Της Ελισάβετ Σταυριανίδου
Περισσότερες από 1.500 δονήσεις σε δύο χρόνια έχουν καταγράψει οι σεισμογράφοι στο Άγιο Όρος, με τα σημεία των επίκεντρων να εκτείνονται σε μια περιοχή δέκα χιλιομέτρων. Είναι η πρώτη φορά που το φαινόμενο επιμένει στην περιοχή για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα και οι σεισμολόγοι να εμφανίζονται στην πλειονότητά τους επιφυλακτικοί.
Από τη στιγμή που εγκαταστάθηκαν οι νέοι ψηφιακοί σεισμογράφοι στο βόρειο τμήμα του Αγίου Όρους, μετά την έναρξη της δραστηριότητας, δεν υπάρχει ημέρα που να μην έχει καταγραφεί σεισμός, έστω και μικρής έντασης. Στο διάστημα των δύο χρόνων, από την 1η Ιουνίου του 2024 έως σήμερα, από τις 1.500 και πλέον σεισμικές δονήσεις, οι οκτώ ήταν άνω των 4 βαθμών της κλίμακας Ρίχτερ. Όλες τους ασθενείς, επιφανειακές, με τα επίκεντρα στην ίδια περιοχή, σε βάθη από 8 έως 15 χιλιόμετρα. Τελευταία και μεγαλύτερη, σύμφωνα με το Γεωδυναμικό Ινστιτούτο Αθηνών, αυτή που καταγράφηκε στις 25 Μαρτίου με μέγεθος 4,9. «Είναι δύο χρόνια που παρουσιάζονται πολλές αυξομειώσεις, εξάρσεις και μειώσεις της δραστηριότητας. Η αλήθεια είναι ότι έχει πάρει πολύ καιρό η όλη η διαδικασία και είναι ένα θέμα προς εξέταση επιστημονικά. Η κατάσταση προσομοιάζεται με σμηνοσειρά, κύριο χαρακτηριστικό είναι ότι δεν έχουμε μεγάλα μεγέθη κι έχουμε χιλιάδες σεισμούς», δηλώνει ο πρόεδρος του Οργανισμού Αντισεισμικού Σχεδιασμού και Προστασίας (ΟΑΣΠ) και καθηγητής Γεωλογίας, Ευθύμιος Λέκκας, τονίζοντας ότι «λογικά πάμε για αποκλιμάκωση του φαινομένου, διατηρώντας ωστόσο μια μικρή επιφύλαξη».

Τα ρήγματα και το ιστορικό
Σύμφωνα με τα στοιχεία του Γεωδυναμικού Ινστιτούτου Αθηνών, το ρήγμα που έχει ενεργοποιηθεί, περιλαμβάνει την περιοχή δυτικά των Καρυών μέχρι και λίγα χιλιόμετρα ανοικτά των ακτών, στον κόλπο του Τορωναίου. Βρίσκεται παράλληλα με τις ακτές, με κινηματική οριζόντιας ολίσθησης, δηλαδή η μετατόπιση κατά μήκος του ρήγματος γίνεται οριζοντίως και ενώ η περιοχή του Αγίου Όρους όπου βρίσκονται οι Καρυές κινείται προς Βορρά, η συγκεκριμένη θαλάσσια περιοχή κινείται προς Νότο, επομένως καταγράφεται μια κίνηση αντίθετη. Νοτιότερα από το συγκεκριμένο ρήγμα που μέχρι σήμερα ήταν άγνωστο και η δραστηριότητα του αποτελεί ένα μεγάλο ερωτηματικό για τους επιστήμονες, υπάρχει ένα άλλο ρήγμα, όπως περιγράφει στη «Θ», ο διευθυντής Ερευνών του Γεωδυναμικού Ινστιτούτου Αθηνών, Αθανάσιος Γκανάς. «Στη βάση δεδομένων των ρηγμάτων του Εθνικού Αστεροσκοπείου, υπάρχει ένα άλλο ρήγμα, κοντά σε αυτό που έχει ενεργοποιηθεί, λίγο πιο νότια, το οποίο μέχρι στιγμής δεν δείχνει να έχει ενεργοποιηθεί, αλλά βρίσκεται κοντά στα επίκεντρα. Το ιστορικό του συγκεκριμένου ρήγματος είναι άγνωστο, έχει μόνο χαρτογραφηθεί και πάνω σε αυτό εξελίσσεται η σμηνοσειρά. Επομένως, ένας λόγος παραπάνω να είμαστε επιφυλακτικοί και να συνεχίζουμε να παρακολουθούμε την περιοχή», δήλωσε ο κ. Γκανάς, χωρίς να αποκλείει το ενδεχόμενο ενεργοποίησης και του συγκεκριμένου ρήγματος.

Πού οφείλεται η σεισμικότητα
Παράλληλα δίνει τη δική του εκτίμηση για το πού οφείλεται η σεισμική δραστηριότητα στο Άγιο Όρος. «Πρόκειται για κινήσεις ρευστών στον ανώτερο και μέσα φλοιό, οι οποίες προκαλούν αυτούς τους αλλεπάλληλους σεισμούς. Η κίνηση αυτή μπορεί να προκαλέσει σεισμικότητα, το έχουμε δει και σε άλλες περιπτώσεις, όπως για παράδειγμα η ακολουθία της Σαντορίνης, που οφείλεται κυρίως σε κινήσεις μαγματικών ρευστών. Τα χαρακτηριστικά μεταξύ Σαντορίνης και Αγίου Όρους είναι παρόμοια, δηλαδή μιλάμε για σμηνοσειρές, ωστόσο δεν υπάρχει ηφαίστειο στο Άγιο Όρος. Αυτό που υπάρχει είναι η κίνηση των ρευστών», εξηγεί ο κ. Γκανάς.
Οι σεισμολόγοι συγκλίνουν στο ότι η σεισμική δραστηριότητα στο Άγιο Όρος δεν μπορεί να «δώσει» πάνω από έναν σεισμό της τάξεως του 5 με 5,5 Ρίχτερ, ωστόσο δεν είναι βέβαιο ότι θα φθίνει, με τον καθηγητή Φυσικής Λιθόσφαιρας, Σεισμολογίας & Εφαρμοσμένης Γεωφυσικής ΑΠΘ, Κώστα Παπαζάχο, να εξηγεί το γιατί. «Δεν μπορεί να εκτιμηθεί αν θα φθίνει, γιατί η εικόνα που έχουμε για την κατάσταση του φλοιού, τα ρήγματα, τα πεδία τάσεων στη συγκεκριμένη περιοχή, είναι εξαιρετικά φτωχή έως ανύπαρκτη. Αυτό οφείλεται σε δύο βασικούς παράγοντες. Πρώτον, η ιστορική σεισμικότητα της περιοχής είναι πολύ περιορισμένη και δεύτερον, γεωλογικά η περιοχή έχει μελετηθεί πάρα πολύ λίγο, είναι δύσκολα προσβάσιμη, δεν γνωρίζουμε τα ρήγματά της καθόλου καλά. Τρίτον, μεγάλο κομμάτι της περιοχής είναι υποθαλάσσιο, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται μεγάλα κενά σε περιοχές που δεν έχουν μελετηθεί, λόγω απουσίας ανθρώπινων και οικονομικών πόρων. Τέλος, τα δίκτυα στην περιοχή, ιδίως στο παρελθόν, ήταν πάρα πολύ φτωχά. Εξαιτίας της ακολουθίας, μπορέσαμε και εγκαταστήσαμε τον πρώτο ψηφιακό σεισμολογικό σταθμό, στις Καρυές. Πριν την ακολουθία, δεν υπήρχαν σύγχρονοι σεισμογράφοι μέσα στο Άγιο Όρος. Όλα αυτά, καθιστούν τη συγκεκριμένη περιοχή ένα αρκετά μεγάλο ερωτηματικό, οπότε σοβαρές επιστημονικές εκτιμήσεις, πέρα από στατιστικές, δεν μπορούν να ειπωθούν».

«Η φύση έχει τους χρόνους της»
Το φαινόμενο της σμηνοσειράς δεν αποτελεί σπάνιο φαινόμενο στον Ελλαδικό χώρο. Σε Αρκαλοχώρι, Ψαχνά Ευβοίας, Ηλεία, Σαντορίνη, Τριχωνίδα, Ποτίδαια, Ρίο-Αντίρριο, έχουν καταγραφεί σμηνοσειρές για μήνες, χωρίς η χρονική διάρκεια να είναι κάτι που απασχολεί τους επιστήμονες, με δεδομένο όπως εξηγούν, ότι «η φύση έχει τους χρόνους της», ενώ η σύγκρισή τους δεν μπορεί να είναι ασφαλής και χρήσιμη, λόγω των διαφορετικών γεωμορφολογικών και γεωλογικών δεδομένων που παρουσιάζει η κάθε περιοχή. «Δεν έχει κάτι συγκεκριμένο η περιοχή, που να την καθιστά περισσότερο ‘ύποπτη’ από μία άλλη στον ελλαδικό χώρο», επισημαίνει ο κ. Παπαζάχος και εξηγεί την ιδιαιτερότητα του Αγίου Όρους. «Το ‘δύσκολο’ σημείο είναι ότι η σμηνοσειρά αναπτύσσεται σε μια περιοχή, στην οποία τα μοναστήρια του Αγίου Όρους, έχουν ιδιαίτερη αξία, γιατί αποτελούν τεράστιο κομμάτι της πολιτιστικής μας κληρονομιάς και σημαντικά υψηλότερη ευπάθεια από ό,τι τα υπόλοιπα κτήρια. Επομένως, η γέννηση ακόμα και ενός μέτριας έντασης σεισμού (5-5,5), μπορεί να έχει σημαντικές επιπτώσεις. Επιπλέον, είναι ένα σημείο το οποίο συγκεντρώνει μεγάλη επισκεψιμότητα, όχι μόνο από την Ελλάδα, όπου υπάρχει μια αντίληψη για τους σεισμούς, αλλά από ολόκληρο τον ορθόδοξο κόσμο».

«Στα σκαριά» πρόγραμμα αντισεισμικής θωράκισης
Ανεπηρέαστες παραμένουν η λειτουργία των μονών και η επισκεψιμότητα στο Άγιο Όρος από τη σεισμική δραστηριότητα. Οι πιστοί εξακολουθούν να συρρέουν κατά χιλιάδες, με την πολιτική διοίκηση, σε συνεργασία με το Κέντρο Διαφυλάξεως Αγιορείτικης Κληρονομιάς (ΚΕΔΑΚ), αλλά και τους ίδιους τους μοναχούς να λαμβάνουν μέτρα πρόληψης. «Οι ενέργειες αναπτύσσονται σε τρία επίπεδα κι έχουν να κάνουν με την επιστημονική παρακολούθηση, την επιχειρησιακή ετοιμότητα, καθώς και την αποτίμηση των ζημιών, αλλά και των ενεργειών που έγιναν μετά την αποτίμηση και την αποκατάσταση», σημειώνει ο πολιτικός διοικητής του Αγίου Όρους, Αλκιβιάδης Στεφανής (φωτ.), υπογραμμίζοντας τη συνεχή παρακολούθηση, σε συνεργασία και με τους σεισμολόγους. «Βρισκόμαστε σε ανοικτή γραμμή επικοινωνίας με τη Γενική Γραμματεία Πολιτικής Προστασίας, υπάρχει ετοιμότητα στις ομάδες αντιμετώπισης κρίσης που υπάρχουν σε κάθε μονή, ενώ οι μοναχοί είναι πλήρως εκπαιδευμένοι σε ανάλογα θέματα. Κάθε μονή διαθέτει το δικό της αρμόδιο τμήμα, με συγκεκριμένα καθήκοντα, αλλά υπάρχει και εθελοντικό τμήμα από μοναχούς, οι οποίοι έχουν εκπαιδευτεί σε θέματα συνολικά Πολιτικής Προστασίας». Στο πλαίσιο της παρακολούθησης, σύμφωνα με τον κ. Στεφανή, έχουν τοποθετηθεί δύο φορητοί σεισμογράφοι, στην Ιερά Μονή Βατοπεδίου και στο Διοικητήριο, στις Καρυές, ενώ άμεση χαρακτηρίστηκε από τον ίδιο η αντίδραση της κυβέρνησης, με διάθεση χρημάτων για την αποκατάσταση πολύ μικρών ζημιών που σημειώθηκαν καθ’ όλη τη διάρκεια της σεισμικής δραστηριότητας, όπως μετακινήσεις κεραμιδιών στις στέγες, πτώση τούβλων από παλιές καμινάδες, σοβάδων, αλλά και ρηγματώσεις στο εσωτερικό των μονών.
Μέχρι τέλος του έτους η πλήρης αποκατάσταση
Ο ρυθμός αποκατάστασης των ζημιών στις Μονές, οι οποίες ούτως ή άλλως διαθέτουν μια αντισεισμική φιλοσοφία, αλλά χρήζουν ειδικών εργασιών, θα επιταχυνθεί από εδώ και στο εξής, μετά και το τέλος της περιόδου του Πάσχα, αλλά και τη βελτίωση των καιρικών συνθηκών, με χρονικό ορίζοντα το τέλος του έτους, όπως εκτιμά ο διευθυντής του ΚΕΔΑΚ και πρόεδρος της διοικούσας επιτροπής του ΤΕΕ/Τμήματος Κεντρικής Μακεδονίας (TEE/TKM), Ηλίας Περτζινίδης (φωτ.). Ήδη μέσω της εκταμίευσης των 6,5 από τα 9 εκατ. ευρώ που διέθεσε η κυβέρνηση προς την Αθωνική Πολιτεία, έχουν γίνει οι πρώτες αποκαταστάσεις στις Μονές Δοχειαρίου, Αγίου Παντελεήμονος, Κωνσταμονίτου, καθώς και σε όλα τα σημεία που έχρηζαν άμεσης επέμβασης. «Ο σεισμός της 25ης Μαρτίου δεν δημιούργησε πολλά νέα προβλήματα, όμως στα ευπαθή σημεία όπου υπήρχαν ήδη ζημιές, είχαμε διεύρυνση των ρωγμών, οπότε θα πρέπει να γίνει πιο άμεση αποκατάσταση, ενώ προβλέπεται να αυξηθεί και το κόστος», ανέφερε ο κ. Περτζινίδης. Παράλληλα, πρόσθεσε ότι «στη συνέχεια, θα γίνει νέα καταγραφή, ενώ η ομάδα εργασίας από το ΤΕΕ/ΤΚΜ, σε συνεργασία με την Πολυτεχνική Σχολή του ΑΠΘ, τον ΟΑΣΠ – ΙΤΣΑΚ και το ΚεΔΑΚ ολοκληρώνει το έργο της και με βάση το πόρισμα, θα ξεκινήσουμε έναν αγώνα να δημιουργήσουμε πρόγραμμα αντισεισμικής θωράκισης ειδικά για το Άγιο Όρος».
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θεσσαλονίκη»