Λίγοι στην πόλη γνωρίζουν την στενή φιλία που συνέδεε τον Σταύρο Κουγιουμτζή με τον αξέχαστο γλωσσολόγο και παιδαγωγό Χρίστο Λ. Τσολάκη.
Είχα κι εγώ την χαρά να μοιραστώ τις συζητήσεις τους, γεμάτες βάθος και πνευματικότητα που διακόπτονταν από τα ανέκδοτα που έλεγε με ξεχωριστό τρόπο ο Σταύρος Κουγιουμτζής.
Ο Χ. Τσολάκης μας είπε πως «η έκφραση του Σταύρου Κουγιουμτζή ήταν άπεφθος χρυσός», δηλαδή αγνός και ανόθευτος.
Δήλωνε τυχερός που γνώρισε, παράλληλα με τη μουσική μελωδία του μεγάλου Θεσσαλονικιού συνθέτη και τη «μελωδία του λόγου του» έτσι όπως την κατέθεσε ο τελευταίος στο βιβλίο του «Στα διώροφα έμεναν οι όμορφες».
Συχνά ανατρέχω κι εγώ στο μικρό αυτό αλλά τόσο ξεχωριστό και αυθεντικό βιβλίο του Σταύρου Κουγιουμτζή που αποτελείται από 23 αυτοτελή διηγήματα και είναι η λιγότερο γνωστή, η λογοτεχνική πλευρά του σπουδαίου θεσσαλονικιού μουσικοσυνθέτη που μας χάρισε τραγούδια – διαμάντια.
Το βιβλίο χαρακτηρίζεται από την απλότητα της έκφρασης η οποία είναι απολύτως εναρμονισμένη με τη ζωή που έζησε. Για τον Κουγιουμτζή ήταν «ζήτημα αισθητικής» αυτός ο τρόπος.
Είχαμε μιλήσει για αυτήν την λογοτεχνική του πλευρά και θα ήθελα να παρουσιάσω κάποιες από τις απόψεις του όπως της εξέφρασε μέσα σε μια τηλεοπτική συνέντευξη που κάναμε.

Του υπενθύμισα πως το πρώτο του βιβλίο «Ανοιχτά παράθυρα με κλειστά παντζούρια» ήταν αυτοβιογραφικό.
Στα διηγήματά του όμως, ο αυτοβιογραφικός χαρακτήρας δεν είναι το κυρίαρχο στοιχείο. Ο ίδιος είχε πει:
«Σε μια αυτοβιογραφία διηγείσαι αληθινά γεγονότα. Στα διηγήματα όμως υπάρχει η βιωματική αλήθεια. Αυτή υπακούει στις ανάγκες της φαντασίας».
«Τα τραγούδια σε βοήθησαν στα διηγήματα σου ;», ήταν η επόμενή ερώτηση.
«Πολύ και ιδιαίτερα στο κρίσιμο σημείο της σαφήνειας και της οικονομίας των εκφραστικών μου μέσων». Ακολούθως πρόσθεσε: .
«Στο τραγούδι ό,τι έχεις να πεις πρέπει να το πεις μέσα σε λίγα λεπτά και μάλιστα με απόλυτη σαφήνεια και ολοκληρωμένα. Έτσι περίπου γίνεται και με τα διηγήματα σε αντίθεση με το μυθιστόρημα. Σ’ αυτό χρειάζεται να έχεις άλλου είδους κότσια για να το πλησιάσεις.
Στα τραγούδια μου δεν υπήρξα ”έξυπνος” συνθέτης. Δεν ξάφνιασα και δεν εντυπωσίασα. Η ίδια διάθεση διαπνέει και αυτά τα διηγήματα».
«Ο πολιτισμός μας», συμπλήρωσε στην ίδια συνέντευξη, «δεν είναι ποιοτικός. Δεν είναι πνευματικός. Είναι μηχανικός και ποσοτικός. Αγνοεί και ποδοπατάει κάθε πραγματική αξία και υποκλίνεται μόνο στο χρήμα και στην εξουσία. Ωστόσο κάθε άνθρωπος έχει ηθικό χρέος να αντιστέκεται στη φθορά που μας περιβάλλει. Έτσι κι εγώ, προσπαθώ να μείνω όρθιος με τη δουλειά μου «σ ´ αυτόν τον κόσμο τον μπερδεμένο».

Για το κλίμα του Κουγιουμτζή μάς είχε μιλήσει ο Χρίστος Τσολάκης ο οποίος πίστευε ότι το θέμα της απλότητας του συνθέτη παρουσιάζει πολλαπλό ενδιαφέρον και μάλιστα πολλά θα είχε να μας πει μια μελέτη που θα έβλεπε μαζί τη μουσική του, τον λόγο του και τη ζωή του.
Μας σχολίασε ένα από τα πιο λιτά τα κείμενα του βιβλίου του Σταύρου Κουγιουμτζή που έχει τίτλο «Τηλεόραση» γραμμένο σε πέντε μόλις σειρές: .
Η τηλεόραση
Από τα πρώτα της χρόνια, από τα πρώτα της βήματα, εκείνος ήθελε να την πετάξουν, η γυναίκα του όμως δεν συμφωνούσε. «Άσ’ την εκεί που κάθεται», του ‘λεγε, «ψωμί δεν μας ζητάει». Εκείνος όμως επέμενε. Επέμενε, γιατί το ‘νιωθε τι πόρνη θα γινότανε, όταν θα μεγάλωνε».
Ιδού τώρα και το σχόλιο του Χ. Τσολάκη:
«Απλό κείμενο, με κλείσιμο ευρηματικό, που παραπέμπει σε κάποιους επιλόγους ποιημάτων του Καβάφη («Η διορία του Νέρωνος», «Πρέσβεις απ’ την Αλεξάνδρεια», «Εν δήμω της Μικράς Ασίας» κ.ά.). Το έξυπνο κλείσιμο αιφνιδιάζει ευχάριστα και καθηλώνει τον αναγνώστη: δραματικό, συγκλονιστικό, απροσδόκητο. Δεν αποτελεί απλώς την κατακλείδα του κειμένου, αλλά του δίνει νόημα/περιεχόμενο. Δεν πρόκειται, όπως συνηθίζεται, για ένα συγκεφαλαιωτικό εξωτερικό τέχνασμα αλλά για καταληκτική επισφράγιση μιας ώριμης διαδρομής που “κορυφώθηκε”. Χωρίς αυτήν την καταληκτική επισφράγιση, το κείμενο δεν θα λειτουργούσε λογοτεχνικά. Δεν θα αποτελούσε καν πνευματικό προϊόν».
Κλείνω με το το τέλος ενός κειμένου που έγραψε η Κική Δημουλά με τίτλο «Χαίρε», τον Οκτώβριο του 2005, εφτά μήνες μετά το θάνατο του Σταύρου Κουγιουμτζή:
«Έσω λοιπόν ήσυχος ότι το έργο σου βρίσκεται σε καλά χέρια, στα οποία πολλοί δημιουργοί ονειρεύτηκαν ματαίως να πέσουν: στα φιλικά χέρια της διάρκειας. Άλλο τώρα αν αυτή έσφαλε κατάφωρα, εσένα νωρίς να σε διακόψει. Η ανάμνησή σου είμαι σίγουρη ότι θα τιμωρήσει αυτό το λάθος της, τραγουδώντας σε ζωντανό, και στους καιρούς που έφυγαν και στους άλλους που έρχονται».
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θεσσαλονίκη»