Της Σοφίας Κωνσταντινίδου
Ο Αντώνης Λουδάρος έχει το χάρισμα να κάνει κάθε συζήτηση ξεχωριστή. Οι λέξεις του κυλούν με μια ήρεμη σοφία και ειλικρίνεια, με χιούμορ και τρυφερότητα. Ένας πολυπράγμων καλλιτέχνης, ένας άνθρωπος που αγαπά τη χαρά, την περιπέτεια και τη ζωή, μας μιλά για τις παραστάσεις που φέτος συμμετέχει, για το πρώτο του βιβλίο αλλά και για τη διαφορετικότητα, την αξία της δύναμης, της πράξης και της αυτογνωσίας.
Τι ήταν αυτό που σε ώθησε να ανεβάσεις το «Είμαι η γυναίκα μου»;
Πρώτον, το ότι βασίζεται σε αληθινή ιστορία. Δεν είχα ξαναπαίξει ποτέ αληθινή ιστορία. Επίσης, η θεματική του: Ένας άνθρωπος που περνάει δια πυρός και σιδήρου για να σταθεί στη ζωή, να νιώσει ότι μπορεί να αναπνεύσει, να αισθανθεί ελευθερία. Δεν παλεύει για να είναι γυναίκα, αλλά για να υπάρξει ως άνθρωπος. Κι όλα αυτά στην εποχή του ναζισμού και αργότερα του κομμουνιστικού καθεστώτος. Αυτή η γυναίκα υπήρξε πραγματικά και έγινε θρύλος. Κι ενώ στην Ελλάδα η ιστορία της είναι άγνωστη, στη Γερμανία και τις ανατολικές χώρες τη γνωρίζουν καλά. Αμφισβητήθηκε πολύ· δεν ξέρουμε τι από όσα λέει είναι αλήθεια. Εκείνη υποστηρίζει ότι ποτέ δεν υπήρξε προδότης, ότι σκότωσε τον πατέρα της, έναν ναζί. Άλλοι λένε πως ψεύδεται. Υπάρχει λοιπόν κάτι πολύ ανάκατο αλλά και συναρπαστικό ταυτόχρονα. Η παράσταση παρουσιάζει τη δική της οπτική, αλλά η εκδοχή της παραμένει μυστήριο.

Πού τοποθετείς την Charlotte Von Mahlsdorf στο καλλιτεχνικό σου ταξίδι;
Το «Είμαι Γυναίκα Μου» είναι για μένα σταθμός. Η Μιμή Ντενίση μου το είχε προτείνει παλιότερα, μου είχε πει πως μου ταιριάζει, αλλά τότε δεν έδωσα την πρέπουσα σημασία. Όταν το ξαναδιάβασα, σηκώθηκα ένα πρωί και είπα «θα το κάνω».Κι άρχισα να τηλεφωνώ σε ανθρώπους, να κανονίζω πώς θα γίνει όλο αυτό.

Έχει βραβευτεί με Pulitzer και Tony. Αυτό πρόσθεσε ένα βάρος όταν αποφάσισες να το σκηνοθετήσεις και να το ερμηνεύσεις;
Να σου πω την αλήθεια, όχι. Πήγα με αυτό που αγάπησα. Είπα «μου αρέσει, θα δώσω τον καλύτερό μου εαυτό». Τι ήταν αυτό, δεν ήξερα.
Όλοι οι συντελεστές συνεργαστήκαμε αρμονικά, νοιαστήκαμε πραγματικά. Δεν ήταν «μια ακόμα δουλειά». Έγινε με λεπτομέρεια, αγάπη και πίστη. Δεν το φοβήθηκα αλλά δεν ήμουν και σίγουρος. Ήθελα απλώς να μ’ αρέσει. Αν άρεσε και στον κόσμο, ακόμα καλύτερα. Και τελικά, δεν είχα άδικο.
Το έργο μιλά για μια trans γυναίκα στη Γερμανία του 20ου αιώνα…
Είναι ένα έργο που μας αφορά όλους. Όλοι έχουμε τις ιδιαιτερότητές μας, και όλοι αναγνωρίζουμε κομμάτια του εαυτού μας μέσα του. Καθώς παρακολουθείς, κάνεις κι εσύ τη δική σου αναγωγή -ποιους πρόδωσες, ποιους «σκότωσες», ποιους ευεργέτησες. Αυτό το κάνει συναρπαστικό. Και ήταν συγκινητικό να βλέπω πόσο άγγιξε τον κόσμο. Ειδικά στην επαρχία η ανταπόκριση ήταν πολύ δυνατή. Ερχόταν κόσμος κάθε ηλικίας -από ηλικιωμένους μέχρι μικρά παιδιά. Θυμάμαι ένα κοριτσάκι, γύρω στα οχτώ, που έκλαιγε στο τέλος. Τη ρώτησα γιατί, και μου είπε «κλαίω γιατί αυτή η γυναίκα πέρασε πολύ δύσκολη ζωή». Τόσο απλά και τόσο βαθιά. Η παράσταση νομίζω ότι γεννά την ανάγκη να ζήσεις πιο αληθινά, να αλλάξεις ό,τι δεν σου αρέσει.
Αν η Charlotte ζούσε σήμερα, πώς νομίζεις ότι θα έβλεπε την κοινωνία και τη θέση των trans;
Εκείνη τα κατάφερε τότε. Σήμερα θα έβλεπε ότι είμαστε ακόμα λίγο πίσω. Γίνονται προσπάθειες να επιτρέψουμε στους άλλους να είναι ο εαυτός τους, αλλά ζούμε ακόμα σε ένα καθεστώς όπου κρίνουμε τις ζωές των άλλων για να μη δούμε τη δική μας. Έχουν γίνει βήματα, ναι, αλλά έχουμε δρόμο. Ελπίζω στη νέα γενιά· φαίνεται πως σιγά -σιγά ξεπερνά αυτά τα στεγανά. Θέλει όμως χρόνια και κυρίως τόλμη· να δεχτείς ότι ο άλλος δεν είναι σαν κι εσένα -και ευτυχώς. Είναι διαφορετικός: Ψηλός, κοντός, gay, straight, trans, non-binary… Είναι η αλήθεια του. Και αυτό δεν σηκώνει κριτική, όπως δεν σηκώνει κριτική το χρώμα του δέρματος ή ο τόπος που γεννήθηκες.
Τελικά έχει σημασία τι είσαι ή τι κάνεις;
Σημασία έχουν οι πράξεις μας· τι προσφέρουμε στον εαυτό μας και στους γύρω μας. Μας λείπει η αγάπη, δεν περισσεύει πια. Δεν την ξέρουμε την αγάπη, είμαστε λίγο συναισθηματικά αναλφάβητοι. Κι εκεί είναι όλο το ζήτημα: Να κοιτάξουμε λίγο προς τα μέσα μας.
Συχνά φερόμαστε σαν «κακές πεθερές», έτοιμοι να κρίνουμε και να κουτσομπολέψουμε τους άλλους. Αλλά αν βελτιώσουμε εμείς τα δικά μας κομμάτια, αν δώσουμε χώρο να αναπνεύσει και ο άλλος, ίσως όλα να γίνουν πιο ανθρώπινα. Φτάνει πια με το «τι θα πει ο κόσμος». Ας επιτρέψουμε στους ανθρώπους να ζουν όπως θέλουν. Η διαφορετικότητα δεν κάνει κακό σε κανέναν, δεν επιβάλλεται -απλώς υπάρχει. Όλοι είμαστε διαφορετικοί, όλοι προσπαθούμε να τα καταφέρουμε. Θεωρούμε ότι είμαστε άφθαρτοι και αθάνατοι αλλά τίποτα δεν μας ανήκει. Είμαστε απλώς περαστικοί.
Μετά από έναν δραματικό μονόλογο, βρίσκεσαι πάλι με μονολόγους -αστείους αυτή τη φορά, με στοιχεία stand-up comedy, στη σατιρική παράσταση «Ούτε Μπρος ούτε Πίσω». Τι γίνεται εκεί;
Εκεί γίνεται χαμός! Κάθε Παρασκευή, Σάββατο και Κυριακή στην Αθήνα είναι σαν πάρτι. Είναι υπέροχο να βλέπεις τον κόσμο να περνάει καλά, να ψυχαγωγείται, να λέει «είχα τόση ανάγκη να γελάσω». Νιώθω σαν να δίνω… συνταγή γέλιου. Δεν είναι εύκολο. Δεν έχω πάντα κέφια, όπως καταλαβαίνεις. Αλλά υπάρχουν τεχνικές, εργαλεία που έχουμε εμείς οι ηθοποιοί. Και ξέρεις, τρώγοντας έρχεται η όρεξη.
Στο έργο των Παπαθανασίου -Ρέππα σχολιάζεται η σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα…
Όλοι οι χαρακτήρες στην παράσταση είναι αναγνωρίσιμοι -στην υπερβολή τους βέβαια. Τους ξέρουμε, είναι κάπου δίπλα μας, μέσα μας. Δεν αποφύγαμε το political correct. Δείχνουμε, για παράδειγμα, τον Έλληνα που θέλει να πλακώσει τη γυναίκα του -δυστυχώς, κάτι που βλέπουμε καθημερινά στις ειδήσεις. Αλλά βλέπω και μια μικρή αντίδραση –κριτική στάση του κόσμου απέναντι σε αυτό που δεν είναι σωστό. Κι έτσι, σιγά σιγά, μπαίνει στον σκληρό δίσκο της ψυχής μας ότι κάποια πράγματα δεν θα έπρεπε να είναι έτσι.Ο «νεοέλληνας», από την πεθερά μέχρι τις διακοπές στη Μύκονο και τα δάνεια που παίρνει για να πάει, είναι κάτι που όλοι έχουμε ζήσει. Αυτή η ιστορία δεν έχει τελειώσει. Είμαστε πίσω σε κάποια πράγματα, η αισθητική μας δεν είναι πάντα υψηλή. Αλλά η παράσταση λειτουργεί σαν καθρέφτης. Χωρίς να κουνάει δάχτυλο, λέει «αυτός είσαι, αυτοί είμαστε». Και μετά εσύ αποφασίζεις τι θα κάνεις.
Πρόσφατα κυκλοφόρησε το βιβλίο σου με τίτλο «Το μεγάλο μυστικό για την εκπλήρωση των επιθυμιών μας». Πώς προέκυψε αυτό το βιβλίο;
Για κάποια χρόνια έκανα ψυχοθεραπεία. Σταμάτησα, αλλά κατά τη διάρκεια της καραντίνας άρχισα ξανά να ασχολούμαι με αυτά τα πράγματα. Η ψυχοθεραπεία με βοήθησε πολύ· προσωπικά για τη ζωή μου και επαγγελματικά, για να γίνω καλύτερος ηθοποιός, να διαβάζω πιο βαθιά και ουσιαστικά τα κείμενα. Όταν πήγα σε ομαδικά σεμινάρια αυτογνωσίας, η εμπειρία μου βοήθησε και την ομάδα. Μπορούσα να μοιραστώ πράγματα από το δικό μου σεντούκι και αυτό ήταν χρήσιμο για όλους. Ο Χάρης Παπαδόπουλος μου είπε πολλές φορές ότι βρίσκομαι στη σωστή κατεύθυνση. Του απάντησα ότι προσπαθώ να είμαι ειλικρινής κι εκείνος μου τόνισε ότι ο τρόπος που βλέπω τα πράγματα είναι απλός, κατανοητός και βοηθητικός. Αν κάποιος πάρει το βιβλίο, δεν χρειάζεται υψηλή μόρφωση για να το καταλάβει, δεν έκανα κουλτούρ – μουλτούρ. Απευθύνεται σε όλη την οικογένεια, από τον παππού και τη γιαγιά μέχρι τα παιδιά.

Αναφέρεται στη δύναμη που έχουμε μέσα μας. Πώς μπορούμε να την αναζητήσουμε όταν η καθημερινότητα μας αποδυναμώνει;
Εκεί είναι δική μας δουλειά. Αν αφήσουμε μια σκληρή, αδυσώπητη καθημερινότητα να μας καταπιεί, μαυρίζουν η ψυχή, η σκέψη, η ύπαρξή μας. Χρειάζεται προσωπική δουλειά, να συνειδητοποιήσεις ότι κάτι δεν πάει καλά, ότι κάτι πρέπει να κάνεις για σένα. Μόνο εσύ μπορείς.Τίποτα δεν είναι εύκολο, αλλά τίποτα δεν είναι ακατόρθωτο. Έχουμε μέσα μας δύναμη, απλώς πρέπει να τη βρούμε. Συχνά παραδινόμαστε στη ρουτίνα: Δουλειά που δεν αγαπάμε, σπίτι που δεν αγαπάμε, σχέσεις που δεν αγαπάμε. Όλο ψέμα. Πρέπει να πούμε κάποιες αλήθειες στον εαυτό μας: Γιατί δεν αγαπώ, τι θέλω περισσότερο, τι θέλω λιγότερο; Δεν είναι όλα χρήματα.
Αναφέρεσαι σε κάποιο μυστικό…
Ε, αν σου το πω, δεν θα αγοράσουν το βιβλίο (γέλια)… Το μυστικό είμαστε εμείς ίδιοι. Δεν υπάρχουν θαύματα. Το λένε όλοι οι φιλόσοφοι.
Το θαύμα και ο Θεός υπάρχουν μέσα μας. Το δύσκολο είναι η απόφαση να προχωρήσουμε, γιατί μας έχουν πλάσει με φόβο και ενοχές. Οι άνθρωποι που προχωρούν προς το φως είναι αυτοί που θαυμάζω. Δεν τους ζηλεύω, τους καμαρώνω και λέω «θα το κάνω κι εγώ». Δεν είχα τα μέσα, μεγάλωσα σε φτωχή οικογένεια, δεν περίμενα την εξέλιξη που είχα στη δουλειά και τη ζωή μου. Έχω κάνει πολύ περισσότερα απ’ ό,τι ονειρεύτηκα και συνεχίζω και θέλω κι άλλο και το γουστάρω. Οι προσλαμβάνουσές μου ήταν να δουλέψω σε εργοστάσιο και να τελειώσει εκεί η ιστορία της ζωής μου. Όχι ότι είναι κακό να δουλεύεις σε εργοστάσιο, αν το αγαπάς. Απλώς ήμουν φτιαγμένος για φτηνό εργατικό χέρι.
Ο τολμών νικά…
Ακριβώς. Πήγαινε στο δικό σου φως, στο δικό σου θέλω. Στο όνειρο που κουβαλάει η ψυχούλα σου. Ναι, ξεβολεύεσαι. Το βόλεμα δεν είναι καλό πράγμα. Ωραίο είναι να αράξεις στον καναπέ, να πιεις έναν καφέ. Αλλά μετά σήκω. Ζήσε την περιπέτεια της ζωής σου. Δεν θα ζήσεις από φόβο και ενοχές για να μην ενοχλήσεις ή να μην ενοχληθείς; Ζήσε τη ζωή σου με αγάπη, για σένα και για τους γύρω σου.
Μετά από τόσα χρόνια στο χώρο, τι σε συγκινεί ακόμη στο θέατρο όπως την πρώτη μέρα;Έχει αλλάξει η έννοια της «επιτυχίας»;
Στην αρχή θέλεις να αρέσεις, να είσαι χρήσιμος, να δείξεις ότι έχεις αξία. Γιατί αν το καταλάβουν οι άλλοι, τότε βλέπεις κι εσύ τον εαυτό σου μέσα από τα μάτια τους και νιώθεις ότι έχεις σημασία. Αργότερα όμως καταλαβαίνεις ότι δεν χρειάζεται να γίνεται έτσι. Νιώθεις κι εσύ την αξία σου αν πηγαίνεις προς τη σωστή κατεύθυνση, προς την αγάπη, προς το δικό σου φως… Αυτό θέλει εμπειρία, θέλει να ησυχάσει το μέσα σου, να πεις «όλα πήγαν όσο καλύτερα γίνονταν και αν κάτι δεν έγινε, δεν ήταν να γίνει». Αφήνω τη ζωή να με πηγαίνει. Μου αρέσει η περιπέτεια. Που σήμερα είμαι καλά και αύριο μπορεί να είμαι του θανατά. Σήμερα έχω λεφτά, αύριο δεν ξέρω πώς θα πληρώσω το νοίκι μου. Και ξέρεις τι; Αυτό με δυναμώνει. Οι δυσκολίες μου δίνουν δύναμη. Φαντάζεσαι μια ζωή που όλα είναι εύκολα; Τρομακτικά βαρετή. Δεν θέλω κάθε μέρα να βγαίνω, αλλά θέλω να βλέπω τους φίλους μου. Ακόμα κι όταν δεν έχω όρεξη, λέω στον εαυτό μου «σήκω τώρα και βρες την όρεξη, ζήσε». Αυτό μας λείπει σήμερα. Ο ενθουσιασμός για την ίδια τη ζωή.
Τραγουδάς, παίζεις, σκηνοθετείς, γράφεις, διδάσκεις κ.ά. Για ποιο από όλα τα ταλέντα σου έχεις δεχτεί το πιο κολακευτικό σχόλιο;
Κατά καιρούς έχω ακούσει πολλά, κυρίως για την υποκριτική. Είμαι ηθοποιός, τα άλλα ήρθαν συμπληρωματικά. Δεν σημαίνει ότι δεν τα αγαπάω, είναι κομμάτια μου που με ολοκληρώνουν. Έτυχε να έχω μια σωστή φωνή, την καλλιέργησα και λίγο και με ευχαριστεί όταν τραγουδάω και ο κόσμος τραγουδάει μαζί μου. Με ευχαριστεί όταν παίζω και βλέπω ότι ο κόσμος είναι μαζί μου. Είναι περίεργο, με εμπιστεύονται και νιώθω ευθύνη. Αλλά δεν είναι βάρος, νιώθω τη χαρά του καλού οικοδεσπότη. Θέλω αυτός που θα έρθει στο θέατρο να φύγει παίρνοντας μαζί του πολλαπλάσιο από αυτό που πλήρωσε. Νομίζω ότι το έχω καταφέρει, παρόλο που υπήρξαν και αστοχίες και αποτυχίες.
Είμαι καλλιτέχνης. Παλιά ντρεπόμουν να το λέω. Ανήκω σε καλλιτεχνική οικογένεια και προσπαθώ με κάθε τρόπο να παράγω έργο.
Ποιο τραγούδι θα μπορούσε να συνοδεύει τη ζωή σου σαν soundtrack;
Θα σε πάω πολύ πίσω. Είναι ένα τραγούδι που το είπε σε πρώτη εκτέλεση η Σοφία Βέμπο, το «Πόσο λυπάμαι» (… τα χρόνια που πήγαν χαμένα πριν να γνωρίσω εσένα, που πρόσμενα καιρό…). Δεν είναι της γενιάς μου, αλλά αυτό το κομμάτι με έχει σημαδέψει. Μιλάει τόσο βαθιά και τόσο απλά για τον έρωτα, με συγκινεί πολύ.
Το παιδί που έχεις μέσα σου το ακούς, το προστατεύεις;
Δεν γίνεται αλλιώς, η πραγματική μου περιουσία είναι αυτή. Πρέπει να την προστατεύσω, να ξέρω ότι δεν έχω αλλοτριωθεί πολύ, παρόλο που κάτι έχει γίνει. Δεν είμαι μόνο καλός· είμαι και σκληρός. Έχω φερθεί άδικα κάποιες φορές. Έχω κάνει αυτοκριτική, ζω με τις ενοχές μου. Θα μπορούσα κάποια πράγματα να τα είχα διαχειριστεί καλύτερα, αλλά το ότι βλέπω και τα λάθη και τα σωστά μου, αυτό είναι το μεγαλείο της ζωής.
Τι σχέδια έχεις για φέτος;
Υπάρχει η χαρά που παίζω στην Αθήνα στο «Ούτε Μπρος, ούτε Πίσω», η χαρά που ξανασυναντώ τη Θεσσαλονίκη με το «Είμαι η γυναίκα μου», το οποίο θα περιοδεύσει και σε άλλες πόλεις. Συν τη σκηνοθεσία του έργου «Shirley Valentine» με την Παυλίνα Χαρέλα, που θα ανέβει στο Θέατρο Σοφούλη στις 22 Δεκεμβρίου. Πρώτα ο Θεός, αν είμαι γερός, θα μου ξημερώσει και θα ζήσω τη νέα περιπέτεια που δεν την ξέρω ακόμα, αλλά την περιμένω με προσμονή.
Συνεργάζεσαι χρόνια με το Θέατρο Σοφούλη…
Όταν συνεργάστηκα με την Παυλίνα δέσαμε πολύ, αγαπηθήκαμε, γίναμε φίλοι. Μας δένει κάτι βαθύ και ουσιαστικό χωρίς να το έχουμε συζητήσει ποτέ. Μπορούμε να συνεννοηθούμε με τα μάτια. Νιώθω σαν να γυρνάω σπίτι μου. Περιμένω με λαχτάρα να ανέβω στη Θεσσαλονίκη, να ζήσω τις γιορτές, να συναναστραφώ με τον κόσμο.
Η ταυτότητα της παράστασης
Σκηνοθεσία – Ερμηνεία: Αντώνης Λουδάρος
Κείμενο: Doug Wright
Μετάφραση: Ιωσήφ Βαρδάκης
Διασκευή – Θεατρική Απόδοση: Ροδή Στεφανίδου
Βοηθός Σκηνοθέτης: Γωγώ Μαρινάκου
Φωτισμοί: Μελίνα Μάσχα
Video Art: Παντελής Μάκκας
Σκηνικά: Ειρήνη Παπιδά
Κοστούμια: Βάνα Γιαννούλα
Μουσική Επιμέλεια: Angel T
Μουσική: Ανδρέας Καρανίκας
Info
Παραστάσεις: Τις Δευτέρες 24/11, 1, 8 και 15/12 στις 21:00.
Προπώληση: www.more.com και στο ταμείο του Θεάτρου Σοφούλη, Τραπεζούντος 5, Καλαμαριά, τηλ. 2310 423925 & 6987089778.
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Θεσσαλονίκη»