Με ευφυΐα, λεπτό χιούμορ και μια σχεδόν φυσική άνεση στη σκηνή και την κάμερα, διανύει εδώ και χρόνια μια αξιοζήλευτη διαδρομή με συνέπεια και στοχασμό. Όμως πόσο White και πόσο Black είναι ο Αντώνης Καφετζόπουλος; «Είμαι 100% White» μας απαντά και διευκρινίζει: «ο White έχει μια πολύ προσωπική θεώρηση των πραγμάτων, ότι ως συνέπεια της κοσμοθεωρίας του αυτό που οφείλει να κάνει είναι να δώσει τέρμα στη ζωή του. Εγώ δεν είμαι έτσι. Συνεχίζω και ζω. Στο υπόλοιπο 90% είμαι μάλλον White. Αλλά προσπάθησα με νύχια και με δόντια να φανεί και η ομορφιά, το χιούμορ και η ρητορική του Black, που είναι ένας βαθιά θρησκευόμενος άνθρωπος. Αλλιώς δεν έχει νόημα. Δεν πρέπει κανείς να καπελώνει ένα έργο. Οφείλει να το αφήνει να εκφραστεί όπως ακριβώς γράφτηκε» σημειώνει, προσθέτοντας ότι το πιο μαγικό στοιχείο του κειμένου είναι ότι η σύγκρουση των ιδεών δεν ακυρώνει την ανθρώπινη εγγύτητα που μπορεί να προκύψει. Όπως μας εξηγεί, «ενώ συγκρούονται δύο φιλοσοφικές κοσμοθεωρίες, αυτό που τελικά γεννιέται μπροστά στον θεατή είναι μια ιστορία αγάπης μεταξύ δύο εντελώς άγνωστων ανθρώπων. Δεν είναι πια οι διαφορετικές απόψεις που τους χωρίζουν, αλλά το γεγονός ότι χωρίζουν δύο φίλοι», υπογραμμίζει.
Μιλώντας για την αγάπη του για την επιστήμη, ο Αντώνης Καφετζόπουλος θυμάται με χαρά την τηλεοπτική εκπομπή εκλαϊκευμένης επιστήμης«Εύρηκα» που παρουσίαζε στην τηλεόραση για μεγάλο χρονικό διάστημα και εκφράζει τη «συγγένεια» του με τον ΜακΚάρθι, ο οποίος έκανε παρέα, συνομιλούσε και αντάλλασσε ιδέες με καθηγητές από το Ινστιτούτο Επιστημών της Σάντα Φε. Όπως σημειώνει, «τον ζήλεψα λίγο, γιατί το Ινστιτούτο της Σάντα Φε είναι ένα πολύ υψηλού επιπέδου επιστημονικό ίδρυμα. Δεν θα μπορούσα να γίνω επιστήμονας, μου λείπει η αφοσίωση, η συγκέντρωση, η συστηματική δουλειά που απαιτείται για να φτάσει κανείς εκεί. Δεν το έχω αυτό. Σε όλη μου τη ζωή τείνω να πηγαίνω από το ένα πράγμα στο άλλο. Είμαι κάπως τεμπέλης για μια τέτοια πορεία» αναφέρει.
Η συζήτηση μεταφέρεται στο σήμερα και το αν υπάρχει κάτι που αποφεύγει συνειδητά πια ως καλλιτέχνης. «Τον υπερβολικό κόπο» μας απαντά. «Είμαι πια πολύ ηλικιωμένος για να μπορώ να δουλεύω επτά ημέρες την εβδομάδα, όπως κάνουν πολλοί νεότεροι συνάδελφοι. Το βασικό μου κριτήριο είναι πάντα, αφού αυτό είναι το επάγγελμά μου και από αυτό ζω, ένα μέρος των αποφάσεών μου να σχετίζεται με την επιβίωση. Να κάνω τη δουλειά μου και να αμείβομαι αναλόγως. Δεν έχω τα οικονομικά περιθώρια να κάνω απλώς το κέφι μου, να πω δηλαδή «φέτος δεν θα κάνω αυτό» ή «φέτος θα καθίσω να σκεφτώ», τονίζει, προσθέτοντας: «Δεν περνάω πάντα καλά. Πολλές φορές στη ζωή μου έχω περάσει πολύ δύσκολα. Δεν πρόκειται για μια δουλειά γραφείου, όπου μπορείς να καρφώσεις το βλέμμα στον υπολογιστή και το μυαλό να ταξιδεύει αλλού. Είναι μια δουλειά που απαιτεί να είσαι παρών. Και όταν πρέπει να είσαι παρών σε κάτι δυσάρεστο, αυτό γίνεται πολύ βαρύ και επηρεάζει συνολικά τη ζωή σου. Βασανίζεσαι», επισημαίνει.
Αναφερόμενος στις αλλαγές που εντοπίζει στον χώρο της υποκριτικής με το πέρασμα των χρόνων, λέει ότι δεν έχει αλλάξει κάτι δραματικά. «Μου αρέσει πολύ να σκηνοθετώ και έχω κάνει ταινίες, σειρές και παραστάσεις. Πάντα θεωρούσα ότι το καλύτερο στοιχείο του χώρου μας -συμπεριλαμβανομένης και της τηλεόρασης- είναι οι ηθοποιοί μας. Τα τελευταία χρόνια όμως βλέπω πολλούς συναδέλφους να λυγίζουν κάτω από το άγχος που φέρνει η ανάγκη να κάνουν πολλά πράγματα για να επιβιώσουν: να τρέχουν από εδώ κι από εκεί, να συμμετέχουν σε δύο και τρεις διαφορετικές παραγωγές μέσα στην ίδια σεζόν. Το αποτέλεσμα σε αρκετές περιπτώσεις δεν με ικανοποιεί. Δεν βλέπω πια τόσο καλούς ηθοποιούς όσο παλιότερα. Όχι γιατί χάθηκε αυτή η παράδοση αλλά γιατί έχει αλλάξει η αγορά», υποστηρίζει. Σε αυτό το πλαίσιο, εκφράζει την άποψη ότι η τηλεόραση λειτουργεί πλέον με καθαρά ωφελιμιστικά κριτήρια. «Αν κάποιες δραματικές σειρές πάνε καλά, όλα τα άλλα κανάλια φιλοξενούν δραματικές σειρές. Παλιά γινόταν αυτό με τις κωμωδίες. Έτσι λειτουργεί η τηλεόραση, είναι πολύ ρηχή. Λυπάμαι που το λέω. Οι άνθρωποι που διευθύνουν ίσως δεν είναι τόσο ρηχοί οι ίδιοι, είναι όμως ρηχές οι αποφάσεις που παίρνουν», σημειώνει.

Σχολιάζοντας την εμπειρία του χρόνου και την ελευθερία που αυτή φέρνει, ο Αντώνης Καφετζόπουλος θεωρεί ότι «αυτή η ελευθερία είναι σημαντική. Τώρα μπορώ να κάνω πράγματα για τα οποία παλιότερα έπρεπε να δώσω αγώνα για να πείσω σκηνοθέτες ή συναδέλφους. Τώρα, λίγο-πολύ, θεωρείται αυτονόητο ότι αφού το επιλέγω, θα υπάρχει κάποιος λόγος και έτσι με ακούν με μεγαλύτερη προσοχή. Είναι τα «ένσημα», λέει γελώντας.
Σχετικά με την πορεία του στον χώρο, εξηγεί πως ποτέ δεν σχεδίαζε να γίνει ηθοποιός: «Στην εφηβεία μου ήθελα να ασχοληθώ με τη μουσική αλλά δεν είχα τα απαραίτητα εφόδια. Αργότερα, ήθελα να στραφώ στον κινηματογράφο, να κάνω ταινίες. Αλλά σιχάθηκα τη διαδικασία. Αφού έκανα δύο -τρεις ταινίες, αποφάσισα ότι δεν μπορώ να μπαίνω σε αυτή τη διαδικασία, να παλεύω τέσσερα χρόνια για τη χρηματοδότηση ενός πράγματος το οποίο, όταν το κάνω, μπορεί να μου έχει περάσει η διάθεση να το κάνω ή να έχει αλλάξει η ιστορική στιγμή. Γι’ αυτό και δεν είχα ποτέ πραγματικά σχέδια, για να είμαι ειλικρινής. Είχα όμως μεγάλη αυτοπεποίθηση ότι τη δουλειά του ηθοποιού την ξέρω και μπορώ να την κάνω. Από την πρώτη στιγμή που έπαιξα δεν είχα καμία αμφιβολία», σχολιάζει.
Κοιτώντας τη ζωή του σήμερα, παραδέχεται με ρεαλισμό ότι βρίσκεται στην «τρίτη πράξη», χωρίς αυταπάτες για την ηλικία του· «νομίζω ότι είμαι εξ ορισμού στην τρίτη πράξη. Είναι τρομερή αυταπάτη να νομίζεις ότι δεν είσαι 75 χρονών, όμως είσαι», δηλώνει, τονίζοντας ότι στη σύγχρονη εποχή θυμώνει ιδιαίτερα όταν αισθάνεται ανίσχυρος: «ενώ βλέπω από τα δεδομένα που υπάρχουν γύρω μας ποια είναι η πραγματικότητα, παρατηρώ ότι μεγάλος αριθμός ανθρώπων συντάσσεται με πράγματα που είναι παράλογα, που δεν αντέχουν όχι σε σχολαστική αλλά ούτε σε απλή ανάλυση και τα πιστεύουν και φανατίζονται γύρω από αυτά. Αυτό με θυμώνει. Δεν μου προκαλεί θλίψη, νευριάζω», διευκρινίζει.
Ρωτώντας για τα καλλιτεχνικά του σχέδια, απαντά ότι τον ερχόμενο χειμώνα θα συμμετάσχει σε μια νέα ταινία της Ελίνας Ψύκου και ότι μετά από τις παραστάσεις στη Θεσσαλονίκη, ακολουθεί περιοδεία σε μεγάλες πόλης της Ελλάδας. «Ήθελα πολύ να φέρουμε την παράσταση στη Θεσσαλονίκη. Ήμουν πριν εκατομμύρια χρόνια φοιτητής στη Θεσσαλονίκη, οπότε έχω μια μακριά σχέση με τη Θεσσαλονίκη. Με τον covid ξεκόψαμε λίγο. Η Θεσσαλονίκη είναι τόσο όμορφη πόλη, που καμιά φορά περπατάς στο δρόμο και βλέπεις μουτρωμένους ανθρώπους και λες ‘μα πώς μπορεί να είστε μουτρωμένοι ζώντας αυτή την ομορφιά;’ Υπάρχει ένα κλίμα γκρίνιας, θα έλεγα, μια μουρτζουφλιά, που έρχεται σε αντίθεση με την ίδια την πόλη», καταλήγει.
Info
- Artbox Fargani, Αγίου Παντελεήμονος 5, Καμάρα, τηλ. 2310 208007 και 6987089778.
- Παραστάσεις: Σάββατο 18/4 και 25/4 στις 18:15 και στις 21:15. Παρασκευή 24/4 στις 21:15, Κυριακή 19/4 και 26/4 στις 18:15.
Πέντε ερωτήσεις στον Αντώνη Καφετζόπουλο

Το έργο του σπουδαίου αμερικανού συγγραφέα Κόρμακ ΜακΚάρθι «Άσπρο Μαύρο» παρουσιάζεται στο Artbox Fargani, σε μετάφραση και σκηνοθεσία του Αντώνη Καφετζόπουλου, ο οποίος συμπρωταγωνιστεί με τον Ζερόμ Καλούτα σε μια σύγκρουση δύο αντιδιαμετρικών κόσμων: πίστης και απόγνωσης, φωτός και σκότους.
Δύσκολο έργο αλλά, όπως λέτε στο σκηνοθετικό σας σημείωμα, «κεραυνοβόλος έρωτας».
Μ’ αρέσει πολύ ο συγγραφέας, τον θεωρώ από τους σημαντικότερους του περασμένου αιώνα. Δεν είναι ιδιαίτερα γνωστός στην Ελλάδα, καμιά φορά υπάρχει μια χρονική καθυστέρηση σε αυτά. Προσπάθησα να δω αν έχει γίνει κάποια θεατρική διασκευή έργου του και ανακάλυψα πως έχει γράψει και δύο θεατρικά. Το ένα μάλιστα έχει μεταφερθεί και στον κινηματογράφο με τίτλο «Sunset Limited» σε σκηνοθεσία Tommy Lee Jones, με τον ίδιο και τον Samuel L. Jackson στις ερμηνείες. Αποφάσισα πως το ήθελα πολύ και ειδικά με τον Ζερόμ. Τελικά αποδείχθηκε καλή επιλογή, γιατί προέκυψε μια δυνατή παράσταση και μια ουσιαστική συνεργασία.
Νιώθετε ότι σας συνδέει κάτι προσωπικά με τον ΜακΚάρθι; Μιλάτε για «ιδεολογική και φιλοσοφική ταύτιση».
Ποτέ δύο άνθρωποι δεν συμφωνούν απολύτως σε όλα. Αισθάνομαι όμως μια βαθιά συγγένεια με την κυνική του θεώρηση για την ανθρωπότητα: ότι αποτελεί, ας το πούμε έτσι, ένα τυχαίο συμβάν, ένα προϊόν της εξέλιξης η ανθρώπινη συνείδηση, η οποία δεν ήταν ούτε απαραίτητη για τον πλανήτη ούτε προέκυψε βάσει κάποιου σχεδίου. Και ακριβώς εξαιτίας της, τα πράγματα περιπλέκονται. Οι άνθρωποι γίνονται τρομερά καταστροφικοί στην προσπάθειά τους να κατακτήσουν τα πάντα, ο καθένας ξεχωριστά, ενώ ταυτόχρονα παραμένουν δέσμιοι της κοινωνικότητάς τους. Ιδίως την περίοδο που διανύουμε, αυτό γίνεται ακόμη πιο φανερό: πόσο σύνθετη είναι η ανθρωπότητα και πόσο καθοριστικό ρόλο παίζουν τα συγκεκριμένα πρόσωπα σε κάθε χρονική στιγμή. Σε κάθε φάση της ιστορίας διακρίνεται μια απέραντη σκληρότητα και ένας εγωισμός που ταυτόχρονα ζητά δικαίωση μέσα στην κοινωνία. Μοιάζει άλυτο το πρόβλημα και μπορεί και να είναι. Νομίζω πως κάποιες από αυτές τις σκέψεις θα περνούσαν και από το μυαλό του ΜακΚάρθι.
Χαρακτηρίζετε το έργο «Έβερεστ του σκηνοθέτη».
Όταν κάνεις μια παράσταση, προσπαθείς κατά κάποιον τρόπο να «εξαπατήσεις» το κοινό: να το κάνεις να ξεχάσει τη συμβατική γνώση που δεν το εγκαταλείπει ούτε για μια στιγμή, ότι βλέπει δύο γνωστούς ηθοποιούς σε έναν χώρο, να παίζουν ένα έργο ενός αμερικανού συγγραφέα. Κι όμως, ζητούμενο είναι, έστω και στιγμιαία, ο θεατής να το ξεχνά αυτό και να πιστεύει πως ό,τι βλέπει, συμβαίνει πραγματικά σε ένα διαμέρισμα, σε ένα γκέτο της Νέας Υόρκης. Αν το πετύχεις, αυτό είναι το Έβερεστ. Και ισχύει για κάθε παράσταση, όχι μόνο για τη συγκεκριμένη.
Ο White βλέπει το τέλος του πολιτισμού, ο Black επιμένει στην πίστη. Μας ενδιαφέρει ποιος «έχει δίκιο» ή τι παράγεται ανάμεσά τους;
Το ενδιαφέρον του έργου είναι ότι ο συγγραφέας υπερασπίζεται και τις δύο απόψεις. Και οι δύο χαρακτήρες υποστηρίζουν τις θέσεις τους με πειστικά επιχειρήματα και έντονο πάθος. Αυτό υποδεικνύει και σε εμάς να σεβαστούμε την πρόθεσή του να ξεδιπλώσει ισότιμα και τις δύο πλευρές. Από τη μία υπάρχει η άποψη που αναζητά το φως, την ελπίδα, την αιώνια ζωή, ότι δηλαδή δεν βρεθήκαμε τυχαία στον πλανήτη αλλά ότι υπάρχει ένα σχέδιο, ένας Θεός· είναι η οπτική του Black. Από την άλλη η αντίθετη στάση του White, που βλέπει τα πάντα ως μάταια, άσκοπα, χωρίς κανένα νόημα. Μιλώντας με το κοινό μετά τις παραστάσεις, διαπιστώνω ότι οι άνθρωποι πράγματι σκέφτονται έτσι. Άρα μπορώ να πω πως η παράσταση πέτυχε τον στόχο της: όχι να διδάξει αλλά να αφήσει τον θεατή να αναρωτηθεί με ποια πλευρά συμφωνεί.
Σε ένα έργο που ακουμπά την αυτοκτονία, την πίστη, τον μηδενισμό, την απόλυτη σύγκρουση κοσμοθεωριών, τι ρόλο παίζει το χιούμορ;
Υπάρχει πολύ έντονα αυτό το στοιχείο στον συγγραφέα και νομίζω πως δουλέψαμε πολύ πάνω του. Παρότι οι συζητήσεις είναι σοβαρές και αγγίζουν μεγάλα θέματα, όπως ο θάνατος και η ζωή, δεν εξελίσσονται με έναν εγκεφαλικό τρόπο. Αντίθετα, θυμίζουν ένα καβγαδάκι που σταδιακά μετατρέπεται σε πείραγμα ανάμεσα σε δύο φίλους. Στο «Sunset Limited» θεωρώ πως αυτό το στοιχείο δεν αναδείχθηκε στον ίδιο βαθμό. Εμείς, νομίζω, το πετύχαμε καλύτερα. Έμεινα πολύ ικανοποιημένος από το αποτέλεσμα της δικής μας δουλειάς.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θεσσαλονίκη»