Της Χιονίας Βλάχου – Μπλιάτκα
Ο Valentino Garavani δεν ήταν απλώς ένας μεγάλος σχεδιαστής μόδας αλλά ένας δημιουργός που αντιμετώπισε την κομψότητα ως στάση ζωής, ως έναν τρόπο να στέκεσαι στον κόσμο. Με τον θάνατό του, η διεθνής μόδα αποχαιρετά έναν από τους τελευταίους αυθεντικούς εκπροσώπους της υψηλής ραπτικής, από εκείνους που δεν σχεδίαζαν για τη στιγμή αλλά για τη μνήμη.
Γεννήθηκε στην Ιταλία, σπούδασε στο Παρίσι αλλά η καρδιά του ήταν μόνιμα στραμμένη στη Ρώμη. Ο Valentino είχε από νωρίς βαθιά πίστη στη δύναμη της φόρμας και της λεπτομέρειας. Πάντα τον γοήτευε το ωραίο. Όταν ίδρυσε τον οίκο που έφερε το όνομά του, δεν στόχευε απλώς στην αναγνώριση αλλά στη δημιουργία ενός κόσμου όπου το ρούχο λειτουργούσε ως προέκταση της προσωπικότητας εκείνης που το φορούσε. Το όραμά του ήταν να κάνει τις γυναίκες όμορφες.
Η αισθητική του ήταν αυστηρή χωρίς να είναι ψυχρή, πολυτελής χωρίς στοιχεία επίδειξης. Ένα περιστατικό που πέρασε στη μυθολογία της μόδας αναφέρει ότι όταν ήταν έφηβος, βρέθηκε στην Όπερα της Βαρκελώνης περιτριγυρισμένος από κομψές γυναίκες ντυμένες στα κόκκινα και τότε συνειδητοποίησε τη δύναμη του χρώματος που θα γινόταν το προσωπικό του σύμβολο για πάντα. Το περίφημο «κόκκινο του Valentino» δεν έγινε σύμβολο επειδή εντυπωσίαζε, αλλά επειδή απέδιδε συναίσθημα: πάθος, αυτοπεποίθηση, θηλυκή δύναμη. Γι’ αυτό και τα φορέματά του έντυσαν γυναίκες που δεν χρειάζονταν επιβεβαίωση -από πολιτικές προσωπικότητες έως εμβληματικές φιγούρες της τέχνης και του κινηματογράφου.
Σε μια εποχή που η μόδα μετατρεπόταν σταδιακά σε βιομηχανία ταχύτητας, ο Valentino επέμενε στην αργή δημιουργία, στο χέρι, το βλέμμα, τη σιωπή του ατελιέ. Η διαδικασία είχε για εκείνον την ίδια σημασία με το αποτέλεσμα. Κάθε φόρεμα ήταν μια πράξη φροντίδας, σχεδόν τελετουργική. Ακόμη και μετά την αποχώρησή του από την ενεργό δράση, η σκιά του παρέμεινε παρούσα: όχι ως βάρος αλλά ως σημείο αναφοράς και μέτρο σύγκρισης.
Ο θάνατός του δεν σηματοδοτεί απλώς το τέλος μιας σπουδαίας διαδρομής. Υπενθυμίζει ότι η αληθινή κομψότητα δεν φωνάζει, δεν φθείρεται και δεν πεθαίνει. Παραμένει, όπως και το έργο του Valentino, ήσυχη, σταθερή και βαθιά ανθρώπινη.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θεσσαλονίκη»