Συνέντευξη στη Γεωργία Μακρογιώργου
Η Εύη Κουτρουμπάκη γεννήθηκε στο Στρατώνι Χαλκιδικής, ζει στη Θεσσαλονίκη και εργάζεται στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση, με ενεργή παρουσία στη λογοτεχνική κριτική και στη συγγραφή. Έχει εκπονήσει εκπαιδευτικά προγράμματα με θέμα «Φύλο και Λογοτεχνία» και παίρνει μέρος σε λογοτεχνικές εκδηλώσεις, παρουσιάζοντας βιβλία συγγραφέων από τη Θεσσαλονίκη.
Είναι μέλος της Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης και συμμετέχει σε κριτικές επιτροπές λογοτεχνικών διαγωνισμών. Κριτικά της κείμενα για τη λογοτεχνία, καθώς και πεζά της, έχουν δημοσιευτεί σε συλλογικές εκδόσεις, έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά.
Το πρώτο βιβλίο της, με τίτλο «Covidιακές μεταμορφώσεις» κυκλοφόρησε μέσα στην πανδημία, το 2020, από τις εκδόσεις Σαιξπηρικόν. Το δεύτερο βιβλίο της, το μυθιστόρημα «Το τρίτο πόδι» κυκλοφόρησε το 2021 από τις εκδόσεις Ενύπνιο.Το τελευταίο βιβλίο της, «Ο βαλές του Θεού» που εκδόθηκε από το Ενύπνιο το 2025, είναι ένα μυθιστόρημα βαθιά νατουραλιστικό που εξερευνά τη μοίρα, το περιθώριο και τις ανθρώπινες αντιφάσεις μέσα στην ελληνική επαρχία. Η συγγραφέας συνομιλεί με τη Γεωργία Μακρογιώργου για το τελευταίο της μυθιστόρημα.
Εύη Κουτρουμπάκη, ποια εσωτερική ανάγκη ή ποια βιώματα στάθηκαν η αφορμή για να προχωρήσεις στη συγγραφή του νέου σου μυθιστορήματος;
Η παραμονή μου για μια και πλέον δεκαετία στην Πτολεμαϊδα όπου πρωτοδιορίστηκα με έφερε σε επαφή με το ποντιακό στοιχείο, που αποτελεί το βασικό κομμάτι του πληθυσμού της πόλης. Τους αγάπησα και με αγάπησαν. Συναγελάστηκα μαζί τους τόσο πολύ, που σχεδόν έμαθα και την ποντιακή διάλεκτο, παρότι εγώ είμαι μικρασιατικής καταγωγής.
Αν επιχειρούσες να σκιαγραφήσεις τον κεντρικό σου ήρωα με σύντομο αλλά ουσιαστικό τρόπο, ποια βασικά χαρακτηριστικά θα επέλεγες για να τον περιγράψεις;
Ένας φτωχοδιάβολος σαν τους πολλούς που μας περιτριγυρίζουν, που ονειρεύεται να πιάσει την «καλή» που ποτέ δεν έρχεται. Ένας άνθρωπος χωρίς στέρεες ηθικές βάσεις που παραδέρνει, μια και δεν έμαθε ποτέ να κρατιέται από αξίες και ιδανικά, παρά μόνο από τα υλικά αγαθά.
Τι είναι αυτό που σε ελκύει ιδιαίτερα στην αξιοποίηση της ποντιακής παράδοσης και της διαλέκτου μέσα στο έργο σου και ποια σημασία έχει για σένα αυτή η επιλογή;
Στόχο είχα χρησιμοποιώντας σπαράγματα της ποντιακής διαλέκτου να την μνημειώσω με έναν τρόπο, μια και ο σύγχρονος τρόπος ζωής συμπαρασύρει στο διάβα του ό,τι απόμεινε από τις παραδόσεις και τις διαλέκτους της ελληνικής γλώσσας.
Ποιον ρόλο διαδραματίζει στο βιβλίο σου το κομμάτι που εκτυλίσσεται στο Άγιο Όρος και τι συμβολίζει για σένα σε επίπεδο αφήγησης και βιώματος;
Η καταγωγή μου είναι από την Αμμουλιανή, το μικρό νησάκι κάτω από το Άγιο Όρος και η συνάφεια των κατοίκων του νησιού με τα μοναστήρια του Όρους ήταν πάντοτε μεγάλη. Ως εκ τούτου και οι γνώσεις μου γύρω από αυτό θα έλεγα ότι είναι ικανοποιητικές.
Με ποιον τρόπο θεωρείς ότι το συγκεκριμένο βιβλίο συνομιλεί με την έως τώρα συγγραφική σου διαδρομή και πώς εντάσσεται στη θεματολογία που σε απασχολεί διαχρονικά;
Το βιβλίο αυτό ας πούμε ότι ήταν μια οφειλόμενη τιμή για τους ανθρώπους που έζησα τόσα χρόνια μαζί τους στην Πτολεμαϊδα. Επίσης, οι περιφερειακοί και με έναν τρόπο παραβατικοί ήρωες με γοήτευαν ανέκαθεν. Ένας τέτοιος είναι και ο ήρωας του βιβλίου μου. Ο Ντόμης ο Ντόλαρης.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θεσσαλονίκη»