Της Δήμητρας Μακρή
Μια ανάφλεξη όπως αυτή που βιώνει η Μέση Ανατολή εδώ και 50 ημέρες, στην οποία εμπλέκονται με πολλούς τρόπους αρκετοί δρώντες, είναι λογικό να προκαλέσει εντάσεις, να αυξήσει φόβους, να αναθερμάνει διαμάχες και να προσφέρει σε κάποιους την ευκαιρία για καλύτερη τοποθέτηση στη γεωπολιτική σκακιέρα.
Κάπως έτσι θα μπορούσε να δει κανείς και τις τελευταίες επιθέσεις του τούρκου υπουργού Εξωτερικών, Χακάν Φιντάν, ο οποίος στράφηκε εναντίον της τριμερούς συνεργασίας ανάμεσα σε Ελλάδα, Κύπρο και Ισραήλ αναφέροντας ότι θα μπορούσε να… προκαλέσει πόλεμο. Πρόκειται για μια επίθεση που εντάσσεται στην ευρύτερη αντιπαράθεση του προέδρου της Τουρκίας Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν με τον πρωθυπουργό του Ισραήλ Μπέντζαμιν Νετανιάχου. Μετά το 2007 η Τουρκία επιδιώκει να προβάλλει την εικόνα του ηγέτη του σουνιτών μουσουλμάνων και προστάτη των Παλαιστινίων, υποβαθμίζοντας τις μέχρι τότε ιδιαίτερα στενές τουρκοισραηλινές σχέσεις. Μάλιστα η Άγκυρα θεωρεί το Ισραήλ θα στοχοποιήσει, μετά το Ιράν, την Τουρκία και συνεπώς «βάζει στο κάδρο» και τη στρατηγική συνεργασία Αθήνας, Λεμεσού και Τελ Αβίβ.
Όπως αναφέρει στη «Θ» ο Θεόδωρος Τσίκας, διεθνολόγος – πολιτικός επιστήμονας και επικεφαλής του προγράμματος «Θεωρία και Πρακτική των Διεθνών Σχέσεων» στο Ινστιτούτο Διεθνών και Οικονομικών Σχέσεων, την Άγκυρα «απασχολούν ορισμένα οπλικά συστήματα που έχουν προμηθευτεί Ελλάδα και Κύπρος».
Η Ελλάδα απέναντι στις απειλές Φιντάν απάντησε θεσμικά, επικαλέστηκε τον σεβασμό του διεθνούς δικαίου, ανέφερε πως οι συνεργασίες έχουν ειρηνικό χαρακτήρα χωρίς να στρέφονται εναντίον τρίτων και επανέλαβε ότι ασκεί την εξωτερική της πολιτική με όρους ανεξαρτησίας και χωρίς εξωτερικές υποδείξεις.
Κάποιοι αναλυτές υποστήριξαν ότι η Τουρκία αντέδρασε με τον τρόπο αυτό επειδή παραγκωνίστηκε από τις διαπραγματεύσεις στο Ισλαμαμπάντ ανάμεσα σε Ιράν και ΗΠΑ, αν και η Άγκυρα συμμετείχε στη διοργάνωση μαζί με την Αίγυπτο, τη Σαουδική Αραβία και άλλες γειτονικές χώρες και παρακολούθησε εκ του σύνεγγυς την όλη διαδικασία και λόγω των κοινών συνόρων της με το Ιράν. Ωστόσο, υπάρχουν κάποιες παράμετροι στην τριμερή συνεργασία Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ που πρέπει να αναφερθούν.
Αμφίβολες πολιτικές
Όλο και περισσότερο υποστηρίζεται ότι η ελληνική εξωτερική πολιτική οφείλει να κρατήσει προσεκτικές ισορροπίες. Από την πλευρά του, ο κ. Τσίκας τονίζει πως οι ΗΠΑ και το Ισραήλ διεξάγουν απέναντι στο Ιράν έναν πόλεμο χωρίς έγκριση από το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ. «Παράλληλα, δεν είχε αποδειχθεί ρητά τόσο άμεση απειλή από το Ιράν -η κατοχή πυρηνικών όπλων- ώστε να αιτιολογήσει μια στρατιωτική παρέμβαση. Επίσης, οι στρατιωτικές επιχειρήσεις του Ισραήλ στον νότιο Λίβανο ακολουθούν ένα “μοντέλο Γάζας”. Για να αποκρούσει μια υπαρκτή στρατιωτική απειλή, της Χεζμπολάχ, το Ισραήλ προχωράει σε μια μαζική στρατιωτική επέμβαση, μέσω της οποίας ισοπεδώνονται πόλεις και χωριά και διώχνονται οι μόνιμοι κάτοικοι του νότιου Λιβάνου από τα σπίτια τους. Έως τώρα έχουν εκτοπιστεί περίπου ένα εκατομμύριο άνθρωποι. Πρόκειται για μια τακτική του Τελ Αβίβ που μπορεί να σημαίνει και κατηγορίες για απόπειρα εθνοκάθαρσης», επισημαίνει.
Πρόκειται συνεπώς για ζητήματα εξαιρετικά προβληματικά, από τα οποία η κυβέρνηση Νετανιάχου βυθίζεται διαρκώς. Για τους λόγους αυτούς, πολλές χώρες της Ευρώπης αποστασιοποιούνται τόσο από τον πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ, όσο και από τον Νετανιάχου. Είναι χαρακτηριστικό το παράδειγμα της πρωθυπουργού της Ιταλίας Τζόρτζια Μελόνι που αποφάσισε να αναστείλει την αμυντική συνεργασία της Ρώμης με το Ισραήλ που άρχισε το 2005, ή και άλλων ευρωπαϊκών χωρών, όπως Γαλλία και Ισπανία, οι οποίες έκλεισαν τον εναέριο χώρο και τις βάσεις τους για τις αμερικανικές δυνάμεις που πολεμούν στο Ιράν εξαιτίας των πολιτικών Νετανιάχου.
«Η κατάσταση αυτή απαιτεί πολύ προσεκτική διαχείριση εκ μέρους της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, γιατί εμείς διακηρύσσουμε την πίστη μας στο διεθνές δίκαιο», υπογραμμίζει ο κ. Τσίκας. Να σημειωθεί πως η τακτική που ακολουθεί το Ισραήλ στον Λίβανο, είναι παρόμοιας λογικής με εκείνη που εφάρμοσε στη Λωρίδα της Γάζας – υπενθυμίζεται πως το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης έχει ζητήσει από το Ισραήλ να αποτρέψει αρχικά πράξεις γενοκτονίας και πως η τελική απόφαση του δικαιοδοτικού οργάνου στην προσφυγή της Νότιας Αφρικής αναμένεται το 2027.
Στρατηγικές συμμαχίες
Ο κ. Τσίκας επισημαίνει ακόμη πως η Ελλάδα δεν μπορεί να επενδύει σε μια μόνιμη κατάσταση αντιπαλότητας ανάμεσα σε Ισραήλ και Τουρκία. Υπενθυμίζει πως επί πολλές δεκαετίες Άγκυρα και Τελ Αβίβ υπήρξαν στρατηγικοί σύμμαχοι στην περιοχή μέχρι να αναλάβουν την εξουσία στο Ισραήλ ο Νετανιάχου και στην Τουρκία ο Ερντογάν. Συνεπώς, μια αλλαγή ηγεσίας μπορεί να διαφοροποιήσει και τους τωρινούς συσχετισμούς δυνάμεων. Άρα η Ελλάδα θα πρέπει να σκέφτεται πως θα κινηθεί γενικότερα στην περιοχή χωρίς α) να προκαλεί επιπλέον επιπλοκές με την Τουρκία, αλλά να δώσει έμφαση και στον ελληνοτουρκικό διάλογο β) λαμβάνοντας υπόψη τη σχέση της με άλλες χώρες, για παράδειγμα τις αραβικές.
Επίσης, υπάρχει και η παράμετρος Τραμπ, στο πρόσωπο του οποίου ο Νετανιάχου βρήκε έναν σύμμαχο, αλλά κι αυτός ενδέχεται να είναι ιδιαίτερα αποδυναμωμένος μετά τις εκλογές στο Κονγκρέσο τον Νοέμβριο. Τα πράγματα αλλάζουν και δεν θα προχωρούν πάντα με τον ίδιο τρόπο άρα «απαιτούνται εξαιρετικά προσεκτικοί πολιτικοί σχεδιασμοί, σεβασμό σε ισορροπίες και να ξέρουμε ότι τα πράγματα είναι δυναμικά», κατέληξε ο κ. Τσίκας.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θεσσαλονίκη»