Πέρασαν 40 χρόνια (ήταν Σάββατο, 26 Απριλίου 1986) από την ημέρα που ο τρόμος εξαπλώθηκε αρχικά πάνω από την Ουκρανία -τότε μια από τις σοσιαλιστικές δημοκρατίες της Σοβιετικής Ένωσης- και στη συνέχεια πάνω από την Ευρώπη και όλο τον κόσμο με τη μορφή του ραδιενεργού νέφους που εκλύθηκε εξαιτίας του δυστυχήματος στο πυρηνικό εργοστάσιο του Τσερνόμπιλ.
Το σκηνικό του τρόμου διαμορφώθηκε από μια έκρηξη στον αντιδραστήρα 4 του πυρηνικού εργοστασίου και τη φωτιά που έκαιγε ανεξέλεγκτα για μέρες. Οι διαστάσεις της τραγωδίας, όμως, άρχισαν να γίνονται αντιληπτές αρκετές μέρες αργότερα, όταν μετρήθηκαν υψηλές τιμές ραδιενέργειας στη… Σουηδία.
Ως αποτέλεσμα των μετρήσεων αυτών ασκήθηκαν πιέσεις που στάθηκαν ικανές να σπάσουν την κρυψίνοια των σοβιετικών αρχών, οι οποίες τελικά εδέησαν να ενημερώσουν επίσημα για το δυστύχημα στο Τσερνόμπιλ στις 14 Μαΐου!
Σύμφωνα με στοιχεία του ΟΗΕ, η ραδιενέργεια από το δυστύχημα επηρέασε τουλάχιστον 3,5 εκατομμύρια ανθρώπους σε όλον τον πλανήτη και μόλυνε περίπου 50.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα γης. Τουλάχιστον 100.000 άτομα σε μια ακτίνα 30 χιλιομέτρων από το «σημείο μηδέν» αναγκάστηκαν να εγκαταλείπουν τις εστίες τους. Από τους 600 εκκαθαριστές -τους πρώτους που έσπευσαν στο σημείο του δυστυχήματος- τουλάχιστον 31 πέθαναν από την έκθεσή τους σε υψηλή δόση ραδιενέργειας. Όμως ο συνολικός αριθμός των θανάτων παραμένει ακόμη και σήμερα αντικείμενο έντονου διαλόγου, όπως επίσης και οι μακροπρόθεσμες επιπτώσεις στην υγεία των επιζώντων.
Χιλιάδες οι νεκροί από καρκίνους
«Οι μετρήσεις είναι δύσκολες γιατί χρειάζεται να περάσουν πάρα πολλά χρόνια για να δούμε αν και πόσα κρούσματα καρκίνου προκλήθηκαν από ένα τέτοιο συμβάν. Επίσης, είναι δύσκολο να αποδοθεί σε μια συγκεκριμένη αιτία ένα κρούσμα καρκίνου –στην προκειμένη περίπτωση συνήθως του θυρεοειδούς- ή λευχαιμίας. Ωστόσο εκτιμούν ότι περίπου 115.000 άνθρωποι πέθαναν παγκοσμίως ως αποτέλεσμα καρκίνων που προκλήθηκαν από τη ραδιενέργεια του δυστυχήματος αυτού», δηλώνει στη «Θ» ο Κώστας Καλούδης, υπεύθυνος εκστρατείας για το Κλίμα και την Ενέργεια του ελληνικού γραφείου της περιβαλλοντικής οργάνωσης Greenpeace.
Από την πλευρά του, ο Μιχάλης Τρεμόπουλος, πρώην ευρωβουλευτής των Πρασίνων, νυν συντονιστής στο κόμμα Πράσινοι – Οικολογία και δημοτικός σύμβουλος Θεσσαλονίκης, επισημαίνει ότι στην Ελλάδα οι θάνατοι από καρκίνους για τους οποίους ευθύνεται το δυστύχημα, ανέρχονται σε περίπου 1.500.
«Σε αυτούς πρέπει να προστεθούν και οι 2.500 τεχνητές διακοπές κύησης, που έγιναν κατά το διάστημα αμέσως μετά την καταστροφή, για προληπτικούς λόγους», προσθέτει.

Ανέβασαν τα όρια ασφαλείας
Στην τότε σοσιαλιστική δημοκρατία της Ουκρανίας εκτοπίστηκαν εκατοντάδες χιλιάδες άτομα, ενώ τα παιδιά που εκτέθηκαν περισσότερο στη ραδιενέργεια νοσηλεύτηκαν στο εξωτερικό και πολλά βιώνουν τις επιπτώσεις ακόμα και σήμερα. Οι εκκαθαριστές συνεχίζουν να αναφέρουν μόνιμα προβλήματα υγείας.
«Οι επιπτώσεις από το Τσερνόμπιλ εξακολουθούν να πλήττουν πολλές χώρες της ΕΕ και της Ανατολικής Ευρώπης. Μετριούνται ακόμη υψηλές τιμές ραδιενεργού καισίου στα άγρια θηράματα, τα βατόμουρα, τα μανιτάρια και τα ψάρια των λιμνών. Η υγεία 9 εκατομμυρίων ανθρώπων έχει υπονομευτεί. Σύμφωνα με στοιχεία του Ινστιτούτου Πυρηνικής Τεχνολογίας και Ακτινοπροστασίας, ακόμη και σήμερα παραμένει καίσιο 137 στο ελληνικό έδαφος και εισχωρεί με αργούς ρυθμούς όλο και βαθύτερα, με απώτερο κίνδυνο τη μόλυνση των υπόγειων υδάτων, κυρίως σε Δυτική Μακεδονία και Βόρεια Θεσσαλία. Εκείνη την εποχή, οι έλληνες γραφειοκράτες (μαζί με τους κοινοτικούς ομολόγους τους) έδωσαν τη μάχη των ορίων με την εξής λογική: Καθώς η μετρημένη ραδιενέργεια ήταν πολύ πιο πάνω από τα έως τότε όρια ασφαλείας, τα “προσάρμοσαν” ανάλογα και τα τριπλασίασαν! Η Ελλάδα δεν κατέστρεψε τα ραδιενεργά τρόφιμα. Το ελληνικό δαιμόνιο μάλιστα ανέμειξε σιτάρια υψηλής και χαμηλής ραδιενέργειας, έριξε έτσι τον μέσο όρο ραδιονουκλεϊδίων και τα πούλησε μέσω ΚΥΔΕΠ κυρίως στον Τρίτο Κόσμο», καταλήγει ο κ. Τρεμόπουλος.