Μαθητής τότε, μέσα δεκαετίας του ´70, θυμάμαι ότι είχαμε πάει στην ορκωμοσία ενός οικογενειακού φίλου, στο μεγάλο προαύλιο της Στρατιωτικής Ιατρικής. Εκεί, ευθυτενείς νέοι, ένστολοι με τα σπαθιά έλαμπαν την ώρα της ορκωμοσίας τους. «Μα ποιος είναι αυτός, αναρωτήθηκα, ο γκριζομάλλης με τη φωτογραφική μηχανή στα χέρια που έδινε εντολές χωρίς να είναι αξιωματικός;» Έδειχνε που να σταθούν, πώς να χωρέσουν στη φωτογραφία.
Μου λένε «ο Κυριακίδης», με ένα ύφος τους δεν ξεχνιέται. Σαν να πρόσθεταν: «Μα πού ζεις; Δεν ξέρεις τον Κυριακίδη;»
«Ο Γιάννης Κυριακίδης (1924 – 2016) έζησε ‘’εκ του συστάδην’’ όλη την περιπέτεια της Θεσσαλονίκης και του λαού της, μαχόμενος με τα αγχέμαχα όπλα του και εικονογραφώντας στο στερέωμα της Ιστορίας, μαζί με αυτήν, και το δραματικό πολιτικό γίγνεσθαι της χώρας, έτσι που το αρχείο του να είναι, όχι ένα θαμμένο και βουβό παρελθόν, αλλά ένα ζωντανό και λάλον ύδωρ και μνήμης και νοσταλγίας και κατανόησης και παρόρμησης», έγραψε ο αξέχαστος δημοσιογράφος Γεράσιμος Δώσσας, στο βιογραφικό λεύκωμα, «Γιάννης Κυριακίδης – Ζωή γεμάτη εικόνες» (εκδόσεις ΜΙΛΗΤΟΣ, 2014) που είχα την τιμή να επιμεληθώ, αποτιμώντας τους παράλληλους βίους της Θεσσαλονίκης και του εμβληματικού φωτοειδησεογράφου στο άνυσμα μισού αιώνα και πλέον της νεοελληνικής ιστορίας.
Η ζωή τα φέρε έτσι και τον γνώρισα πράγματι από πολύ κοντά τον Γιάννη Κυριακίδη, τόσο όσο ν´ αντιληφθώ πως ο κορυφαίος φωτορεπόρτερ που ανέδειξε η Θεσσαλονίκη, έγραψε ιστορία με μοναδικό τρόπο, σαν ένας άλλος Φρανκ Σινάτρα με ένα δικό του «My way».

Φωτογραφίες – «ποιήματα»
Το φθινόπωρο του 1981, «βγήκα» όπως λέγαμε, για ρεπορτάζ στο ΑΠΘ για τα προβλήματα των φοιτητών και τη ζωή τους στο campus ως νεαρός συντάκτης της «Θεσσαλονίκης». Δεν ξεχνιέται εκείνη η ημέρα που ξεκινήσαμε από την πλατεία του Χημείου με την ανεκτίμητη παρουσία του Γιάννη Κυριακίδη, ο οποίος έβγαλε φωτογραφίες – «ποιήματα».
Ακολούθησαν χρόνια πυκνής συνεργασίας στον Τύπο αλλά και συμμετοχής του σε εκπομπές μας στο ραδιόφωνο και την τηλεόραση, μέχρι το 2012 όταν μου ζήτησε -ακόμα πιο μεγάλη τιμή για μένα- να επιμεληθώ το λεύκωμα με σπουδαίες φωτογραφίες του και την κομψή καλλιτεχνική επιμέλεια και έρευνα του φωτογραφικού αρχείου, της κόρης του Αθηνάς Κυριακίδη.
Από νωρίς κέρδισε όλη την κατανόηση και αργότερα το σεβασμό, για να κάνει τη δουλειά του με τη φωτογραφική του μηχανή και το μοναδικό του τρόπο. Αναστάτωνε επίσημους και απλό κόσμο. «Κυριακίδης είναι αυτός…» έλεγαν οι παλιότεροι.

Η σκάλα και οι άνθρωποι
Τον ρώτησα για τη συνέντευξη του βιβλίου: «Η σκάλα του Κυριακίδη είναι εικόνα αναφοράς πια. Πώς βλέπετε τον κόσμο από κει πάνω;»
«Κάθε φορά που ανεβαίνω στη σκάλα για να φωτογραφίσω, βλέπω πόσο μικροί είναι οι άνθρωποι. Φωτογραφίζω την πραγματικότητα. Αυτό που είναι μέσα στο μάτι του φακού», ήταν η απάντηση.
Και πρόσθεσε: «Ταξίδεψα σε όλο τον κόσμο. Από την Αλάσκα ως την Αφρική, από την Αμερική ως την Κίνα και την Ιαπωνία, ως τη Σοβιετική Ένωση και την Αυστραλία. Και σε όλες τις χώρες της Ευρώπης. Πάντα όμως γυρνούσα στο λιμάνι της καρδιάς μου, τη Θεσσαλονίκη».
Η μνημειώδης έκφραση «Ο Ιωάννης της Κλίμακος» για τον Γιάννη Κυριακίδη ανήκει στον αξέχαστο «Πετεφρή» των γραμμάτων, τον Πάνο Θεοδωρίδη.
Έλεγε:
- «Τον κύκλωσαν και τον αγάπησαν επειδή είναι πολύ έντιμος άνθρωπος, ειδικά εκεί που νομίζει πως σε έχει τυλίξει με την γαλιφιά του».
- «Είμαι πεπεισμένος πως η πόλη μπορεί να αδυνατεί να λύσει το κυκλοφοριακό στη γωνία Κομνηνών και Μητροπόλεως, αλλά ο Γιάννης ανέβηκε στη σκάλα του, ο σύγχρονος δηλαδή Ιωάννης της Κλίμακος και επόπτευσε κεφαλές πρωθυπουργών, φιλοδοξίες υπουργών και δεκάρικους επισήμων».
Δεν ήταν όμως μόνο η σκάλα που είχε πάντα μαζί του. Πέταξε με ελικόπτερα, μπήκε σε βαπόρια με θαλασσοταραχή, σε άρματα του στρατού, σε φορτηγά, σκαρφάλωσε σε δέντρα, σε οροφές και σε σκαλωσιές.

Πλήθος προσωπικοτήτων
Φωτογράφισε μόνος του τους πρώτους αστροναύτες του Διαστήματος. Κάλυψε τους Ολυμπιακούς της Σεούλ, της Ατλάντα, της Βαρκελώνης και της Αθήνας.
Στον αγώνα του «για το ψωμί και την τέχνη», όπως έλεγε, συνάντησε πατριάρχες, διεθνούς κύρους ηγέτες, μεγάλους καλλιτέχνες και αθλητές αλλά και απλούς ανθρώπους που σήμερα είναι «στις κιτρινισμένες σελίδες των παλιών εφημερίδων».
Μεταξύ αυτών ο Σαρλ Ντε Γκωλ, ο Αλέξανδρος Παπάγος, ο Βαλερί Ζισκάρ Ντ’ Εσταίν, ο Φρανσουά Μιτεράν, ο Νίκος Ζαχαριάδης, ο Λεωνίδας Ιασωνίδης, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, ο Ανδρέας Παπανδρέου, ο Γεώργιος Παπανδρέου, ο Γρηγόρης Λαμπράκης, ο Τζορτζ Μπους πατέρας, ο Μιχαήλ Γκορμπατσόφ, ο Μάνος Χατζιδάκις, ο Μίκης Θεοδωράκης ο Οδυσσέας Ελύτης, ο Μανώλης Ανδρόνικος, ο Νουρέγιεφ, ο Μενέλαος Λουντέμης, ο Μανόλης Ανγνωστάκης, ο Στέλιος Καζαντζίδης, ο Νίκος Γκάλης, ο Γιάννης Βελλίδης, ο Γιάννης Μπουτάρης, ο Διονύσης Σαββόπουλος, ο Δημήτρης Γουσίδης, ο Παναγιώτης Σπύρου.

Το άλογο και η… αρκούδα!
Μέχρι και τον βασιλιά κατέβασε από το άλογο. Τον Κωνσταντίνο.
«Έτσι που καθόταν», θυμήθηκε, «πάνω στο άλογο δεν με βόλευε να τον βγάλω φωτογραφία. Του λέω λοιπόν: ‘’Εξοχότατε, μήπως είναι εύκολο να κατεβείτε από το άλογο για να έχω πιο σωστή εικόνα;’’ Αυτό έγινε στην πλατεία Αριστοτέλους».
Ποτέ δεν «έφαγε πόρτα». Ποτέ δεν γύρισε πίσω χωρίς φωτογραφικό θέμα. Κι έλεγε: «Όλα αυτά τα νέα τότε παιδιά που είναι τώρα πια βετεράνοι, καταξιωμένοι δημοσιογράφοι κλπ, παρακαλούσαν να είμαι μαζί τους, γιατί το δικό μου το μάτι ήταν περισσότερο στην αφαίρεση και όχι στην πρόσθεση. Έβλεπα πράγματα που δεν έβλεπαν οι άλλοι. Μου έλεγε ο πατέρας μου: ‘’Θα περπατάς στο δρόμο και θα βλέπεις αυτά που δεν βλέπουν οι άλλοι. Τότε στη ζωή σου θα πας μπροστά’’».
Θύμωνε με κάποιους φίλους του, γνωστούς Θεσσαλονικιούς και συναισθηματικούς «τυράννους» του, που με φάρσες και με το γνωστό ψευδώνυμο «αρκούδα» τον πείραζαν, αλλά αυτό δεν κρατούσε πολύ. Με χιούμορ και αξιοπρέπεια τα προσπερνούσε. Αλλά όταν αργούσε η επόμενη πλάκα, την προκαλούσε μόνος του.
«Την πρώτη επαγγελματική σας μηχανή πως την αποκτήσατε;» Τον ρώτησα ψάχνοντας την άκρη του νήματος για το βιογραφικό βιβλίο του.

Η πρώτη μηχανή
«Ήταν μια ξεχωριστή στιγμή για μένα, όχι μόνο γιατί απέκτησα την πρώτη μου επαγγελματική φωτογραφική μηχανή στα τέλη της δεκαετίας του 1940, αλλά και για την εμπιστοσύνη που μου έδειξε ο Σαλβατόρ Κούνιο που είχε το μεγαλύτερο κατάστημα με φωτογραφικά είδη. Μπήκα στο μαγαζί έχοντας στην τσέπη μου όλο και όλο εκατό δραχμές. Ζήτησα μία μηχανή Ρόλεφλεξ, η οποία όπως μου είπε, στοίχιζε 3.500 χιλιάδες δραχμές. ‘’Θα χρειαστεί αρκετός καιρός να την ξεπληρώσω’’, απάντησα στον Κούνιο. Τότε αυτός ο άνθρωπος, ο οποίος δεν με γνώριζε, αφού με κοίταξε επίμονα, γύρισε στον υπάλληλο του και του λέει: ‘’Βίκτωρ, κάνε τη μηχανή πακέτο για να την πάρει το παιδί’’. ‘’Μα έχω μόνο 100 δραχμές’’, του απαντάω με παράπονο. ‘’Θα την πάρεις’’. Κόπηκε η φωνή μου. Χάρηκα σαν μωρό παιδί. Μετά από οκτώ μήνες σκληρής δουλειάς μάζεψα τα χρήματα και όταν πήγα να του τα δώσω, τον ρωτάω: ‘’Κύριε Κούνιο, πως εμπιστευθήκατε σε μένα, με το αμπέχονο και τα άρβυλα, να μου δώσετε μία μηχανή 3.500 δραχμών’’; Και μου απαντάει: ‘’Είδα στα μάτια σου το πάθος που είχες να αποκτήσεις αυτή τη μηχανή και την εντιμότητά σου και θέλησα να βοηθήσω ένα νέο παιδί να ξεκινήσει τη ζωή του’’».
Ο άνθρωπος πίσω από τον φακό
Ο Γιάννης Κυριακίδης γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη στις 10 του Μάη 1924 και πέθανε στις 22 Φεβρουαρίου 2016.
Οι γονείς του ήταν πρόσφυγες από την Τραπεζούντα και εγκαταστάθηκαν στην Καλαμαριά. Εκεί μεγάλωσε μαζί με τα άλλα δύο αδέλφια μου, ένα αγόρι και ένα κορίτσι. Χρόνια δύσκολα, που τον σημάδεψαν αλλά και έστρωσαν με τον τρόπο τους το δρόμο για την μετέπειτα πορεία του.
Με τη Χρύσα, σύντροφο της ζωής του, έκαναν μια θαυμάσια οικογένεια, η οποία βέβαια δεν είχε τον χρόνο να τον χαρεί όσο θα ήθελε, αφού συχνά έλειπε σε μεγάλες αποστολές. Οι κόρες του Τίτη και Αθηνά, σκηνογράφος και φωτογράφος αντίστοιχα, του χάρισαν εγγονάκια τα οποία λάτρευε.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θεσσαλονίκη»