Το 2024, περίπου 19.940 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους στους δρόμους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Ο αριθμός αυτός σημειώνει μείωση 2% σε σχέση με το 2023, ωστόσο η πρόοδος χαρακτηρίζεται αργή, ιδιαίτερα αν αναλογιστεί κανείς τους φιλόδοξους στόχους της ΕΕ: μείωση στο μισό των θανάτων έως το 2030 και μηδενικούς θανάτους έως το 2050.
Οι επαρχιακοί δρόμοι παραμένουν οι πλέον επικίνδυνοι, ευθύνονται για περισσότερους από τους μισούς θανάτους (περίπου 10.600), με παράγοντες όπως υψηλές ταχύτητες, κακός σχεδιασμός και μεγαλύτεροι χρόνοι απόκρισης σε έκτακτες ανάγκες. Στον αστικό ιστό, η εικόνα διαφέρει: οι χαμηλότερες ταχύτητες δεν μειώνουν τον κίνδυνο για ευάλωτους χρήστες του δρόμου. Το 2024, μεταξύ των θυμάτων υπήρχαν πάνω από 2.500 πεζοί, 1.000 ποδηλάτες και περίπου 1.360 μοτοσικλετιστές.
Οι ανισότητες μεταξύ των χωρών παραμένουν σημαντικές. Οι χώρες της Βόρειας και Δυτικής Ευρώπης καταγράφουν τα χαμηλότερα ποσοστά θνησιμότητας: Σουηδία 22, Δανία 24 και Λουξεμβούργο 26 θάνατοι ανά εκατομμύριο κατοίκων. Στον αντίποδα, χώρες όπως η Βουλγαρία (70 θάνατοι) και η Ρουμανία (67 θάνατοι) εμφανίζουν ιδιαίτερα υψηλά ποσοστά. Η Ελλάδα καταγράφει 52 θανάτους ανά εκατομμύριο κατοίκων, ελαφρώς πάνω από χώρες όπως η Ιταλία και η Γαλλία (51 θάνατοι).
Παρά τον υψηλό αριθμό των περίπου 20.000 θανάτων ετησίως στην ΕΕ, η θνησιμότητα παραμένει σημαντικά χαμηλότερη σε σύγκριση με τον παγκόσμιο μέσο όρο των 174 θανάτων ανά εκατομμύριο κατοίκων. Η πρόκληση πλέον είναι η ταχύτερη εφαρμογή πολιτικών οδικής ασφάλειας ώστε να μειωθούν περαιτέρω οι απώλειες.