Της Έλενας Σπυροπούλου
Ψυχολόγου, Συντονίστριας Κέντρου Ημέρας ΑμΚΕ ΙΑΣΙΣ
Η πρόσφατη ανακοίνωση της ελληνικής κυβέρνησης για την απαγόρευση πρόσβασης στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για παιδιά κάτω των 15 ετών αναδεικνύει μια μεταβολή στον τρόπο προσέγγισης της σχέσης των ανηλίκων με το ψηφιακό περιβάλλον. Το μέτρο εντάσσεται σε μια ευρύτερη διεθνή τάση ρύθμισης της χρήσης των social media από παιδιά και εφήβους.
Αντίστοιχες πρωτοβουλίες έχουν καταγραφεί και σε άλλες χώρες, όπως στην Αυστραλία, όπου έχει τεθεί κατώτατο όριο ηλικίας για τη χρήση των πλατφορμών, συνοδευόμενο από μηχανισμούς επαλήθευσης και προβλέψεις για κυρώσεις. Η διεθνής εμπειρία, ωστόσο, φαίνεται να υποδεικνύει ότι τα περιοριστικά μέτρα μπορούν να λειτουργήσουν προστατευτικά, χωρίς να επαρκούν από μόνα τους, καθώς μέρος των εφήβων εξακολουθεί να βρίσκει τρόπους πρόσβασης.
Η χρήση των social media συνδέεται όχι μόνο με ζητήματα ορίων, αλλά και με νευροψυχολογικούς μηχανισμούς, καθώς και με τον τρόπο σχεδιασμού των ίδιων των πλατφορμών. Ειδοποιήσεις, «likes» και σχόλια ενεργοποιούν το σύστημα ανταμοιβής του εγκεφάλου, ενισχύοντας την επαναληπτική χρήση. Ιδιαίτερο ρόλο φαίνεται να διαδραματίζει η διαλείπουσα ενίσχυση, η οποία διατηρεί την προσδοκία και την εμπλοκή του χρήστη.
Κατά την εφηβεία, η ευαισθησία σε αυτούς τους μηχανισμούς ενδέχεται να είναι αυξημένη, καθώς η ανάγκη για κοινωνική αποδοχή και επιβεβαίωση αποτελεί βασικό στοιχείο της αναπτυξιακής διαδικασίας. Παράλληλα, οι δεξιότητες αυτοελέγχου και αξιολόγησης κινδύνου βρίσκονται ακόμη σε εξέλιξη. Σε αυτό το πλαίσιο, οι ψηφιακοί δείκτες αποδοχής μπορεί να επηρεάζουν τη διαμόρφωση της αυτοεικόνας, ενώ η χρήση των μέσων συχνά συνδέεται και με τη διαχείριση συναισθημάτων, όπως η πλήξη, το άγχος ή η μοναξιά.
Η εξάρτηση από τα social media δεν φαίνεται να σχετίζεται αποκλειστικά με τη διάρκεια χρήσης, αλλά και με τον ρόλο που αυτή επιτελεί. Για τον λόγο αυτό, η απλή απομάκρυνση ενδέχεται να μην επαρκεί, καθώς το κενό που δημιουργείται παραμένει και τείνει να αναζητήσει εναλλακτικούς τρόπους έκφρασης.
Στο πλαίσιο αυτό, συζητείται η σημασία ανάπτυξης εναλλακτικών δραστηριοτήτων που μπορούν να καλύψουν αντίστοιχες ανάγκες. Δημιουργικές ενασχολήσεις, όπως η τέχνη και η μουσική, καθώς και δραστηριότητες που περιλαμβάνουν σωματική κίνηση, όπως ο αθλητισμός, αναφέρονται ως πιθανές διέξοδοι. Παράλληλα, η ενίσχυση των δια ζώσης σχέσεων ενδέχεται να συμβάλει στη δημιουργία πιο ουσιαστικών κοινωνικών δεσμών.
Η προώθηση μιας πιο ισορροπημένης χρήσης των ψηφιακών μέσων φαίνεται να συνδέεται και με πρακτικές σε επίπεδο οικογένειας, όπως η από κοινού χρήση και συζήτηση γύρω από το περιεχόμενο, η ανάπτυξη ψηφιακού γραμματισμού και η θέσπιση σαφών αλλά ευέλικτων ορίων. Επιπλέον, η ενίσχυση του χρόνου χωρίς οθόνες και η διαμόρφωση καθημερινών ρουτινών μπορούν να λειτουργήσουν υποστηρικτικά.
Συνολικά, τα νομοθετικά μέτρα ενδέχεται να αποτελέσουν ένα πρώτο βήμα προστασίας. Παράλληλα, αναδεικνύεται η σημασία κατανόησης των παραγόντων που καθιστούν τα social media ελκυστικά.
Το κρίσιμο ερώτημα επομένως, δεν φαίνεται να είναι αν τα παιδιά πρέπει να απομακρυνθούν από τις οθόνες, αλλά με ποιους τρόπους μπορούν να υποστηριχθούν ώστε να καλύπτουν βασικές ανάγκες για σύνδεση, αναγνώριση και νόημα, μέσα από ένα ευρύτερο φάσμα εμπειριών.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θεσσαλονίκη»