Ο Γιώργος Ιωάννου συγκαταλέγεται ανάμεσα στις πιο ιδιαίτερες και ουσιαστικές φωνές της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς της ελληνικής πεζογραφίας. Με σύντομα, ιδιόμορφα κείμενα που αντλούν υλικό από την καθημερινότητα, κατόρθωσε να αναδείξει τις αθέατες πλευρές της ανθρώπινης εμπειρίας μέσα από έναν άμεσο, εξομολογητικό λόγο που επηρέασε βαθιά μεταγενέστερους δημιουργούς. Το έργο του, αποτελούμενο από δέκα συλλογές πεζογραφημάτων, λειτουργεί ως μια θερμή και ανθρώπινη κατάθεση για τις πληγές του εσωτερικού και του εξωτερικού κόσμου.
Γεννημένος στη Θεσσαλονίκη το 1927 με το όνομα Γεώργιος Σορολόπης, μεγάλωσε σε οικογένεια προσφύγων από την Ανατολική Θράκη. Οι μνήμες της Κατοχής, όταν η οικογένειά του αναγκάστηκε να μετακινηθεί για να σωθεί από τους βομβαρδισμούς, χαράχτηκαν βαθιά στην ψυχή του και επανέρχονται συχνά στο συγγραφικό του σύμπαν. Το 1955 υιοθέτησε το επώνυμο Ιωάννου, τιμώντας τον πατέρα του και σηματοδοτώντας μια νέα προσωπική και δημιουργική πορεία.
Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και, μετά τη στρατιωτική του θητεία, εργάστηκε ως φιλόλογος. Η πρώτη του εμφάνιση στα γράμματα έγινε το 1954 με την ποιητική συλλογή «Ηλιοτρόπια». Παρά τη σύντομη ακαδημαϊκή του πορεία ως βοηθός στην έδρα της Αρχαίας Ιστορίας, γρήγορα εγκατέλειψε το πανεπιστημιακό περιβάλλον, αναζητώντας έναν πιο αυθεντικό τρόπο ζωής και έκφρασης.
Η ουσιαστική στροφή προς την πεζογραφία πραγματοποιήθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1960, όταν διορίστηκε στη δημόσια εκπαίδευση και υπηρέτησε σε απομακρυσμένες περιοχές, αλλά και στη Λιβύη, όπου ίδρυσε ελληνικό γυμνάσιο. Το 1964 εξέδωσε το πρώτο του πεζογραφικό βιβλίο «Για ένα φιλότιμο», εγκαινιάζοντας μια διαδρομή που θα συνδεθεί στενά με τη μνήμη, την πόλη και την προσωπική εξομολόγηση. Η επιστροφή του στη Θεσσαλονίκη και αργότερα η εγκατάστασή του στην Αθήνα ενίσχυσαν τη θεματική του γύρω από τη μοναξιά του σύγχρονου ανθρώπου μέσα στο αστικό τοπίο.
Μετά τη μεταπολίτευση, συμμετείχε ενεργά στη διαμόρφωση σχολικών ανθολογίων και εκπαιδευτικών αναγνωσμάτων, επηρεάζοντας τη λογοτεχνική παιδεία μιας ολόκληρης γενιάς μαθητών. Το 1978 κυκλοφόρησε «Το δικό μας αίμα», έργο που τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Διηγήματος και καθιέρωσε οριστικά τη θέση του στο λογοτεχνικό στερέωμα.
Η ζωή του σημαδεύτηκε από τον σοβαρό τραυματισμό του σε τροχαίο το 1980, εμπειρία που αποτυπώθηκε στο συγκλονιστικό κείμενο «Τα πολλαπλά κατάγματα». Παράλληλα ασχολήθηκε με τη λαογραφία, τη συλλογή δημοτικών τραγουδιών και τη μετάφραση αρχαίων κειμένων, διευρύνοντας το πνευματικό του αποτύπωμα.
Ο θάνατός του το 1985, σε ηλικία μόλις 57 ετών, διέκοψε πρόωρα μια δημιουργική πορεία με έντονη εσωτερικότητα και αυθεντικότητα. Ωστόσο, το έργο του παραμένει ζωντανό, θυμίζοντας πως η μεγάλη λογοτεχνία δεν χρειάζεται υψηλούς τόνους· αρκεί μια ειλικρινής, ανθρώπινη φωνή που μιλά χαμηλά αλλά φτάνει βαθιά.