Συνέντευξη στη Γεωργία Μακρογιώργου
Η Τασούλα Τσιλιμένη, με σημαντικό έργο στην πανεπιστημιακή διδασκαλία της παιδικής και εφηβικής λογοτεχνίας, αλλά και στη συγγραφή για μικρούς και μεγάλους, επιστρέφει με τη νέα συλλογή διηγημάτων «Το πάρκο της μνήμης» από τις εκδόσεις Αρμός. Με σύντομες ιστορίες που φωτίζουν στιγμές της καθημερινότητας και αναδεικνύουν τη δύναμη της μνήμης, η συγγραφέας σκιαγραφεί με ευαισθησία και καθαρότητα τον εσωτερικό κόσμο των ηρωίδων της.
Τασούλα Τσιλιμένη, τι σε οδήγησε να κάνεις τη μνήμη κεντρικό άξονα της νέας σου συλλογής;
Η πρόκληση να δω τη μνήμη αλλιώς. Ως κεντρικός άξονας της συλλογής, η μνήμη δεν λειτουργεί ως αναδρομή, αλλά ως παρόν που επιμένει. Με ενδιέφερε η μνήμη όχι ως καταφύγιο, αλλά ως χώρος όπου κινούνται οι χαρακτήρες χωρίς πάντα να το συνειδητοποιούν. Είναι αυτή που διαμορφώνει τις επιλογές, τις αντιδράσεις τους, ακόμη και τις σιωπές τους. Η μνήμη δεν έχει τον χαρακτήρα της εξήγησης, της ερμηνείας, αλλά υπενθυμίζει ότι τίποτα δεν ξεκινά από το μηδέν και ότι το παρόν κουβαλά πάντα κάτι που προηγήθηκε, έστω και αποσπασματικά και έτσι προκύπτουν ερμηνείες της γύρω και της μέσα μας πραγματικότητας. Της πραγματικότητας του εγώ μας.
Γιατί επιλέγεις να εστιάζεις σε μικρές, καθημερινές λεπτομέρειες;
Εστιάζω στις μικρές, καθημερινές λεπτομέρειες γιατί εκεί βρίσκεται η ουσία της ζωής. Στα ανεπαίσθητα αποκαλύπτεται ο χαρακτήρας παρά στα μεγάλα γεγονότα. Οι λεπτομέρειες είναι φορείς μνήμης, κουβαλούν όσα δεν ειπώθηκαν, όσα δεν αντέξαμε, όσα προσδοκούσαμε. Πιστεύω ότι με αυτόν τον τρόπο ο αναγνώστης αναγνωρίζει τον εαυτό του, γιατί η καθημερινότητα είναι το κοινό μας έδαφος. Φωτίζοντάς την η ιστορία και το νόημα βαθαίνουν. Η καθημερινότητα μας καθορίζει. Αυτή προσδιορίζει το πώς νιώθουμε, πώς αντιδρούμε και γιατί. Σε τι δίνουμε προτεραιότητα, τι επιθυμούμε και τι μας προσπερνά.
Ποια πλευρά της σύγχρονης Ελληνίδας θέλησες να αναδείξεις μέσα από τα διηγήματα;
Όλες. Την ψυχοσύνθεση της ερωτευμένης γυναίκας, της μετανάστριας, της συζύγου, της εργαζόμενης, της μητέρας που δεν την καταλαβαίνουν, αυτής που βιώνει την απώλεια σε μια απρόσωπη πόλη. Διερευνώ το πώς και από τι επηρεάζεται η συμπεριφορά τους, τα συναισθήματα και οι αποφάσεις τους.
Με ποιον τρόπο επηρεάζει η πανεπιστημιακή σου δουλειά τη συγγραφή για ενήλικες;
Δε νομίζω ότι συμβαίνει αυτό. Η ανάγκη μου – κοινή ανάγκη όλων μας να ακούμε και να λέμε ιστορίες – να επι-κοινωνήσω είναι αυτή που με οδηγεί στη συγγραφή. Φυσικά η θεωρητική σκευή όταν ξαναδιαβάζω τα κείμενά μου, χωρίς να με ρωτήσει, παρεμβαίνει όταν το κρίνει απαραίτητο.
Τι σε οδηγεί σε μια λιτή, αποστασιοποιημένη γραφή αντί για νοσταλγική προσέγγιση;
Η αποστασιοποιημένη γραφή προκύπτει από την πρόθεσή μου να μην παρέμβω και να μην καθοδηγήσω το συναίσθημα του αναγνώστη, αλλά να του δώσω χώρο. Η νοσταλγία συχνά γλυκαίνει και θολώνει καταστάσεις του παρελθόντος. Εγώ προτιμώ να το δω καθαρά, χωρίς φίλτρα. Η απόσταση επίσης λειτουργεί ως μια πράξη σεβασμού απέναντι στους χαρακτήρες. Όπως και στην πρώτη μου συλλογή έτσι κι εδώ δεν τους ερμηνεύω, δεν τους κρίνω, ούτε τους δικαιολογώ. Απλά τους παρατηρώ, τους ακολουθώ σε όσα νιώθουν και όσα τους συμβαίνουν. Βλέπω μέσα από εκείνους. Με τον τρόπο αυτό το συναίσθημα δεν επιβάλλεται από τη φωνή του αφηγητή, αλλά αναδύεται από τα γεγονότα και τις σιωπές.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θεσσαλονίκη»