Της Δήμητρας Μακρή
Για άλλη μια φορά, την όγδοη τα τελευταία τέσσερα χρόνια, η Βουλγαρία θα στραφεί στην κάλπη, προκειμένου να αντιμετωπίσει τα σοβαρά πολιτικά της προβλήματα. Δεσπόζει σ’ αυτά η ενδημική διαφθορά και η αδυναμία του κράτους να αντιμετωπίσει εκείνους που κυριαρχούν στην πολιτική σκηνή την τελευταία εικοσαετία και όπως υποστηρίζουν οι περισσότεροι αναλυτές, αλλά και το πλήθος που διαδήλωσε μαζικά τις τελευταίες μέρες, έχουν και ονοματεπώνυμο: ο πρώην και επί τρεις θητείες (από το 2009 έως το 2021) πρωθυπουργός Μπόικο Μπορίσοφ και ηγέτης του κόμματος GERB και ο ολιγάρχης Ντέλιαν Πέεφσκι, του οποίου το όνομα «φιγουράρει» στη λίστα Μαγκνίτσκι με όσους εμπλέκονται σε υποθέσεις διαφθοράς.
Σαφώς δεν είναι η πρώτη φορά που οι Βούλγαροι κατέβηκαν στους δρόμους μαζικά διεκδικώντας αλλαγή. Αυτό, ωστόσο, που ξεχωρίζει στις διαδηλώσεις των τελευταίων ημερών, οι οποίες προκάλεσαν την πτώση της κυβέρνησης συμμαχίας του πρώην πρωθυπουργού Ρόζεν Ζελιάζκοφ, ήταν η μαζικότητα, η διασπορά τους σε όλες τις πόλεις της χώρας και όχι μόνο στα αστικά κέντρα και η συμμετοχή σ’ αυτές της Gen Z. Νεαρά παιδιά, αυτά δηλαδή που γεννήθηκαν από το 1997 μέχρι το 2012, τα οποία έχουν ζήσει με την τεχνολογία στο χέρι, που θα ήθελαν να μείνουν στη χώρα τους αλλά αισθάνονται πως δεν θα έχουν μέλλον, αυτά φώναζαν πως «η Βουλγαρία δεν ανήκει στα γουρούνια».
Αφορμή για τη διαμαρτυρία τους ήταν ο προϋπολογισμός του 2026. Ωστόσο, αυτό που τα παρακίνησε ήταν η έλλειψη προοπτικής. Διεκδίκησαν αλλαγή, ζήτησαν καλύτερες εργασιακές προοπτικές και καλύτερη δημόσια υγεία. Ενεργοποιήθηκαν μέσω των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και μάλιστα έγραψαν συνθήματα, όπως: «τα βάλατε με τη λάθος γενιά», «Η Gen Z κατά της διαφθοράς», και η « Gen Z έρχεται». Το ζητούμενο είναι, αν αυτή η μαζική συμμετοχή της νεολαίας θα μεταφραστεί και σε ψήφους στην κάλπη, όπως λένε οι περισσότεροι αναλυτές. Το σίγουρο είναι πως τις διαμαρτυρίες τις στήριξε ένα 70% του λαού και σε ένα τέτοιο ποσοστό κανείς δεν αντιτάσσεται.
Η δημοσκόπηση
Σύμφωνα, πάντως, με μια πρόσφατη δημοσκόπηση, που δημοσιεύθηκε την Τρίτη 16 Δεκεμβρίου, καταγράφεται ήδη μια αύξηση στον αριθμό των ψηφοφόρων, της τάξης των 300.000 – 500.000 ατόμων, που αν οι εκλογές γίνονταν τώρα θα προσέρχονταν στις κάλπες, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Κατά τα άλλα, η δημοσκόπηση έδειξε συσπείρωση για το κόμμα GERB και το «Συνεχίστε την Αλλαγή» – Δημοκρατική Βουλγαρία, μαζί με μια πτώση για το Σοσιαλιστικό Κόμμα και το «Υπάρχει αυτός ο κόσμος». Αμφότερες οι παρατάξεις αποτέλεσαν συστατικό μέρος της παραιτηθείσας κυβέρνησης.
Η δημοσκόπηση έδειξε ακόμη πως υπάρχει ένα 13,3% αναποφάσιστων κι ένα 10% το οποίο σκοπεύει να ψηφίσει άλλα κόμματα, στοιχεία που δείχνουν πως διαμορφώνεται μια σημαντική βάση, η οποία μπορεί να αλλάξει την εικόνα των εκλογών.
Ένα από τα ζητήματα που ανέκυψαν στην προσπάθεια να διαφανεί η επόμενη μέρα της χώρας, έπειτα από την παραίτηση της κυβέρνησης και το γεγονός ότι η Βουλγαρία από την 1η Ιανουαρίου θα ενταχθεί στην Ευρωζώνη, ήταν το πώς θα πορευτεί χωρίς ψηφισμένο προϋπολογισμό. Φαίνεται, ωστόσο, πως προκρίθηκε η λύση της υιοθέτησης νόμου, που θα διασφαλίζει τη λειτουργική συνέχεια του κρατικού μηχανισμού και την καταβολή των μισθών και συντάξεων μέχρις ότου σχηματιστεί νέα κυβέρνηση.
Ο ρόλος του προέδρου
Σε αυτή τη δύσκολη πολιτική συγκυρία πολλοί αναμένουν τις επόμενες πολιτικές κινήσεις του προέδρου της Δημοκρατίας, Ρούμεν Ράντεφ. Αναλυτές εκτιμούν πως πρόκειται για έναν πολιτικό που χαίρει εκτίμησης και σεβασμού, ο οποίος, ωστόσο, δεν έχει κρύψει τις φιλοδοξίες του. Προς το παρόν είναι αυτός που συνταγματικά είναι ρυθμιστής και θεματοφύλακας της ομαλότητας της χώρας και της προσπάθειας να βγει από την πολιτική κρίση και όλοι αναμένουν τις κινήσεις του, δεδομένου ότι η θητεία του τελειώνει σε ένα χρόνο. Ο Ράντεφ, όπως αναμένεται, ή θα υποστηρίξει κάποιον πολιτικό μέχρι να αποφασίσει να ιδρύσει ένα δικό του πολιτικό κόμμα ή θα ενεργοποιηθεί νωρίτερα. Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν, εξάλλου, πως ένα κόμμα το οποίο θα υποστηριζόταν από τον πρόεδρο, θα μπορούσε να κερδίσει ένα σημαντικό αριθμό εδρών κι ενδεχομένως να προσφέρει σε αυτή την πολιτικο-οικονομική κρίση της χώρας μια διέξοδο, την οποία θα την επιδίωκαν και οι πολίτες.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θεσσαλονίκη»