Συνέντευξη στη Γεωργία Μακρογιώργου
Ο Πρόδρομος Γιαγκόπουλος γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη. Είναι στιχουργός και τραγουδιστής των σχημάτων Jane Doe και Pulsar. Κατά καιρούς αρθρογραφεί σε σελίδες του διαδικτύου.
Η συλλογή διηγημάτων «Τί κάνουμε με ένα πτώμα και άλλες ιστορίες» είναι το τέταρτο βιβλίο του, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Γράφημα.
Πρόδρομε, πες μας για τον τίτλο του βιβλίου σου.
Η συλλογή πήρε τον τίτλο της από το εναρκτήριο διήγημα. Σε αυτό, ο κρατικός μηχανισμός δεν μπορεί να ταυτοποιήσει και να θάψει έναν νεκρό, με αποτέλεσμα ένα πτώμα να μένει υπό την εποπτεία ενός ανθρώπου που ποτέ δεν ζήτησε και δεν θα έπρεπε να έχει την ευθύνη. Τα πτώματα όμως, εντός κι εκτός εισαγωγικών, συνεχίζουν να εμφανίζονται και στις υπόλοιπες ιστορίες. Κυρίως με τη μορφή ζωντανών, που δεν έχουν ακόμη καταλάβει πως δεν χρειάζεται να πεθάνεις για να λογίζεσαι για νεκρός.
Οι ιστορίες σου κινούνται ανάμεσα στο πραγματικό και το ονειρικό. Τι σε ελκύει σ’ αυτήν τη μεταιχμιακή περιοχή;
Πάντα μου άρεσαν οι ιστορίες που μέσα στον ασφυκτικό ρεαλισμό τους έπαιρναν ανάσες φαντασίας. Τομ Ρόμπινς, Σαλμάν Ρούσντι, Σαραμάγκου, Μαρκέζ, Ντέιβιντ Μίτσελ, Πέρσιβαλ Έβερετ. Συνήθως αυτό το «ανάμεσα» μου επιτρέπει να μπολιάζω σκληρές εικόνες με σπόρους τρυφερότητας. Περίεργο αμάλγαμα, αλλά αυτό το «περίεργο» πάντα με γοήτευε.
Οι ήρωές σου μοιάζουν χαμένοι σε πόλεις, σταθμούς και κυματοθραύστες. Είναι αντανάκλαση του σύγχρονου ανθρώπου ή κομμάτια ενός πιο προσωπικού σύμπαντος;
Όλα μαζί και ανάκατα. Είμαι άνθρωπος του σύγχρονου κόσμου, έχω παιδιά που τον περπατάνε, φίλους, γνωστούς που προσπαθούν να ζήσουν υπό την πίεση μιας καθημερινότητας που τους ξοδεύει χωρίς έλεος. Οφείλω να πω τις ιστορίες μας. Σαν εξομολόγηση, σαν εξορκισμό, σαν απόδειξη πως οι ζωές μας δεν πέρασαν απαρατήρητες.
Ως μουσικός και συγγραφέας, πώς επικοινωνούν μέσα σου οι δύο αυτές μορφές έκφρασης;
Προσπαθώ οι ιστορίες μου να έχουν «μουσικότητα», ρυθμό. Τις φαντάζομαι σαν ταινίες και προσπαθώ ο αναγνώστης να μπει στη δική μου διάθεση και η κάμερά του να εστιάζει εκεί που εστίασα κι εγώ. Δεν θα δούμε απαραίτητα το ίδιο πράγμα, το βιβλίο σου το επιτρέπει αυτό, θα νιώσουμε όμως παρόμοια πράγματα. Από το ένα δύσκολα πηγαίνω στο άλλο. Όμως πολλές φορές εμφανίζονται κοινές λέξεις και διαθέσεις.
Το βιβλίο χωρίζεται σε τέσσερις ενότητες. Πώς αποφάσισες αυτή τη δομή και τι ενώνει τελικά όλες τις ιστορίες;
Κάθε ενότητα είχε τη διάθεσή της. Στην πρώτη οι ιστορίες προσεγγίζονται με μία τρυφερότητα και το παράδοξο είναι στα πέριξ. Στη δεύτερη υπάρχει βία. Βία οικεία και γι’ αυτό δυσκολοχώνευτη. Στην τρίτη έχουμε συναντήσεις ανθρώπων που φιλοσοφούν και αμπελοφιλοσοφούν, αρνούμενοι να δώσουν απαντήσεις. Στην τέταρτη ενότητα είναι οι πιο προσωπικές ιστορίες. Το νήμα που τις ενώνει είναι η δική μου οπτική για τον κόσμο εκεί έξω. Τουλάχιστον την εποχή που γράφτηκαν οι ιστορίες και που δεν ήταν η πιο ευχάριστη.
Αν ο αναγνώστης έκλεινε το βιβλίο και κρατούσε μόνο ένα συναίσθημα, ποιο θα ήθελες να είναι αυτό;
Να μην παραδοθεί. Να τον ενοχλήσουν οι ιστορίες που φτιάχτηκαν για να τον ενοχλήσουν και να τον αγγίξουν οι ιστορίες που φτιάχτηκαν για να τον αγγίξουν. Κάπου εκεί τεμνόμαστε και αυτή ήταν η ουσία της συγγραφής του συγκεκριμένου πονήματος. Να βρεθώ με ανθρώπους που δεν θα συναντήσω πιθανότατα ποτέ μου.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θεσσαλονίκη»