Κίνητρο για να ασχοληθούμε εις βάθος με την αξία και την κατάκτηση της ελληνικής γλώσσας και να την επαναφέρουμε στο προσκήνιο αποτελεί, σύμφωνα με τον καθηγητή Γλωσσολογίας Γεώργιο Μπαμπινιώτη, η αναγνώριση της 9ης Φεβρουαρίου ως Παγκόσμιας Μέρας της Ελληνικής γλώσσας.
Ο πρώην υπουργός Παιδείας ήταν ο κεντρικός ομιλητής στην εκδήλωση για την Παγκόσμια Ημέρα Ελληνικής Γλώσσας που διοργάνωσε η Υπηρεσία Διεθνών Σχέσεων Θεσσαλονίκης του υπουργείου Εξωτερικών στη Ροτόντα, τονίζοντας ότι απαιτήθηκε συντονισμένος επιστημονικός και διπλωματικός αγώνας για την καθιέρωση της 9ης Φεβρουαρίου
Βάση του επιχειρήματος ήταν ότι η ελληνική γλώσσα δεν είναι ανώτερη από τις άλλες. Απλώς, ευτύχησε να εκφράζει ένα πολύ καλλιεργημένο διαχρονικά πολιτισμό, αποτελώντας τον έναν από τους τρεις πυλώνες της Ευρώπης: το ελληνικό πνεύμα, τη ρωμαϊκή διοίκηση – νομοθεσία και τον χριστιανισμό. Και αυτό το ιστορικό γεγονός δεν μπορούσε παρά να αναγνωριστεί διεθνώς.
Επιπλέον, στην ελληνική γλώσσα αναγνωρίστηκε ότι «υπήρξε το όχημα έκφρασης ενός μεγάλου πολιτισμού που σφράγισε τον ευρωπαϊκό, τον δυτικό και τον παγκόσμιο. Ένας πολιτισμός του γραπτού λόγου, καθώς ο κόσμος μας ξέρει από τα κείμενα του Πλάτωνα, του Αριστοτέλη, του Ομήρου, του Θουκυδίδη, του Αισχύλου, αλλά και μέσω των βασικών κειμένων του χριστιανισμού. Η θεία λειτουργία, η υμνογραφία, οι βασικές δογματικές ερμηνείες της θρησκείας», μας υπενθυμίζει, «έχουν γίνει από τον Βασίλειο, τον Γρηγόριο, τον Ιωάννη, τον Χρυσόστομο, στα ελληνικά. Επομένως, μιλάμε για μία παρέμβαση γλωσσική, η οποία εξέφραζε έναν διαχρονικό πολιτισμό, από την αρχαιότητα και το Βυζάντιο μέχρι τη νέα ελληνική. Επιπλέον, με τα ελληνικά συμβαίνει κάτι μοναδικό: Είναι η μόνη γλώσσα που ομιλείται αδιάκοπα επί 40 αιώνες. Έχει συνέχεια και διαχρονία. Και όταν εορτάζουμε την αρχική της φάση, αφού η γλώσσα είναι συνέχεια, εορτάζουμε και τη σημερινή της φάση».
Ήταν η ελληνική γλώσσα που «πότισε» τις υπόλοιπες, τον ρωτήσαμε. «Είναι ένας όρος που αφενός τον χρησιμοποίησε ο Κοραής, αφετέρου ο πιο γνωστός μελετητής της αγγλικής γλώσσας, David Crystal στο Κέμπριτζ, υποστήριξε ότι τα δύο τρίτα της αγγλικής γλώσσας προέρχονται από τα ελληνικά και τα λατινικά. Επιπλέον, ο δε Noah Webster, ο μεγαλύτερος και πιο έγκυρος λεξικογράφος της αγγλικής, λέει ότι ακόμη και σήμερα όταν πλάθουμε όρους επιστημονικούς τους παίρνουμε ιδίως από τα ελληνικά».
Γιατί; «Διότι ισχύει η φράση «the Greeks have a word for it, δηλαδή «κάποια λέξη θα έχουν οι Έλληνες γι’ αυτό» επειδή ο ελληνικός στοχασμός κάλυψε όλες τις περιοχές της ανθρώπινης δραστηριότητας: φιλοσοφία, επιστήμη, θέατρο, οτιδήποτε».
Μάλιστα για τον ίδιο, το ιστορικό γεγονός της αναγνώρισης πρέπει να αποτελέσει έρεισμα για τη διδασκαλία των ελληνικών στα ευρωπαϊκά σχολεία.

Κινδυνεύει η γλώσσα;
«Πάντοτε, υπάρχει μια τάση, ένας θησαυρός να μειώνεται όταν δεν φυλάσσεται καλά. Διαπιστώνω ότι τον θησαυρό μας δεν τον αξιοποιούμε όσο θα έπρεπε. Πόσο καλά μαθαίνουμε την ελληνική γλώσσα σήμερα και κατά πόσο οι νέοι βλέπουν τη γλώσσα ως αξία, δηλαδή ως έκφραση του πολιτισμού, της σκέψης, της ιστορίας, της ταυτότητας του Έλληνα; Δεν συμβαίνει αυτό και ενίοτε δίνεται μεγαλύτερη έμφαση στην εκμάθηση των αγγλικών κι όχι στη μητρική γλώσσα από την οποία εκκινούν τα πάντα. Υπάρχει σήμερα ένα πρόβλημα ποιότητας και μπορεί αυτή η αναγνώριση να αποτελέσει ένα ερέθισμα να ξανασκεφτούμε την αξία της, να την διδάξουμε καλύτερα στην εκπαίδευση, μετά στα μέσα ενημέρωσης και στην κοινωνία». Εξήγησε πως το θέμα είναι σε ποια έκταση θα περνούν ξένες λέξεις στα ελληνικά. «Εκεί» υποστήριξε ο κ. Μπαμπινιώτης «είναι που λέω ότι αυτό πρέπει να είναι περιορισμένο γιατί δύναται να διατυπωθεί στα ελληνικά. Η γλώσσα μας έχει δύναμη, έχει ευκολία στα παράγωγα και στα σύνθετα. Επομένως, μας είναι εύκολο να αποδώσουμε. Εγώ απέδωσα πάρα πολύ απλά τη λέξη διαδίκτυο, την έφτιαξα και επικράτησε. Γιατί το διαδίκτυο παράγει τη διαδικτύωση, το διαδικτυακός, το διαδικτυώνομαι. Αυτή είναι η ελληνική γλώσσα». Και κατέληξε λέγοντας «όχι δεν φοβάμαι ότι θα χαθεί η ελληνική γλώσσα. Η ποιότητά της ίσως υποστεί πλήγματα αν εμείς δεν την υποστηρίξουμε με μια καλύτερη γνώση της».
Περί Εθνικού Απολυτηρίου
Ρωτήσαμε τον πρώην υπουργό Παιδείας αν θα πρέπει να υπάρξει ενιαία αντιμετώπιση της γλώσσας. «Αυτό το υποστηρίζω τελευταία με ειδική αναφορά στο Εθνικό Απολυτήριο. Πιστεύω στον ρόλο της εκπαίδευσης και η γενικότερη διαπίστωση πως το Λύκειο, μια πολύ βασική βαθμίδα εκπαίδευσης μορφωτικά, για παιδιά 15 έως 18, με τη μεγαλύτερη ωριμότητα και δυνατότητα σκέψης- ουσιαστικά αχρηστεύεται μεταβεβλημένο σε έναν προθάλαμο για το Πανεπιστήμιο. Οι μαθητές βρίσκονται σε μια ένταση ψυχολογική, νοητική, διανοητική, για να μπουν στο πανεπιστήμιο με ένα «τραυματικό» σύστημα εξέτασης, με την έννοια ότι είναι απάνθρωπο αν κρίνεται η ζωή σου σε ένα τρίωρο». Και αναξιόπιστο καθώς δεν βγάζει πάντοτε τους καλύτερους, αλλά όσους διαθέτουν απομνημονευτική κι όχι κριτική ικανότητα. Πώς θα αλλάξει; Εάν η επίδοση του μαθητή συνυπολογίζεται και στα τρία χρόνια του Λυκείου, δίνοντας μια συνολική εικόνα εισαγωγής στο Πανεπιστήμιο. Χαίρομαι» πρόσθεσε «που η Ελληνική Πολιτεία αρχίζει έναν αγώνα κι υποστηρίζω ότι το Εθνικό Απολυτήριο δεν είναι θέμα μιας κυβέρνησης, αλλά όλων των πολιτικών αρχηγών και της ηγεσίας», κατέληξε.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θεσσαλονίκη»