Στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης βρίσκεται το τελευταίο διάστημα η παρουσία της πικροδάφνης σε σχολεία και παιδικές χαρές, μετά από οδηγίες και παρεμβάσεις αρμόδιων φορέων σχετικά με την ασφάλεια του φυτού σε χώρους όπου κινούνται παιδιά.
Το θέμα σχολίασε την Παρασκευή 17 Απριλίου ο Θεόδωρος Βασιλακόπουλος, καθηγητής Πνευμονολογίας και πρόεδρος του ΕΟΔΥ, μιλώντας στην εκπομπή «Συνδέσεις».
Όπως ανέφερε, η θέση του Οργανισμού αποτυπώθηκε στο νεότερο δελτίο Τύπου, επισημαίνοντας ότι ο ΕΟΔΥ έχει ρόλο να εκδίδει συστάσεις πρόληψης και ενημέρωσης. Παράλληλα, υπογράμμισε πως η νέα ανακοίνωση υιοθετεί μια πιο επικαιροποιημένη και ισορροπημένη προσέγγιση.
Πότε είναι επικίνδυνη η πικροδάφνη
Σύμφωνα με τον κ. Βασιλακόπουλο, η πικροδάφνη είναι πράγματι ένα δυνητικά τοξικό φυτό, χωρίς όμως να αποτελεί κίνδυνο υπό φυσιολογικές συνθήκες παρουσίας σε έναν χώρο. Η επικινδυνότητα προκύπτει κυρίως όταν κάποιος κόψει και μασήσει φύλλα, άνθη ή κλαδιά, ιδιαίτερα σε μεγάλες ποσότητες. Αντίστοιχα, πρόβλημα μπορεί να δημιουργηθεί και από την εισπνοή καπνού σε περίπτωση καύσης του φυτού.
Ο ίδιος ξεκαθάρισε ότι δεν υπάρχει λόγος απομάκρυνσης των ήδη υπαρχουσών πικροδάφνων από σχολεία ή δημόσιους χώρους. Αντίθετα, έδωσε έμφαση στην ανάγκη σωστής ενημέρωσης παιδιών, γονέων και εκπαιδευτικών, ώστε να αποφεύγεται η επαφή με μέρη του φυτού. Ωστόσο, για τον σχεδιασμό νέων σχολικών μονάδων ή παιδικών χαρών, σημείωσε πως θα ήταν προτιμότερο να επιλέγονται άλλα είδη φυτών.
Τα στοιχεία για δηλητηριάσεις
Αναφερόμενος σε δεδομένα του Κέντρου Δηλητηριάσεων, ο καθηγητής σημείωσε ότι από το 2020 έως σήμερα καταγράφονται περίπου 15 έως 20 περιστατικά δηλητηρίασης παιδιών από πικροδάφνη κάθε χρόνο. Παρά τα περιστατικά αυτά, μέχρι σήμερα δεν έχει χρειαστεί χορήγηση αντίδοτου ή νοσηλεία, καθώς τα συμπτώματα ήταν ήπια.
Σχολιάζοντας τις προηγούμενες οδηγίες που είχαν προκαλέσει αντιδράσεις, έκανε λόγο για «ιδιαίτερα έντονη επιστημονική αυστηρότητα», εκτιμώντας ότι η νεότερη προσέγγιση είναι πιο ψύχραιμη και ισορροπημένη.
Ποια είναι τα συμπτώματα δηλητηρίασης
Η δηλητηρίαση από πικροδάφνη μπορεί να επηρεάσει πολλαπλά συστήματα του οργανισμού, όπως το καρδιαγγειακό, το γαστρεντερικό και το νευρικό σύστημα, αλλά και το δέρμα και τα μάτια.
Ιδιαίτερα χαρακτηριστικά είναι τα καρδιαγγειακά συμπτώματα, καθώς οι τοξικές ουσίες του φυτού επηρεάζουν τη λειτουργία της καρδιάς. Μπορεί να εμφανιστούν βραδυκαρδία ή ταχυκαρδία, ενώ σε σοβαρές περιπτώσεις οι αρρυθμίες ενδέχεται να εξελιχθούν σε επικίνδυνες καταστάσεις, όπως κοιλιακή μαρμαρυγή ή ακόμη και καρδιακή ανακοπή.
Συχνές είναι και οι γαστρεντερικές εκδηλώσεις, όπως ναυτία, έμετος και διάρροια, που εμφανίζονται συνήθως λίγο μετά την κατάποση και μπορεί να οδηγήσουν σε αφυδάτωση ή διαταραχές ηλεκτρολυτών.
Σε πιο σπάνιες περιπτώσεις καταγράφονται νευρολογικά συμπτώματα, όπως σύγχυση, υπνηλία ή επιληπτικές κρίσεις, ενώ η επαφή με τον χυμό του φυτού μπορεί να προκαλέσει ερεθισμούς ή δερματίτιδα.
Η σοβαρότητα εξαρτάται από την ποσότητα που έχει καταναλωθεί, τον τρόπο έκθεσης και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του ατόμου. Αν και τα περισσότερα περιστατικά δεν είναι θανατηφόρα, σε περιπτώσεις μεγάλης ή σκόπιμης κατάποσης και καθυστερημένης ιατρικής παρέμβασης, ο κίνδυνος αυξάνεται σημαντικά. Συνήθως, τα πρώτα συμπτώματα εμφανίζονται μέσα σε δύο ώρες, ενώ εντός 12 έως 24 ωρών μπορεί να εκδηλωθούν σοβαρότερες καρδιακές επιπλοκές. Χωρίς έγκαιρη αντιμετώπιση, υπάρχει κίνδυνος καρδιακής ανακοπής μέσα σε ένα έως δύο 24ωρα.