αυτό που κάνεις και όχι την εικόνα που αντανακλάται μέσα από αυτό που κάνεις.
Η εμπειρία λειτουργεί ως ασπίδα ή βάρος;
Η εμπειρία λειτουργεί ως ασπίδα γιατί μαθαίνοντας όλο και περισσότερα πράγματα, μπορείς να ανταποκριθείς πιο γρήγορα σε δύσκολες συνθήκες. Αυτό που μπορεί να είναι βάρος, είναι οι προσδοκίες. Οι προσδοκίες που έχεις εσύ από τον εαυτό σου και οι προσδοκίες που έχει το κοινό από εσένα. Αυτό είναι κάτι το οποίο πολύ γρήγορα θα πρέπει να βάλεις στην άκρη. Οι προσδοκίες πάντα κουβαλούν βάρος και μπορούν πολύ εύκολα να σε ματαιώσουν -ακριβώς γιατί μπορεί να διαψευστούν. Οπότε κάθε φορά θα πρέπει να επικεντρώνεσαι στο ουσιαστικό. Δηλαδή στη σχέση σου με αυτό που κάνεις και όχι στο τι θα αποφέρει αυτό ή τι πιστεύει ο κόσμος ότι θα αποφέρει ή τι περιμένεις εσύ από αυτό. Εγώ προτιμώ να ονειρεύομαι και να ελπίζω παρά να προσδοκώ.

Έχετε βραβευτεί πολλές φορές. Σίγουρα αυτό είναι αναγνώριση της δουλειάς σας. Ποια είναι όμως για σας η πραγματική επιβράβευση;
Τα βραβεία που έχω πάρει τις περισσότερες φορές προέρχονται από το κοινό.
Οπότε είναι πραγματική επιβράβευση να σε βραβεύει το κοινό που σε παρακολουθεί. Δεν σε βραβεύει μια επιτροπή, που κι αυτό είναι τεράστια επιβράβευση. Εμείς αφηγούμαστε ιστορίες της σκηνής και ο αποδέκτης μας είναι το κοινό. Όταν λοιπόν είναι άμεση επιβράβευση με ένα βραβείο που σου δίνει το κοινό, είναι πάντα πάρα πολύ σημαντικό.
Ποια πιστεύετε πως είναι η μεγαλύτερη πρόκληση που αντιμετωπίζει το θέατρο στη σύγχρονη εποχή της ταχύτητας, της εικόνας; Έχουν αλλάξει πολλά.
Ναι, έχουν αλλάξει πολλά. Η κοινωνία περνάει κρίση, οπότε όλα έχουν αντίκτυπο στα πάντα. Όμως το θέατρο δεν μπορεί να πεθάνει και, κατά τη γνώμη μου, δεν απειλείται. Αυτή η λειτουργία των ζωντανών ανθρώπων πάνω στη σκηνή, που αφηγούνται μια ιστορία σε ζωντανούς ανθρώπους από κάτω στον παρόντα χρόνο, είναι μια κατάσταση σχεδόν τελετουργική. Μια κατάσταση που επιφέρει κάθαρση, λύτρωση αλλά και τροφή για σκέψη και προβληματισμό και νομίζω ότι τίποτα δεν την απειλεί στην πραγματικότητα. Αυτή η σχέση δεν απειλείται από τίποτα.
Τι χρειάζεται περισσότερο σήμερα ο θεατής;
Νομίζω την ειλικρίνεια απέναντι στην αφήγηση. Όταν κάποιος αφηγείται ειλικρινά μια ιστορία χωρίς καμώματα, χωρίς ψέματα, χωρίς εντυπωσιασμούς, τότε αυτό αγγίζει και εμάς που αποτελούμε μέρος της αφήγησης αλλά και τους θεατές.
Έχετε κάποιο ανεκπλήρωτο όνειρο, κάποια επιθυμία;
Όχι. Όταν είμαστε πολύ νέοι έχουμε όνειρα και επιθυμίες, ταξιδεύουμε μέσα στους χώρους της φαντασίας μας. Όμως κάποια στιγμή, πράγματα που επιθυμούσαμε όταν ήμασταν 20, στα 25 μας τα έχουμε ήδη προσπεράσει. Τις δυνατότητες που μας ανοίγει η ζωή κάθε στιγμή καλούμαστε να τις επιλέξουμε ή όχι. Και με αυτή την έννοια, όχι, δεν μου λείπει τίποτα. Η ζωή μου και οι επιλογές μου ήταν συνάρτηση αυτού που ήμουν κάθε στιγμή, αυτών που αισθανόμουν, αυτών που επιθυμούσα και αυτών που άντεχα και με αυτή την έννοια δεν μου λείπει τίποτα.
Το πέρασμα του χρόνου πώς το αντιμετωπίζετε; Τι σας μαθαίνει ο χρόνος που δεν σας μάθαινε παλιά;
Κοιτάξτε, σε κάθε δεκαετία είμαστε αντιμέτωποι με καινούργια συνταρακτικά γεγονότα και αποκαλύψεις, με ανασφάλειες και τρόμους. Και σε κάθε δεκαετία θα πρέπει να ερχόμαστε σε επαφή με τον εαυτό μας και να μαθαίνουμε κάτι. Ο χρόνος, παρ’ όλες τις τρομερές δυσκολίες που έχει, είναι δώρο. Είναι ευκαιρία να μαθαίνουμε κάτι περισσότερο για εμάς και να χρησιμοποιούμε αυτές τις εμπειρίες για να γινόμαστε πιο ουσιαστικοί και πιο παρόντες στη ζωή μας.
Τι σας δίνει χαρά ή ηρεμία;
Οι άνθρωποι που αγαπώ, η σχέση με τους ανθρώπους που αγαπώ, η αγάπη και η ασφάλεια που ενδεχομένως δίνουμε ο ένας τον άλλον.
Αν μπορούσατε να μιλήσετε στον νεότερο εαυτό σας, τι θα του λέγατε;
Θα του έλεγα να έχει μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στην κρίση και το ένστικτό του.
Ποια είναι τα επόμενα καλλιτεχνικά σας σχέδια;
Δεν είναι ακόμα ανακοινώσιμα, δεν μπορώ να πω κάτι. Εκτός από μια ταινία που γυρίστηκε το καλοκαίρι και θα βγει στον κινηματογράφο τον Μάρτιο. Λέγεται «Τελευταία Κλήση», σε σκηνοθεσία του Sherif Francis.
Ποια είναι η σχέση σας με τη Θεσσαλονίκη;
Τη Θεσσαλονίκη την έχω ζήσει γιατί έχω έρθει με παραστάσεις αλλά έχω συνεργαστεί πολλές φορές και με το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος. Έχω ζήσει περισσότερο στο κέντρο της πόλης, γιατί πάντα έμενα στο κέντρο. Μου αρέσει να περπατάω στους δρόμους της, μου αρέσουν τα μουσεία της, οι εκκλησιές της, η παραλία που σου δίνει την επαφή με τη θάλασσα, η ομίχλη της και η γενικότερη κινηματογραφική της αύρα.
Ταυτότητα της παράστασης
Μετάφραση: Νικηφόρος Βαλτινός
Απόδοση – Σκηνοθεσία: Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος
Κίνηση: Αυγουστίνος Κούμουλος
Σκηνικά/Κοστούμια: Ηλένια Δουλαδίρη
Σχεδιασμός Φωτισμών: Ζωή Μολυβδά Φαμέλη
Βίντεο: Βασίλης Ματζώρος
Μουσική: Πάνος Γκίνης
Βοηθός σκηνοθέτη: Κατερίνα Λούβαρη Φασόη
Διανομή: Μαρία Ναυπλιώτου, Νικόλας Παπαγιάννης, Στεφανία Ζώρα, Αυγουστίνος Κούμουλος
Info
Radio City: Βασ. Όλγας 11 και Παρασκευοπούλου 9, τηλ. 2313 254500.
Πρεμιέρα: Παρασκευή 23 Ιανουαρίου 2026 στις 21:00.
Παραστάσεις: Έως τις 8 Φεβρουάριου, κάθε Πέμπτη στις 20:00, Παρασκευή και Σάββατο στις 21:00, Κυριακή στις 18:00.
Προπώληση: https://www.more.com
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θεσσαλονίκη»