Πολύ μεγάλος αποδεικνύεται ο… μήνας για τον μισθό του μέσου Έλληνα, καθώς το μηνιαίο εισόδημα που έχουν στη χώρα μας 6 στα 10 νοικοκυριά δεν επαρκεί για περισσότερες από μόλις 18 μέρες! Το πρόβλημα γίνεται ακόμα πιο έντονο στη Θεσσαλονίκη και γενικότερα στην Κεντρική Μακεδονία, όπου το κατά κεφαλή ΑΕΠ δεν υπερβαίνει το 86,6% και 80,9%, αντίστοιχα, του εθνικού μέσου όρου.
Αντιμέτωποι με ένα σαρωτικό «κύμα» ανατιμήσεων, που ανεβάζει σε όλο και πιο δυσθεώρητα ύψη τις τιμές των προϊόντων στα ράφια και κάνει κάθε «πέρσι» να φαντάζει και καλύτερο, οι περισσότεροι αναγκάζονται να αναζητήσουν «λύσεις» σε προσφορές ή στη μείωση της ποσότητας και της… ποιότητας των προϊόντων που καταναλώνουν προκειμένου να «βγάλουν» τον μήνα.
Η ελληνική κοινωνία ζει εδώ και χρόνια σε ένα παράδοξο. Τα στοιχεία, τα οποία δεν παύει να επικαλείται με κάθε ευκαιρία η κυβέρνηση, δείχνουν αύξηση μισθών, αποκλιμάκωση του ρυθμού αύξησης του πληθωρισμού και θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης. Σύμφωνα, μάλιστα, με το τελευταίο Note on the Greek Economy της Τράπεζας της Ελλάδος (ΤτΕ), η ελληνική οικονομία αναμένεται να διατηρήσει σταθερή αναπτυξιακή δυναμική της τάξης του 2,1% την περίοδο 2025 – 2027, ξεπερνώντας τον μέσο όρο της Ευρωζώνης. «Η ανάπτυξη θα στηριχθεί κυρίως στην ιδιωτική κατανάλωση και τις επενδύσεις, με τη συνδρομή των διαθέσιμων ευρωπαϊκών πόρων, καθώς και στην ενίσχυση των εξαγωγών», αναφέρεται χαρακτηριστικά.
Οι αριθμοί ευημερούν οι άνθρωποι υποφέρουν
Στην πράξη, οι αριθμοί μπορεί ναι μεν πλέον να ευημερούν και η χώρα μας να μην βρίσκεται σε ύφεση, η ελληνική κοινωνία ωστόσο δεν αισθάνεται κανενός είδους ανάκαμψη. Αντιθέτως, η καθημερινότητα παραμένει εξαιρετικά δύσκολη για την πλειονότητα των Ελλήνων που υποφέρουν και επιδίδονται σε έναν διαρκή… αγώνα δρόμου για το κυνήγι των καλύτερων δυνατών τιμών και προσφορών, ώστε να καταφέρουν -έστω και στοιχειωδώς και με πολλές θυσίες- να τα βγάλουν πέρα.
Η δημόσια συζήτηση συχνά στήνεται γύρω από ένα… ψευτοδίλημμα: φταίνε οι μισθοί ή η ακρίβεια; Στην πραγματικότητα, αυτοί οι δύο παράγοντες λειτουργούν παράλληλα, πολλαπλασιάζοντας την αίσθηση αδυναμίας να καλυφθούν οι ανάγκες των νοικοκυριών.
Η ζοφερή πραγματικότητα που αντιμετωπίζουν τα νοικοκυριά αποτυπώνεται σε έρευνα του Ινστιτούτου Μικρών Επιχειρήσεων της Γενικής Συνομοσπονδίας Επαγγελματιών Βιοτεχνών Εμπόρων Ελλάδας (ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ) για το εισόδημα των νοικοκυριών το 2025, η οποία δόθηκε πριν λίγες μέρες στη δημοσιότητα. Σύμφωνα με αυτήν, το μηνιαίο εισόδημα που έχουν 6 στα 10 νοικοκυριά επαρκεί μόνο για 18 μέρες. Το 2024 (σύμφωνα με την περσινή έρευνα) το εισόδημα του αντίστοιχου ποσοστού νοικοκυριών επαρκούσε για 19 μέρες, γεγονός που καταδεικνύει μια, έστω και μικρή, περαιτέρω επιδείνωση της κατάστασής τους.

Από τα στοιχεία της έρευνας προκύπτει ακόμη ότι:
- Το 83,5% των νοικοκυριών δεν κατάφεραν πέρυσι να αποταμιεύσουν ούτε ένα ευρώ (81,6% το 2024)
- το 54% χρειάστηκαν να κάνουν περικοπές για να καλύψουν τα αναγκαία (52,2%)
- το 12,1% δηλώνουν ότι το εισόδημά τους δεν επαρκεί για να καλύψει ούτε τις βασικές τους ανάγκες (11,6%)
- το 55,7% δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν ένα έκτακτο έξοδο της τάξης των 500 ευρώ (50%).
Επίσης, το 65,5% (64,9% το 2024) δαπάνησαν το 2025 περισσότερα για λογαριασμούς του σπιτιού, το 65,2% (63,4%) περισσότερα για είδη διατροφής, ενώ το 36,4% (36,1%) καθυστερεί ή αδυνατεί να καλύψει ιατρικά έξοδα.
Μειώνουν ποσότητα και ποιότητα
Μια άλλη πτυχή του προβλήματος αναδεικνύεται από έρευνα του Ινστιτούτου Έρευνας Λιανεμπορίου Καταναλωτικών Αγαθών (ΙΕΛΚΑ), σύμφωνα με την οποία το 78% των καταναλωτών έχει στραφεί σε προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας, ενώ το 60% περιορίζει την ποσότητα ή επιλέγει φθηνότερα προϊόντα σε τρόφιμα, που άλλοτε δεν θα δοκίμαζαν ποτέ.
Οι πιέσεις δεν περιορίζονται στο καλάθι του σούπερ μάρκετ. Σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat, περίπου το 45% των Ελλήνων δηλώνουν ότι δεν είναι σε θέση να κάνουν ούτε μια βδομάδα διακοπές τον χρόνο – ποσοστό σχεδόν διπλάσιο από το αντίστοιχο του ευρωπαϊκού μέσου όρου.
Τα τελευταία χρόνια μπορεί μεν να έχουν αυξηθεί οι μισθοί (ο κατώτατος μισθός από τα 650 ευρώ το 2019 έφτασε τα 830 το 2024 και τα 880 το 2025, ενώ ο μέσος μισθός διαμορφώθηκε περίπου στα 1.340 ευρώ μεικτά), αλλά:
- το κατά κεφαλήν ΑΕΠ στη χώρα μας σε όρους αγοραστικής δύναμης ισούται, σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat, μόλις με το 67% του ευρωπαϊκού μέσου όρου
- η ραγδαία άνοδος του πληθωρισμού στην Ελλάδα έχει εξανεμίσει την αγοραστική δύναμη των εισοδημάτων.
Το τελευταίο αποδεικνύεται από στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ), σύμφωνα με τα οποία η αξία της νομισματικής μονάδας μειώθηκε το 2025 αισθητά σε σχέση με πέντε χρόνια νωρίτερα. Ειδικότερα, ένα ευρώ το 2025 άξιζε 1,21 ευρώ το 2020 (και 1,57 ευρώ το 2002, χρονιά που μπήκαμε στο ευρώ).

Αυξήσεις – φωτιά
Η αισθητή αυτή μείωση της σχετικής αξίας των χρημάτων, διαφαίνεται από τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ που πιστοποιούν την αύξηση των τιμών σε σχεδόν όλα τα είδη που διαμορφώνουν τον Δείκτη Τιμών Καταναλωτή. Ειδικότερα, το 2025 έχουν αυξηθεί σε σχέση με το 2020:
- Τα βασικά είδη διατροφής και τα μη αλκοολούχα ποτά κατά 33,35%.
- Τα αλκοολούχα ποτά και ο καπνός κατά 7,31%.
- Η ένδυση και η υπόδηση κατά 20,78%.
- Η στέγαση κατά 26,64%.
- Τα διαρκή αγαθά, είδη νοικοκυριού και υπηρεσίες κατά 14,14%.
- Τα έξοδα για την υγεία κατά 11,95%.
- Οι μεταφορές κατά 23,31%.
- Τα έξοδα για αναψυχή και πολιτιστικές δραστηριότητες κατά 7,27%.
- Η εκπαίδευση κατά 10,51%.
- Τα ξενοδοχεία, καφέ και εστιατόρια κατά 26,64%
- Διάφορα άλλα αγαθά και υπηρεσίες κατά 8,14%.
Στην ίδια χρονική περίοδο, έχουν μειωθεί μόνο τα έξοδα για τις επικοινωνίες (μείωση κατά 5,9%)!
Οι αυξήσεις, όμως, δεν εντοπίζονται μόνο σε σχέση με πριν από μια πενταετία, αλλά αντιθέτως «τρέχουν» από μήνα σε μήνα και από χρόνοι σε χρόνο. Είναι χαρακτηριστικό ότι τον Δεκέμβριο του 2025 καταγράφηκε, σε σχέση με τον Δεκέμβριο του 2024, αύξηση τιμών σε: ψωμί (2,5%), άλλα προϊόντα αρτοποιίας και ζαχαροπλαστικής (3,4%), κρέατα – γενικά (13,1%), ψάρια νωπά (4%), γαλακτοκομικά και αυγά (4,4%), φρούτα (10,6%), σοκολάτες – προϊόντα σοκολάτας (20%), προϊόντα ζαχαροπλαστικής (6,9%), καφέ (20,9%) και χυμούς φρούτων (5,5%). Επίσης, σε: ένδυση και υπόδηση (1,8%), ηλεκτρισμό (4,1%), μεταφορά επιβατών με αεροπλάνο (11,9%), πακέτο διακοπών (7,2%), εστιατόρια/ ζαχαροπλαστεία/ καφενεία/ κυλικεία (7,4%) και ασφάλιστρα υγείας (7%).
Την ίδια ώρα και ενώ οι τιμές σε βασικά είδη διατροφής τραβούν συνεχώς την ανηφόρα, αυξάνονται σημαντικά και οι τιμές των ενοικίων, που αποσπούν σημαντικό μέρος από το οικογενειακό εισόδημα, αγγίζοντας περί το 40% σύμφωνα με εκτιμήσεις. Είναι χαρακτηριστικό πως στο τελευταίο τρίμηνο του 2025, έναντι του αντίστοιχου διαστήματος του 2024, η μέση τιμή του τ.μ. στον δήμο Θεσσαλονίκης διαμορφώθηκε στα 10 ευρώ (+8,3%), στους περιφερειακούς δήμους στα 7,5 ευρώ (+3,3%) και στο υπόλοιπο του νομού στα 4,78 ευρώ (+9,6%).
Πιο έντονο το πρόβλημα σε Θεσσαλονίκη και Κ. Μακεδονία
Πιο έντονο είναι το πρόβλημα της ακρίβειας για τους κατοίκους της Θεσσαλονίκης και γενικότερα της Κεντρικής Μακεδονίας.
Τόσο στην πόλη μας, όσο και συνολικά στην περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας, το κατά κεφαλή Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ) είναι αισθητά χαμηλότερο, τόσο σε σχέση με τις περισσότερες περιοχές της χώρας, όσο και συγκριτικά με τον πανελλαδικό μέσο όρο.
Όπως προκύπτει από τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, το κατά κεφαλή ΑΕΠ διαμορφώθηκε το 2022 (είναι η τελευταία χρονιά για την οποία υπάρχουν διαθέσιμα επαρκή στοιχεία) στα 19.568 ευρώ. Την ίδια στιγμή, το κατά κεφαλή ΑΕΠ στην περιφερειακή ενότητα Θεσσαλονίκης δεν υπερέβαινε τα 16.948 ευρώ και στο σύνολο της Κεντρικής Μακεδονίας τα 15.825 ευρώ (το 86,6% και το 80,9%, αντίστοιχα, του μέσου όρου της Ελλάδας). Να σημειωθεί ότι το κατά κεφαλή ΑΕΠ της Κεντρικής Μακεδονίας είναι το 5ο χαμηλότερο των συνολικά 13 περιφερειών της Ελλάδας!

Κραυγή αγωνίας από τους Θεσσαλονικείς
Κραυγή αγωνίας για την καλπάζουσα ακρίβεια που «αδειάζει» όλο και πιο νωρίς τις τσέπες τους, βγάζουν οι Θεσσαλονικείς, και ειδικά οι συνταξιούχοι, για τους οποίους η καθημερινή επίσκεψη σε ένα σούπερ μάρκετ ή ακόμα και σε μια λαϊκή αγορά έχει μετατραπεί σε… εφιάλτη.
«Πλέον κάνω λιγότερα ψώνια και κοιτάζω να γεμίσω πρώτα το καλάθι μου με προσφορές», δηλώνει στη «Θ» η κ. Βασιλική. Η 68χρονη συνταξιούχος τονίζει επίσης πως τα χρήματα που έχουν στη διάθεσή τους η ίδια και ο σύζυγός της, φτάνουν «τσίμα τσίμα» για να βγει ο μήνας. «Ειδικά το τελευταίο δεκαήμερο του μήνα ζοριζόμαστε οικονομικά», αναφέρει, ενώ παράλληλα επισημαίνει ότι, όπως έχει διαπιστώσει, μετά τις 15 κάθε μήνα μειώνεται «αισθητά» η κίνηση σε όλα τα σούπερ μάρκετ!
«Οι τιμές ανεβαίνουν καθημερινά. Λίγες μέρες νωρίτερα οι τιμές στα τυριά και τα γιαούρτια ήταν χαμηλότερες», υπογραμμίζει από την πλευρά του ο κ. Γιώργος. Ο ίδιος έχει βρει τη «λύση»: αναγκαστικά αγοράζει, όπως αναφέρει, όλο και λιγότερα προϊόντα!
Στο ίδιο μήκος κύματος κυμαίνεται και ο κ. Θανάσης. «Προσπαθώ στην αρχή κάθε εβδομάδας να προλάβω τα προϊόντα που είναι σε προσφορά διημέρου, καθώς τότε βρίσκω τις καλύτερες τιμές», δηλώνει και προσθέτει ότι ο ίδιος και η σύζυγός του τρώνε συνήθως το ίδιο φαγητό δύο ή ακόμα και τρεις ημέρες στη σειρά. «Ευτυχώς, μας βοηθάει η κόρη μας για να εξοφλήσουμε τις μηνιαίες μας υποχρεώσεις. Αλλά κι αυτή έχει δυο παιδιά…» καταλήγει.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θεσσαλονίκη»