Σε κλίμα συγκίνησης και με ισχυρό συμβολισμό για την πολιτιστική ταυτότητα της Μακεδονίας πραγματοποιήθηκαν τα εγκαίνια της νέας έκθεσης στο Αρχαιολογικό Μουσείο Πέλλας και του αρχαιολογικού χώρου του Ανακτόρου της Πέλλας, παρουσία της υπουργού Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη και εκπροσώπων της αυτοδιοίκησης και της επιστημονικής κοινότητας.
Κεντρικό σημείο της εκδήλωσης αποτέλεσε η πρώτη δημόσια παρουσίαση δύο μαρμάρινων αγαλμάτων ελληνιστικών χρόνων, που είχαν εντοπιστεί πριν από περίπου μία δεκαετία στην Αγορά της Πέλλας και, έπειτα από μακρόχρονη και απαιτητική συντήρηση, εκτίθενται πλέον στις αίθουσες του Αρχαιολογικό Μουσείο Πέλλας. Τα γλυπτά αποτυπώνουν όψεις λατρευτικών πρακτικών και καλλιτεχνικής δημιουργίας της ελληνιστικής εποχής, εμπλουτίζοντας ουσιαστικά τη μόνιμη έκθεση του μουσείου.
Η υπουργός Πολιτισμού χαρακτήρισε τα αγάλματα «μοναδικά», επισημαίνοντας ότι «μπορούν από μόνα τους να αποτελέσουν πόλο έλξης επισκεπτών», ενώ στάθηκε ιδιαίτερα στον ρόλο της αρχαιολογικής έρευνας ως αναπτυξιακού πυλώνα. Όπως τόνισε, «όλον αυτόν τον ανεκτίμητο πλούτο τον οφείλουμε στους αρχαιολόγους», αναφερόμενη ειδικά στη συμβολή του εκλιπόντος καθηγητή Ιωάννης Μ. Ακαμάτης και της αρχαιολόγου και καθηγήτριας Κλασικής Αρχαιολογίας Μαρία Λιλιμπάκη-Ακαμάτη, που συνέδεσαν το επιστημονικό τους έργο με την πανεπιστημιακή ανασκαφή της Αγοράς της Πέλλας.
Όπως εξήγησε η κ. Λιλιμπάκη-Ακαμάτη, το ένα από τα δύο αγάλματα απεικονίζει όρθια ανδρική μορφή, πιθανότατα Σειληνό, από τον κόσμο του Διονύσου, και βρέθηκε στη βόρεια πτέρυγα της Αγοράς, σε χώρο με διοικητικό αλλά και λατρευτικό χαρακτήρα. Το άγαλμα λειτουργούσε ως παραστάδα στην είσοδο του κτηρίου, φέροντας το υπέρθυρο της στέγης, και διατηρεί ίχνη χρωμάτων. Το δεύτερο γλυπτό, επίσης λατρευτικού χαρακτήρα, προέρχεται από το ίδιο οικοδόμημα και σώζεται σε εξαιρετικά καλή κατάσταση.
Λίγο νωρίτερα, πραγματοποιήθηκαν τα εγκαίνια του αρχαιολογικού χώρου του Ανάκτορο της Πέλλας, λίγα μέτρα βόρεια της αρχαίας πόλης. Πρόκειται για το μνημειακό συγκρότημα όπου γεννήθηκε, μεγάλωσε και ανδρώθηκε ο Μέγας Αλέξανδρος, σε έκταση περίπου 70 στρεμμάτων. Η προϊσταμένη της Εφορεία Αρχαιοτήτων Πέλλας, Ελισάβετ Τσιγαρίδα, ανέλυσε τη μακρά ιστορία του μνημείου, το οποίο οικοδομήθηκε από την εποχή του Φίλιππος Β΄ έως τα ελληνιστικά χρόνια και εγκαταλείφθηκε μετά τη ρωμαϊκή κατάκτηση το 168 π.Χ.

Η κ. Μενδώνη υπογράμμισε ότι η ανάδειξη του χώρου βασίστηκε σε ολοκληρωμένο μάστερ πλαν και χρηματοδοτήθηκε από πόρους του ΕΣΠΑ, του Ταμείου Ανάκαμψης και του Εθνικού Προγράμματος Ανάπτυξης. Από τη νέα τουριστική περίοδο, όπως ανακοίνωσε, θα λειτουργεί ηλεκτρονικό εισιτήριο τόσο για το μουσείο όσο και για τον αρχαιολογικό χώρο, ενταγμένο σε ενιαία ψηφιακή πλατφόρμα που θα καλύπτει περισσότερους από 300 αρχαιολογικούς χώρους στη χώρα.
Ιδιαίτερη αναφορά έγινε και στο νέο κτήριο υποδοχής επισκεπτών, το οποίο θα λειτουργεί ως κέντρο πληροφόρησης με αναλογικά και ψηφιακά εκθέματα, διευκολύνοντας την κατανόηση ενός εκτεταμένου αλλά δύσκολα αναγνώσιμου μνημείου. Η πλήρης ψηφιακή του λειτουργία αναμένεται έως την 1η Απριλίου 2026.
Από την πλευρά του, ο δήμαρχος Πέλλας Στάθης Φουντουκίδης χαρακτήρισε τη μέρα «σπουδαία για την περιοχή», τονίζοντας ότι η απόδοση του ανακτόρου στο κοινό σηματοδοτεί την έναρξη μιας νέας περιόδου ευθύνης και βιώσιμης πολιτιστικής ανάπτυξης. Παράλληλα, έθεσε ζητήματα που αφορούν άλλα σημαντικά μνημεία, όπως τη Μητρόπολη Γιαννιτσών, το τέμενος του Ισκεντέρ Μπέη και τον αρχαιολογικό χώρο της Νέας Πέλλας.
Απαντώντας, η υπουργός Πολιτισμού ξεκαθάρισε ότι το έργο της Μητρόπολης Γιαννιτσών οδεύει προς ένταξη στο ΕΣΠΑ 2021-2027, ενώ για το τέμενος του Ισκεντέρ Μπέη έχουν ήδη δρομολογηθεί οι απαραίτητες διαδικασίες απόκτησης και αποκατάστασης. Για τη Νέα Πέλλα, υπενθύμισε ότι τον Ιούνιο του 2025 προωθήθηκε, έπειτα από δεκαετίες, η απαλλοτρίωση του χώρου, ανοίγοντας τον δρόμο για νέες ανασκαφές και μελλοντική ανάδειξη.