Της Ελισάβετ Σταυριανίδου
Περίπου ενάμισι μήνα χιονόπτωσης και χιονόστρωσης έχασαν τα μέσα σε 30 χρόνια τα βουνά κατά κύριο λόγο της Βορειοδυτικής Ελλάδας. Οι απώλειες αυτές σε χιόνι αφενός επιτείνουν το προβλημα της λειψυδρίας και, αφετέρου, εντέινουν τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει ο χειμερινός τουρισμός.
Μελέτη του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών κατέγραψε τις συνθήκες χιονιού στη χώρα μας για την περίοδο 1991 – 2020, με τα στοιχεία να είναι απογοητευτικά, απόρροια της ανόδου της θερμοκρασίας, της ανομβρίας και γενικότερα της κλιματικής αλλαγής.
Τα κυριότερα ευρήματα που προέκυψαν είναι μείωση της διάρκειας χιονοκάλυψης κατά περίπου 1,5 ημέρα ανά έτος, σημαντική μείωση του ύψους χιονιού, ιδίως σε περιοχές κάτω των 1.800 μέτρων, αλλά και απώλειες συνολικά 30 – 50 ημερών χιονοκάλυψης στα ορεινά της Κεντρικής και Βόρειας Ελλάδας.
«Την 30ετία 1990 – 2020 χάθηκαν περίπου 50 – 60 μέρες χιονοκάλυψης, συγκεκριμένα χάνονταν 1 – 2 μέρες κάθε χρόνο. Αυτή η μείωση γίνεται αισθητη κυρίως την τελευταία δεκαετία, καθώς η θερμοκρασία ανεβαίνει αρκετά, οπότε αντί να χιονίζει, βρέχει», δηλώνει ο μετεωρολόγος Κώστας Λαγουβάρδος, διευθυντής Ερευνών στο Εθνικό Αστεροσκοπείο Αθηνών.
Μειώνονται τα χιόνια και τα υδάτινα αποθέματα
Στη χώρα μας, οι χειμώνες παρουσιάζουν έντονα διαφοροποιημένα πρότυπα χιονόπτωσης, που κυμαίνονται από εξαιρετικά ήπιες περιόδους έως ακραία καιρικά φαινόμενα μικρής διάρκειας. «Παρουσιάζεται σημαντική μείωση της περιόδου κατά την οποία εκδηλώνονται χιονοπτώσεις. Το φθινόπωρο είναι πλέον ελάχιστες οι ημέρες που χιονίζει, με αφετηρία τα τέλη Νοεμβρίου, ενώ και την άνοιξη τα χιόνια λιώνουν νωρίτερα. Επιπλέον, οι έντονες βροχοπτώσεις δίνουν ποσότητες νερού, οι οποίες όμως χάνονται, καθώς ο τρόπος αυτός δεν είναι αποδοτικός. Στην ουσία, η βροχή καταλήγει στη θάλασσα: το νερό πέφτει, προκαλεί ζημιές, αλλά δεν το ‘’κερδίζουμε’’», υπογραμμίζει ο κ. Λαγουβάρδος.
Για παράδειγμα, η χιονοκάλυψη την περίοδο Σεπτεμβρίου 2024 – Μαΐου 2025 χαρακτηρίστηκε από ορισμένα σημαντικά επεισόδια χιονόπτωσης κυρίως στην αρχή του χειμώνα, τα οποία όμως είχαν περιορισμένη διάρκεια. Αρχικά, η κακοκαιρία «Bora» (30 Νοεμβρίου – 1 Δεκεμβρίου) προκάλεσε σημαντικά ύψη χιονιού στα ορεινά της Βόρειας Ελλάδας. Στα μέσα Ιανουαρίου (11 – 17/1/25) καταγράφηκε η μέγιστη έκταση χιονοκάλυψης, με σημαντική ποσότητα χιονιού σε ημιορεινές περιοχές και σε πεδινές περιοχές της Βόρειας Ελλάδας, ενώ ο σχετικά ψυχρός Απρίλιος το 2025, χαρακτηρίστηκε και από χιονοκάλυψη μεγαλύτερη του μέσου όρου της περιόδου 2004 – 2023 για μόλις τέσσερις ημέρες.
Από τα μέσα Ιανουαρίου μέχρι την πρώτη εβδομάδα του Απριλίου, η έκταση της χιονοκάλυψης στη χώρα μας ήταν συνεχώς κάτω από τον μέσο όρο της περιόδου 2004 – 2023, και μάλιστα σε επίπεδα από τα χαμηλότερα που έχουν καταγραφεί από το 2004.
Είναι φανερό ότι τα δύο τελευταία χρόνια η έκταση της χιονοκάλυψης το μεγαλύτερο μέρος του έτους είναι αρκετά μικρότερη από τον μέσο όρο της περιόδου 2004 – 2023. Σε περίοδο 180 ημερών (15 Νοεμβρίου – 15 Μαΐου) την περίοδο 2023 – 2024 η χιονοκάλυψη ήταν μικρότερη του μέσου όρου τις 163 ημέρες, ενώ την περίοδο 2024 – 2025 τις 145 ημέρες.

«Πονάνε» τα χιονοδρομικά
Η πτωτική τάση της χιονόπτωσης και χιονόστρωσης στη χώρα έχουν άμεσο αντίκτυπο τόσο στο φυσικό περιβάλλον, όσο και σε οικονομικούς τομείς, όπως ο τουρισμός.
«Για κάθε μέρα του έτους, υπολογίσαμε ποιο είναι το μέσο ύψος χιονιού σε κάθε χιονοδρομικό. Αυτό που διαπιστώνουμε είναι ότι τα τελευταία 10 χρόνια το μέσο ύψος χιονιού είναι μικρότερο σε σχέση με τις προηγούμενες δεκαετίες, σχεδόν σε όλη τη διάρκεια της χειμερινής περιόδου, κάτι που σημαίνει ότι έπεσε μικρότερη ποσότητα χιονιού στη διάρκεια του χειμώνα. Αυτό ισχύει για όλα τα χιονοδρομικά, με μικρές διαφορές, δηλαδή συρρίκνωση της περιόδου χιονόστρωσης και παράλληλη μείωση ποσότητας του χιονιού», εξηγεί ο Γιάννης Μασλουμίδης, επιστημονικός συνεργάτης του meteo του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών.
Στο Ταμείο Ανάκαμψης
Λύση στο πρόβλημα που δημιουργείται από τη μείωση της χιονόπτωσης, επιχειρεί να δώσει πρόγραμμα του υπουργείου Τουρισμού μέσω χρηματοδότησης από το Ταμείο Ανάκαμψης, ώστε να αξιοποιηθούν και να αναβαθμιστούν τα χιονοδρομικά για να λειτουργούν όλο τον χρόνο.
«Τα προηγούμενα χρόνια γίνονταν μόνο οι απαραίτητες συντηρήσεις. Αυτή τη στιγμή τουλάχιστον επτά χιονοδρομικά γίνονται σύγχρονα, ασφαλή, ‘’δυνατά’’. Για παράδειγμα, το Ανήλιο ήδη έχει αξιοποιήσει στο μέγιστο τα κονδύλια από το Ταμείο Ανάκαμψης και όταν με το καλό θα ρίξει χιόνι θα είναι έτοιμο να λειτουργήσει με τον νέο αναβατήρα, εξυπηρετώντας διπλάσιο αριθμό επισκεπτών», σημειώνει ο Νίκος Χούντρης, εκπρόσωπος του xionodromika.gr, ο οποίος τόνισε την αναγκαιότητα των έργων, την ώρα που μειώνεται η σεζόν. «Έχουμε 200.000 σκιέρ στην Ελλάδα και ένα εκατομμύριο θιασώτες του χιονιού που ανεβαίνουν στα χιονοδρομικά, καθιστώντας τόσο τα ίδια, όσο και τα γύρω χωριά, σε πυλώνες ανάπτυξης».
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θεσσαλονίκη»