Υπάρχουν άνθρωποι που η παρουσία τους φωτίζει τα πάντα γύρω τους. Ο Τάκης Βαμβακίδης ζει την τέχνη σαν ανάσα και τον λόγο σαν προσευχή και είναι ένας από αυτούς: καλλιτέχνης με ψυχή βαθιά και καρδιά ανοιχτή, που κάνει κάθε ρόλο να ζωντανεύει, κάθε σιωπή να μιλάει, κάθε στιγμή στη σκηνή να γίνεται μνήμη και χαρά. Με σεβασμό στους προγόνους του και στην παράδοση, αγάπη για τον άνθρωπο και πάθος για την τέχνη, αφήνει πίσω του φως και συγκίνηση, θυμίζοντάς μας ότι η αυθεντικότητα είναι η μεγαλύτερη κληρονομιά που μπορεί να χαρίσει κανείς. Στον κόσμο του θεάτρου, όπως και στη ζωή, περπατά με χαμόγελο και αγάπη και κάθε θεατής που τον συναντά νιώθει πως η ψυχή του Πόντου ζει και ανθίζει μέσα του. Οι ρίζες του είναι βαθιές, τα κλαδιά του απλωμένα παντού κι εμείς είμαστε τυχεροί που μπορούμε να καθίσουμε κάτω από τη σκιά τους.
Κώστας Διαμαντίδης στο κείμενο, Θέμης Μουμουλίδης στη σκηνοθεσία, ποντιακή υπόθεση. Πόσο χαρούμενος είστε που ανεβάζετε το «Ροδάφ’νον» (Πικροδάφνη);
Υπάρχει χαρά της χαράς; Λίγο είπα…ρίζα μ’ Σοφία. Είναι η χαρά που τρελαίνεται, γίνεται στίχος, ξανατρελαίνεται και γίνεται μελωδία, τραγούδι, άσμα άγιο, επιτραπέζιο σε παρακάθ’ (όταν μια παρέα κάθεται γύρω από ένα τραπέζι και συζητάει) στην κεντρική πλατεία της Τραπεζούντας! Τέτοια η χαρά μου. Δεκαετίες αυτά τα δύο επίθετα -Διαμαντίδης και Μουμουλίδης – ήταν καρδιακός στόχος.
Ως ηθοποιός ποντιακής καταγωγής προσεγγίζετε τον ρόλο περισσότερο ως προσωπική υπόθεση ή ως θεατρική πρόκληση;
Οι πόρτες στα «πλούσια» κτίρια και τις τράπεζες άνοιγαν με φωτοκύτταρα. Αυτόματα. Άνευ κωδικών και pin ανοίγει η ψυχή μου, η καρδιά μου και συμβαίνει η μέθεξη. Δεν προλαβαίνω να οργανωθώ τεχνικά, ερμηνευτικά κτλ. Καταρρέω στην ανάγνωση της ποντιακής διαλέκτου. Σαν ανάσταση!
Το «Ροδάφ’νον» είναι βαθιά δεμένο με τη μνήμη του Ποντιακού Ελληνισμού. Νιώθετε φορέας μιας ιστορικής μνήμης;
Αυτή την απάντηση τη δίνει ο απλός κόσμος. Πόντιοι και μη, μετά το τέλος των παραστάσεων, με τα ομιλούντα δάκρυά τους και τις βουρκωμένες σιωπές τους. Και όταν βγαίνει η φωνή τους, λένε πως είδαν, θυμήθηκαν, έζησαν, μίλησαν με παππού, καλομάνα (γιαγιά), πατέρα και μάνα. Αυτό είναι φορέας; Ο Κώστας Διαμαντίδης έβαλε γερά θεμέλια με τα κόκαλα των γεροντάδων …
Έργο βαθιά συναισθηματικό. Πώς προσεγγίσατε την ισορροπία ανάμεσα στην ιστορία και το θέατρο;
Βάθος συναισθηματικό άπειροκαι η ισορροπία ανάμεσα στην Ιστορία και το Θέατρο είναι αυτή που αναζητούμε στην παράστασή μας. Κανονικότατος Γολγοθάς, κακοτράχαλο μονοπάτι, αλλά έλα που βρήκε τον μάστορά του. Με ιδρώτα σκέψης και με πνευματική μέθεξη -στις πρόβες αλλά ακόμη και τώρα ένα μήνα που παίζουμε- ο σπουδαιότατος δάσκαλος σκηνοθεσίας Θέμης Μουμουλίδης (το απλό σκηνοθέτης τον αδικεί) ξεδίπλωσε το ταλέντο του και ως Πόντιος απογείωσε τον λόγο, την κίνηση και τη δραματουργία πάνω στο ποντιακό θέμα και σενάριο.
Η ιστορία της Παρθένας κουβαλά τον πόνο του ξεριζωμού αλλά και τη δύναμη της επιβίωσης. Ποιο στοιχείο σας συγκίνησε περισσότερο ως άνθρωπο;
Σοφία, ρίζα μ’, ως άνθρωπος και Πόντιος ορκισμένος, ξέρεις πόσες φορές στα σημεία όπου η Παρθένα εξυμνεί τον πόνο της επιβίωσης της προσφυγιάς διακόπηκε η πρόβα; Μα αυτό που με συγκλόνισε «επικίνδυνα» και με έκανε καλύτερο άνθρωπο είναι ο ουμανισμός και η ανθρωπιά της στις τρομακτικά δύσκολες στιγμές.
Πώς δουλέψατε ώστε η παράσταση να μην μείνει μόνο στην ιστορική αναφορά αλλά να αφορά και το σήμερα; Η ιστορία της Παρθένας είναι βαθιά προσωπική αλλά ταυτόχρονα απόλυτα συλλογική…
Στην πρώτη συνάντησή μας με τον Θέμη Μουμουλίδη και την Μάρθα Μαυρίδου (βοηθός του Θ.Μ.) ακριβώς αυτή η ανάλυση έγινε. Να μην είναι ιστορική αναφορά, αλλά ένα παρελθόν εξοπλισμένο που επιτίθεται στο παρόν και το μέλλον. Το βαθύ ποτάμι δεν βουίζει, αλλά γοητεύει και διαλαλεί! Έγινε και συνεχίζεται ο αγώνας για βαθιά άροση.
Πόσο διαφορετικά ακούγεται σήμερα αυτή η ιστορία σε έναν κόσμο που συνεχίζει να ζει μετακινήσεις πληθυσμών;
Το λέω στην νεοελληνική τώρα (στην παράσταση ακούγεται στην ποντιακή διάλεκτο). «Η καμπάνα στην πατρίδα δεν χτυπάει πια. Έμεινε εκεί και περιμένει χωρίς γλώσσα.Αυτή η καμπάνα ψυχή μου, όσο επάνω στον κόσμο θα υπάρχουν πρόσφυγες, πάντα έτσι θα στέκει, θα κλαίει και θα καταριέται. Ποτέ δεν θα ακουστεί». Όσο λοιπόν υπάρχει καπιταλισμός και φασισμός, οι ξεριζωμοί αλλά και η αντίσταση θα υπάρχουν. Δυστυχώς είναι οδυνηρά επίκαιρο το έργο.
Τι θα θέλατε να πάρει μαζί του ένας θεατής φεύγοντας από το θέατρο: μια ιστορία για το παρελθόν ή ένα ερώτημα για το παρόν;
Μια σεβαστική συνομιλία με το παρελθόν, ζύμωμα με το παρόν (άμον η Ποινή σοσκαφίδ’) και επίθεση στο μέλλον. Με ερωτήσεις και επερωτήσεις σε όλες τις Βουλές και τις πλατείες: «ποιος σου έδωσε το δικαίωμα να αγοράσεις τη φύση και τις ψυχές των ανθρώπων»;
Πιστεύετε ότι σήμερα θυμόμαστε πραγματικά ή απλώς επαναλαμβάνουμε την Ιστορία;
Αν μαζικά θυμόμασταν, δεν θα υπήρχαν άλλες σφαγές και γενοκτονίες. Αν πάλι ήταν επανάληψη Ιστορίας με επετειακές, φολκλορικές περγαμηνές, σήμερα θα είμασταν σε απόλυτη σκλαβιά. Μάχη άνιση μεν, αλλά γίνεται σκληρή μάχη, σώμα με σώμα, κραυγή με κραυγή, με την ελπίδα πως η ΑΛΗΘΕΙΑ και η ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ στο τέλος νικούν, επικρατούν και γίνονται ζωή.

Στην ιστορία του έργου η μνήμη της πατρίδας κρατιέται μέσα από ένα ροδάφ’νον. Πόσο σημαντικά είναι τελικά αυτά τα μικρά σύμβολα για να κρατηθεί ζωντανή μια ταυτότητα;
Είναι συγκλονιστικό, σαν ανεξήγητο, σαν θαύμα που ένα «άψυχο» κλαδί, μια ρίζα, ένα φύλλο, ένα κομμάτι κορμού ενός φυτού μπορεί να γυρίσει τον τροχό της Ιστορίας, μιας καρδιάς, μιας γειτονιάς, μιας κοινωνίας, ενός λαού της γης ολάκερης. Αυτό συμβαίνει με το «Ροδάφ’νον». Η επιστήμη, η λογική και η τεχνητή νοημοσύνη σκίζουν τα πτυχία τους.
Υπάρχει μια μυρωδιά, ένας ήχος ή μια εικόνα που σας φέρνει αμέσως στον νου τον Πόντο;
Προσωπικά έχω φάει ήττα μεγάλη. Βαρκίζω (κλαίω) όταν ακούω τον ήχο της λύρας μας και ανεβαίνει το ποντιοθερμόμετρο στο 40! Έλα όμως που υπάρχουν άνθρωποι που κλαίνε μόνο με μια λέξη ή με μια εικόνα. Κλαίνε, νοσταλγούν, θυμώνουν και αγωνίζονται ακόμα και στα όνειρά τους. «Έχω δρόμο όσο το ύψος του ουρανού και της θάλασσας το βάθος», όπως γράφει σε ένα σημείο του σεναρίου ο Κώστας Διαμαντίδης.
Η παράσταση παρουσιάζεται στην ποντιακή διάλεκτο με ελληνικούς υπέρτιτλους, ενώ μέρος του κειμένου ερμηνεύεται στην νεοελληνική γλώσσα. Τι αλλάζει για έναν ηθοποιό όταν η γλώσσα της σκηνής είναι η γλώσσα των προγόνων του; Η ποντιακή διάλεκτος δεν είναι απλώς ένας τρόπος ομιλίας αλλά φορέας πολιτισμού;
Η ποντιακή γλώσσα πετάει χωρίς φτερά, τραγουδάει χωρίς νότες, ζωγραφίζει με λευκή κιμωλία και χίλια χρώματα στον ορίζοντα. Όπως αλλάζουν τα χρώματα στον ουρανό με την ώρα στο ηλιοβασίλεμα. Φορέας πολιτισμού βεβαίως, αλλά με καταιγίδα ψυχικής ηδονής. Σαν «Δεκάτη Συμφωνία» του Μπετόβεν, ερμηνευμένη με 353 Συμφωνικές Ορχήστρες. Έτσι νιώθω στη σκηνή, αυτό το βάρος, αυτήν την ευθύνη, αυτή την ευτυχία και μαζί με τους συνοδοιπόρους θεατές γίνεται ΠΑΝευτυχία!
Υπάρχουν λέξεις στην ποντιακή που δεν μπορούν να μεταφραστούν πραγματικά στα νέα ελληνικά;
Ειλικρινά, αν και θα το αφαιρέσεις λόγω σεμνότητας αυτό, θα στο πω κυρία μου, κατέβηκες στην Τούμπα, στο Χαρίλαου, στο Καυταντζόγλειο, στον Απόλλωνα Καλαμαριάς πολύ «προπονημένη» και οι ερωτήσεις σου είναι σαν διδακτορικό, σαν σεμινάριο. Εύγε! Είναι Τρίτη 10/3/2026 και με απόλυτο σεβασμό στην νεοελληνική γλώσσα μας λέω πως πράγματι υπάρχουν λέξεις στην ποντιακή που δεν τις ακουμπάς, γιατί σαν λουλούδι θα κλείσουν τα μάτια τους, θα δακρύσουν, θα θρηνήσουν. Όμως για να προκληθεί και να μεταδοθεί συναίσθημα και ηδονή πνεύματος και ψυχής και στους θεατές, που δεν γνωρίζουν και δεν κατανοούν την ποντιακή, υπάρχουν οι υπέρτιτλοι στα σημεία που το κείμενο είναι στην καθαρά ποντιακή διάλεκτο. Είναι τυχεροί οι θεατές γιατί απολαμβάνουν κατ’ αρχήν την εμπνευσμένη μεταφορά του βιβλίου σε θεατρικό σενάριο από τον σκηνοθέτη της παράστασης Θέμη Μουμουλίδη και την βοηθό του, εκπαιδευτικό, Μάρθα Μαυρίδου και την μεταφορά των Ποντιακών αποσπασμάτων στη νεοελληνική για τους υπέρτιτλους από μία σπουδαία καταξιωμένη δασκάλα της διαλέκτου μας, την Γιώτα Ιωακειμίδου, η οποία μας στήριξε σε ό,τι χρειάστηκε και την ευχαριστούμε γι’ αυτό!
Δεν θα το αφαιρέσω. Σας ευχαριστώ θερμά. Τι είναι αυτό που κατά τη γνώμη σας κρατά ζωντανή την ποντιακή ταυτότητα τόσες γενιές μετά;
Η αλήθεια, οι χτύποι της καρδιάς, η καθαρή και τίμια ματιά και ο ιερός αγώνας. Το ΖΗΤΩ η ΖΩΗ!
Πώς βλέπετε σήμερα τη σχέση των νέων με την ποντιακή πολιτιστική κληρονομιά;
Πολύ αισιόδοξα. Γίνεται μάχη λεπτό το λεπτό, μέρα με τη μέρα. Φιλόλογοι, σύλλογοι κι εθελοντές αγωνίζονται με πάθος για να μην πεθάνει η ιστορία η παράδοση, η αλήθεια. Νέοι άνθρωποι διαβάζουν, ακούνε, διδάσκονται την ιερή μας διάλεκτο, κόντρα στους στατικολόγους και μαθηματικούς που μιλάνε για νομοτελειακή κατάληξη και άλλα τέτοια. Αν πεθάνει η γλώσσα μας, θα πεθάνουμε μαζί και εμείς.
Τι είναι αυτό που φοβάστε περισσότερο ότι μπορεί να χαθεί με τα χρόνια: η γλώσσα, οι ιστορίες ή η αίσθηση της κοινότητας;
Όλα αλλά και τίποτα. Εξαρτάται από το πάθος μας και την αντίσταση στην καταιγίδα της λήθης και της μετριότητας.
Ποια είναι τα πιο έντονα χαρακτηριστικά των Ποντίων;
Το χαμόγελο, η ανοιχτή καρδιά και η αγάπη για τη δικαιοσύνη -την κοινωνική και της ψυχής.
Τι σημαίνει για εσάς η λέξη «πατρίδα» σήμερα;
Σεβασμός για την θυσία ανθρώπων προκειμένου να ανασαίνουμε εμείς και βαθιά υποχρέωση, σαν καθήκον, για να λένε καλημέρα όλοι οι άνθρωποι της γης και να ανησυχούν γιατί πολλά παιδιά δεν έχουν φάρμακα, καθαρό νερό και βιβλία. Πατρίδα είναι τα βουνά, αλλά πιο πολύ τα σύννεφα που ταξιδεύουν και δακρύζουν.

Υπάρχει κάποια ποντιακή λέξη ή φράση που κουβαλά για εσάς μια ολόκληρη ιστορία;
Ρίζα μ’ και κλαδί μ’, γουρπάνεσέν! (Ρίζα μου και κλαδί μου, θυσία για σένα!).
Το Θέατρο Σκιών μεγάλο κεφάλαιο στην πορεία σας, δίπλα στον Ευγένιο Σπαθάρη. Τι σημαίνει για εσάς προσωπικά αυτή η φιγούρα;
Σπουδαίο κομμάτι ζωής οι σκιές στον μπερντέ και η ζωή δίπλα στον μεγάλο Έλληνα Ευγένιο, που δεν μπόρεσα να μιλήσω ποτέ στον ενικό παρά τα 25 χρόνια συνεργασίας. Μου δίδαξε ήθος, πάθος, εντιμότητα κι ανθρωπισμό. Δεν είναι φιγούρα ο Κραγκιόζης, είναι ολοζώντανη ψυχή και κραυγές.
Πώς μπορεί το παραδοσιακό Θέατρο Σκιών να προσαρμοστεί στη σύγχρονη εποχή;
Μπορεί να συμβεί, όπως και έγινε στον Βόλο, στην παράσταση «Ο Μπερντές της γης», όπου το Θέατρο Σκιών συνδυάστηκε με σύγχρονες τεχνολογίες πάνω στο θέμα της κλιματικής κρίσης. Γίνεται όταν ο καλλιτέχνης διαβάζει το παρελθόν και πιστεύει πως ο κόσμος μπορεί να αλλάξει. Πιστεύω στη ματιά του Θεάτρου Σκιών στο σήμερα και στο μέλλον. Συγγραφείς ψάχνουμε.
Τι μπορεί να μάθει σήμερα ένας νέος άνθρωπος από τον Καραγκιόζη;
Πως η ζωή είναι μεγάλη, ατελείωτη, όταν τη φωτίζεις, όταν την κάνεις ποίημα, χαρά και πίνακα ζωγραφικής. Όταν σέβεσαι και απολαμβάνεις και τη λύπη και την πίκρα και την ανηφόρα.
Υπάρχει κίνδυνος να χαθεί αυτή η μορφή τέχνης στο μέλλον;
Υπάρχει κίνδυνος να χαθεί η γη, η φύση, το σύμπαν λόγω καπιταλισμού, ιμπεριαλισμού και μαζί άπασες οι τέχνες και οι μουσικές. Το χρήμα παράγει πολέμους, φωτιά στο χρήμα, λοιπόν.
Έχετε παίξει σχεδόν όλα τα είδη θεάτρου. Ποιο σας εκφράζει περισσότερο;
Αυτό που δίνει φτερά στον θεατή και κάνει την καρδιά του να «παίξει» τον ρόλο της. Δεν υπάρχουν θεατρικά είδη αλλά συναισθήματα!
Πόσο εύκολο είναι για έναν ηθοποιό στην Ελλάδα να παραμείνει ελεύθερος στις επιλογές του και όχι απλώς εργαζόμενος που ψάχνει τον επόμενο ρόλο;
Σχεδόν αδύνατη η ελευθερία. Όμως πολύ λίγοι, μέσα σε 30 μποφόρ δυσκολιών, αντέξανε και γίνανε ιεροί στρατιώτες της ζωής και κατακτήσανε την αθανασία. Εύγε τους!
Στην Ελλάδα ένας ηθοποιός συχνά πρέπει να κάνει τα πάντα -θέατρο, τηλεόραση, διαφήμιση. Αυτό είναι πολυμορφία ή ανάγκη επιβίωσης;
Γοητευτική πολυμορφία. Όταν όμως κάτω από την πόρτα τα φακελάκια με τους λογαριασμούς κάνουνε πάρτι, χάνεις τον ορίζοντα και μαζεύεις ένσημα. Η τιμιότητα και η λάμψη παρόλα αυτά πάντα νικάνε.
Αν μπορούσατε να σβήσετε μια μόδα από την ελληνική τηλεόραση, ποια θα ήταν;
Τις διαφημίσεις, τα ανώδυνα, αλαφροΐσκιωτα σίριαλ και τα πληρωμένα δελτία ειδήσεων.

Υπάρχει κάποια συμβουλή που δίνετε στους μαθητές σας;
Να μείνουν μαθητές, όπως ακριβώς έμεινα και εγώ και δεν έχασα.
Αν ένας νέος ηθοποιός σας ρωτούσε σήμερα «αξίζει;», τι θα του απαντούσατε;
«Εσύ τι νιώθεις συνάνθρωπέ μου;», θα τον ρώταγα αυτόματα. Από εκεί ξεκινάμε. Η λάβα εκεί γεννιέται και βράζει.
Αν το θέατρο εξαφανιζόταν αύριο, σε ποια τέχνη θα μεταναστεύατε;
Να μάθω κεμεντσέ (η γνωστή ποντιακή λύρα) και επιτραπέζια στιχάκια και καφετζής να γίνω, με στρογγυλά μαύρα τραπεζάκια και καρέκλες από κορμούς δέντρων από τη Σάντα!
Ποιο χειροκρότημα θυμάστε ακόμα;
Στην κατασκήνωση στον Κοκκινοπηλό Ελασσόνας το 1963, το πρώτο χειροκρότημα από 500 μαθητές. Σεισμός στην ψυχή μου. Το ακούω ακόμη.
Υπάρχει ρόλος που αισθάνεστε ότι σας περιμένει;
Αυτοί κρύβονται σε επτασφράγιστα καταφύγια και στα όνειρα, και ξαφνικά σου κάνουν επίθεση! Περιμένω άλλες τρεις… καταιγίδες!
Χάσατε κάτι επειδή διαλέξατε τη ζωή του ηθοποιού;
Ούτε πόντο, ούτε γραμμάριο. Είμαι απόλυτα ευτυχής, «πάμπλουτος».
Τι θα θέλατε να λένε για εσάς περισσότερο, ότι ήσασταν καλός ηθοποιός ή ότι ήσασταν αληθινός;
Ένας από εμάς που ανέβηκε στη σκηνή γιατί μπέρδεψε τα μονοπάτια…
Τι σας χαλαρώνει όταν δεν βρίσκεστε στη σκηνή;
Η παρέα, η φιλία και η ποίηση. Να κοιτάζω το πανό του Γρηγόρη Λαμπράκη ΕΛΛΑΣ!
Τελικά έγινε το οδοιπορικό στον Πόντο με τον Φωκίωνα Φουντουκίδη;
Πέρσι όχι, για λόγους υγείας. Όμως φέτος και Ιούνιο και Αύγουστο και Σεπτέμβριο… άψιμον (φωτιά)! Ιερό καθήκον και χρέος επιτελεί ο Κύριος -με κ κεφαλαίο- Φωκίων Φουντουκίδης. Ιερά προσκυνήματα!
Η σχέση σας με τη Θεσσαλονίκη;
Έχει τον σεβασμό μου γιατί η Θεσσαλονίκη τους αγαπάει αληθινά όλους. Και πονάει και χαίρεται μαζί τους.
Τα επόμενά σας σχέδια;
Να αγωνιστώ περισσότερο να σβήσει ο φασισμός, ο πόλεμος και να έχουν εμβόλια όλα τα παιδιά. Και να αναγνωριστεί διεθνώς η γενοκτονία του Πόντου. Ο ιδρώτας μου γι’ αυτήν την παράσταση, ελάχιστο αφιέρωμα στους ιερούς γονείς μου, Δημήτριο και Φωτεινή!
Info
- Θέατρο Αθήναιον: Λεωφ. Βασιλίσσης Όλγας 35, τηλ. 6985603020.
- Παραστάσεις: Παρασκευή 27 Μαρτίου στις 21:00, Σάββατο 28 Μαρτίου στις 18:30 και στις 21:00 και Κυριακή 29 Μαρτίου στις 18:30.
- Προπώληση: more.com και στο ταμείο του Θεάτρου Αθήναιον.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θεσσαλονίκη»