Σε υψηλούς τόνους και με έντονα πολιτικά μηνύματα κινήθηκε η ετήσια συνέντευξη Τύπου του Ρώσου προέδρου Βλαντίμιρ Πούτιν, ο οποίος έστρεψε τα πυρά του τόσο προς την Ουκρανία όσο και προς τη Δύση, επαναλαμβάνοντας ότι «η μπάλα βρίσκεται στο γήπεδο» του Κιέβου και των Ευρωπαίων συμμάχων του σε ό,τι αφορά τον τερματισμό του πολέμου.
Ο Πούτιν δήλωσε ότι η Ρωσία είναι έτοιμη να διαπραγματευθεί και να τερματίσει τη σύγκρουση με ειρηνικά μέσα, υποστηρίζοντας ωστόσο πως η ουκρανική πλευρά δεν δείχνει ακόμη πρόθυμη να αποδεχθεί μια συμφωνία, ιδιαίτερα στο κρίσιμο εδαφικό ζήτημα. Παρότι αναγνώρισε ότι υπάρχουν «ορισμένες ενδείξεις» διάθεσης για διάλογο από το Κίεβο, ξεκαθάρισε ότι η ευθύνη για την καθυστέρηση των συνομιλιών βαραίνει αποκλειστικά την άλλη πλευρά.
Επανέλαβε, παράλληλα, τις πάγιες ρωσικές θέσεις που είχε παρουσιάσει τον Ιούνιο του προηγούμενου έτους, ζητώντας την εγκατάλειψη της προοπτικής ένταξης της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ και την αποχώρηση των ουκρανικών δυνάμεων από τις τέσσερις περιφέρειες που ελέγχονται εν μέρει από τη Ρωσία και τις οποίες η Μόσχα επιδιώκει να προσαρτήσει. Ο Ρώσος πρόεδρος δήλωσε εκ νέου ότι δεν αισθάνεται «υπεύθυνος» για τις απώλειες ανθρώπινων ζωών, υποστηρίζοντας πως «δεν ξεκινήσαμε εμείς αυτόν τον πόλεμο».
Ιδιαίτερα αιχμηρός ήταν ο Πούτιν απέναντι στην Ευρωπαϊκή Ένωση, σχολιάζοντας το «φιάσκο», όπως το χαρακτήρισε, της πρόσφατης Συνόδου Κορυφής, η οποία δεν κατέληξε σε απόφαση για τη χρήση των παγωμένων ρωσικών περιουσιακών στοιχείων υπέρ της Ουκρανίας. Κατηγόρησε τους Ευρωπαίους ηγέτες για απόπειρα «κλοπής μέρα μεσημέρι», χαρακτηρίζοντάς τους «διαρρήκτες», και προειδοποίησε ότι οποιαδήποτε τέτοια κίνηση θα έχει σοβαρές συνέπειες.
Όπως είπε, η κατάσχεση ρωσικών κεφαλαίων θα υπονόμευε την εμπιστοσύνη στην ευρωζώνη, καθώς πολλές χώρες διατηρούν τα αποθέματά τους σε ευρωπαϊκά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. «Μόλις ξεκινήσεις, δεν υπάρχει γυρισμός», τόνισε, προσθέτοντας ότι η Ρωσία θα προσφύγει σε ανεξάρτητα δικαστήρια και ότι «ό,τι κλαπεί, αργά ή γρήγορα θα επιστραφεί».
Αναφερόμενος στο πολεμικό μέτωπο, ο Πούτιν ισχυρίστηκε ότι οι ρωσικές δυνάμεις έχουν πλέον τη «στρατηγική πρωτοβουλία» και ότι ο ουκρανικός στρατός υποχωρεί προς όλες τις κατευθύνσεις. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε, η Ρωσία ελέγχει σχεδόν το 20% της ουκρανικής επικράτειας, συμπεριλαμβανομένης της Κριμαίας, ολόκληρου του Λουχάνσκ και μεγάλων τμημάτων των περιφερειών Ντονέτσκ, Χερσώνας και Ζαπορίζια. Παράλληλα, ανέφερε ότι περισσότεροι από 700.000 Ρώσοι στρατιώτες βρίσκονται σήμερα στο ουκρανικό έδαφος.
Δεν παρέλειψε να σχολιάσει και το εσωτερικό μέτωπο, παρουσιάζοντας μια εικόνα ανθεκτικής οικονομίας παρά τις κυρώσεις. Υποστήριξε ότι η ρωσική οικονομία κατέγραψε ανάπτυξη 9,7% την τελευταία τριετία, με τον πληθωρισμό να εκτιμάται στο 5,7%-5,8% έως το τέλος του έτους. Σύμφωνα με τον ίδιο, τα αποθέματα χρυσού και συναλλάγματος της χώρας ανέρχονται στα 741,5 δισ. δολάρια, ενώ οι πραγματικοί μισθοί έχουν αυξηθεί και η ανεργία βρίσκεται σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα.
Παρότι αναγνώρισε ότι οι δυτικές κυρώσεις προκαλούν «ορισμένες δυσκολίες», ο Πούτιν εμφανίστηκε αισιόδοξος για τη συνολική πορεία της Ρωσίας, τονίζοντας ότι η χώρα συνεχίζει να υλοποιεί βιομηχανικά έργα και να προσελκύει πίσω επιστήμονες και νέους ειδικούς. Συνολικά, η παρέμβασή του επιβεβαίωσε ότι η Μόσχα επιμένει στη σκληρή της γραμμή, μεταφέροντας την πίεση στη Δύση και την Ουκρανία για τις επόμενες κινήσεις στο μέτωπο των διαπραγματεύσεων.