Οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ευρωπαϊκή Ένωση επιδιώκουν να κινητοποιήσουν έως και 800 δισεκατομμύρια δολάρια από δημόσια και ιδιωτικά κεφάλαια για την ανοικοδόμηση της Ουκρανίας μετά τον πόλεμο, σύμφωνα με εμπιστευτικό έγγραφο 18 σελίδων που περιήλθε στην κατοχή του Politico.
Το έγγραφο περιγράφει ένα δεκαετές σχέδιο ανάκαμψης με χρονικό ορίζοντα έως το 2040 και με σαφή στόχο την ταχεία πορεία της Ουκρανίας προς την ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή διακίνησε το σχέδιο στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες ενόψει της συνόδου κορυφής των ηγετών την Πέμπτη το βράδυ, ενώ φέρει ημερομηνία 22 Ιανουαρίου, σύμφωνα με τρεις αξιωματούχους και διπλωμάτες της ΕΕ.
Η στρατηγική των Βρυξελλών και της Ουάσινγκτον προβλέπει τη συγκέντρωση εκατοντάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων μακροπρόθεσμης χρηματοδότησης και την παρουσίαση της Ουκρανίας όχι μόνο ως χώρα υπό ανασυγκρότηση, αλλά ως μελλοντικό κράτος-μέλος της ΕΕ και ελκυστικό επενδυτικό προορισμό. Ωστόσο, η υλοποίηση του σχεδίου εξαρτάται άμεσα από μια κατάπαυση του πυρός, η οποία παραμένει αβέβαιη όσο οι εχθροπραξίες συνεχίζονται.
Το χρηματοδοτικό πλαίσιο συνοδεύεται από ένα άμεσο επιχειρησιακό σχέδιο 100 ημερών, με στόχο την έναρξη της διαδικασίας ανοικοδόμησης. Παρ’ όλα αυτά, η προσέλκυση ιδιωτικών επενδύσεων θεωρείται εξαιρετικά δύσκολη όσο ο πόλεμος βρίσκεται σε εξέλιξη. Όπως επισημαίνει η BlackRock –ο μεγαλύτερος διαχειριστής κεφαλαίων παγκοσμίως, που συμμετέχει ως άμισθος σύμβουλος στο σχέδιο– οι επενδυτές δύσκολα θα τοποθετήσουν κεφάλαια σε μια ενεργή ζώνη πολέμου.
«Αν είστε συνταξιοδοτικό ταμείο και έχετε ευθύνη απέναντι στους ασφαλισμένους σας, είναι σχεδόν αδύνατο να επενδύσετε σε μια εμπόλεμη περιοχή», δήλωσε ο αντιπρόεδρος της BlackRock, Φίλιπ Χίλντερμπραντ, στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ στο Νταβός, εκτιμώντας ότι η διαδικασία θα πρέπει να γίνει σταδιακά και σε βάθος χρόνου. «Είναι πολύ δύσκολο να φανταστεί κανείς μαζικές επενδύσεις την ώρα που drones και πύραυλοι συνεχίζουν να επιχειρούν», πρόσθεσε.
Το σχέδιο εντάσσεται στο ειρηνευτικό πλαίσιο 20 σημείων που προωθούν οι ΗΠΑ και στοχεύει στη μετάβαση της Ουκρανίας από την επείγουσα ανθρωπιστική βοήθεια σε μια κατάσταση «αυτοσυντηρούμενης ευημερίας». Στο έγγραφο σημειώνεται ότι οι εγγυήσεις ασφάλειας θεωρούνται ήδη δεδομένες.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται στον ρόλο των Ηνωμένων Πολιτειών, οι οποίες παρουσιάζονται όχι απλώς ως δωρητής, αλλά ως στρατηγικός οικονομικός εταίρος, επενδυτής και «άγκυρα αξιοπιστίας» για την ουκρανική ανάκαμψη. Προβλέπεται άμεση παρουσία αμερικανικών εταιρειών και τεχνογνωσίας επί τόπου, καθώς και καθοριστικός ρόλος της Ουάσινγκτον στην κινητοποίηση ιδιωτικών κεφαλαίων. Στις σχετικές συνομιλίες με το Κίεβο συμμετείχαν, μεταξύ άλλων, ο διευθύνων σύμβουλος της BlackRock, Λάρι Φινκ, ο Τζάρεντ Κούσνερ και ο ειδικός απεσταλμένος του Ντόναλντ Τραμπ, Στιβ Γουίτκοφ.
Σε επίπεδο αριθμών, το έγγραφο αναφέρει ότι μέσα στην επόμενη δεκαετία η ΕΕ, οι ΗΠΑ και διεθνείς χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί –όπως το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και η Παγκόσμια Τράπεζα– έχουν δεσμευθεί να διαθέσουν περίπου 500 δισ. δολάρια από δημόσια και ιδιωτικά κεφάλαια. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή σχεδιάζει επιπλέον να διαθέσει 100 δισ. ευρώ προς την Ουκρανία μέσω δημοσιονομικής στήριξης και επενδυτικών εγγυήσεων στο πλαίσιο του επόμενου επταετούς προϋπολογισμού της ΕΕ από το 2028, ποσό που εκτιμάται ότι θα μπορούσε να «ξεκλειδώσει» επενδύσεις ύψους άνω των 200 δισ. ευρώ.
Από την πλευρά των ΗΠΑ, προβλέπεται η δημιουργία ειδικού Ταμείου Επενδύσεων για την Ανασυγκρότηση ΗΠΑ–Ουκρανίας, χωρίς ωστόσο να αναφέρεται συγκεκριμένο ποσό. Παρότι ο Ντόναλντ Τραμπ περιόρισε τη στρατιωτική και ανθρωπιστική βοήθεια κατά τη διάρκεια του πολέμου, εμφανίζεται πρόθυμος να επενδύσει στην Ουκρανία μετά τη λήξη της σύγκρουσης, με έμφαση σε κρίσιμα ορυκτά, υποδομές, ενέργεια και τεχνολογία.
Όλα αυτά, ωστόσο, προϋποθέτουν ένα βασικό στοιχείο που μέχρι στιγμής απουσιάζει: τη σιωπή των όπλων.