Με την… ψυχή στο στόμα παρακολουθούν οι κτηνοτρόφοι της Βόρειας Ελλάδας να αυξάνονται τα κρούσματα αφθώδους πυρετού που εντοπίζονται στη Λέσβο. Αν και η ζωονόσος δεν συνιστά απειλή για τους ανθρώπους, μπορεί να προκαλέσει τεράστιες οικονομικές απώλειες και ειδικά από τη στιγμή που οι κτηνοτρόφοι κρίνουν «ανεπαρκή» τα μέτρα που έχουν ληφθεί για την αναχαίτιση της εξάπλωσής της.
Αλλεπάλληλα είναι τα χτυπήματα που δέχεται ο κτηνοτροφικός κλάδος της χώρας, ο οποίος συνεχίζει να πλήττεται από τις βαριές συνέπειες της ευλογιάς των αιγοπροβάτων, ενώ πλέον έρχεται αντιμέτωπος και με έναν νέο «πονοκέφαλο»: τον αφθώδη πυρετό.
Η ζωονόσος εντοπίστηκε σε βοοειδή και αιγοπρόβατα στη δυτική Λέσβο, όπου οι αρχές σήμαναν συναγερμό, καθώς η ασθένεια χαρακτηρίζεται από υψηλή μεταδοτικότητα και ταχεία εξάπλωση. Σύμφωνα με τους ειδικούς, προσβάλλει τα δίχηλα ζώα, (βοοειδή, αιγοπρόβατα, χοίρους, καθώς και ορισμένα άγρια είδη). Μεταδίδεται μέσω άμεσης ή και έμμεσης επαφής (με μολυσμένα αντικείμενα), μέσω ανθρώπινης δραστηριότητας ή ακόμα και αερογενώς. Το γεγονός αυτό αυξάνει σημαντικά τον κίνδυνο διασποράς της νόσου και της μόλυνσης γειτονικών εκμεταλλεύσεων.

Μέτρα βιοασφάλειας
Προκειμένου ο αφθώδης πυρετός να μην επηρεάσει την ηπειρωτική χώρα -καθώς μια τέτοια εξέλιξη θα σήμαινε τεράστιες οικονομικές απώλειες- έχουν τεθεί σε ισχύ αυστηρά μέτρα βιοασφάλειας. Η περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας (ΠΚΜ) εγκατέστησε απολυμαντικό σταθμό στο σημείο κατάπλου των πλοίων, στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης, για την απολύμανση των οχημάτων καθώς και ειδικούς απολυμαντικούς τάπητες για τους επιβάτες. Ανάλογα μέτρα λαμβάνονται και στο αεροδρόμιο «Μακεδονία». Επιπλέον, τηρούνται αυξημένα μέτρα βιοασφάλειας σε εγκαταστάσεις και σφαγεία, αλλά και κατά τη μεταφορά ζώντων ζώων, γάλακτος και ζωικών υποπροϊόντων. Προβλέπεται, επίσης, η διενέργεια ενδελεχούς κλινικού ελέγχου αυτών από όλους τους εμπλεκόμενους (κτηνοτρόφους, κτηνιάτρους, εμπόρους κ.τ.λ.) ενώ, σύμφωνα με την ΠΚΜ, διενεργείται συστηματική επιτήρηση και έλεγχος των μετακινήσεων αιγοπροβάτων εντός της ελληνικής επικράτειας για την ανίχνευση παράνομων μετακινήσεων.
Να αποφευχθούν τα χειρότερα
«Τα μέτρα είναι στη θετική κατεύθυνση, ωστόσο δεν επαρκούν» δηλώνει στη «Θ» η πρόεδρος του Κτηνοτροφικού Συλλόγου Σερρών, Ελπίδα Σιδηροπούλου, η οποία προσθέτει ότι «δεν θα τη γλιτώσουμε μόνο με τις απαγορεύσεις». Σύμφωνα με την ίδια, είναι επιτακτική η ανάγκη εμβολιασμού των ζώων, ώστε να αποφευχθούν τα χειρότερα. «Παράλληλα, ζητάμε σκληρούς και πραγματικούς ελέγχους στα σύνορα και στις μετακινήσεις ζώων από την Τουρκία, γιατί φοβόμαστε πολύ μια δυσάρεστη εξέλιξη στον Έβρο», τονίζει χαρακτηριστικά
Σύμφωνα με την κ. Σιδηροπούλου, στην περίπτωση που ο αφθώδης πυρετός περάσει στην ηπειρωτική χώρα, είναι ζήτημα χρόνου η ανεξέλεγκτη εξάπλωσή του. «Το ζήτημα αυτό μας καίει πολύ. Ο κλάδος μας μετρά πολλές πληγές. Η ευλογιά των αιγοπροβάτων μας τσάκισε. Ακόμα υπάρχουν κρούσματα, αλλά ευτυχώς διάσπαρτα. Δεν θα αντέξουμε άλλο χτύπημα, πρέπει να ληφθούν αυστηρά μέτρα», καταλήγει η ίδια.

Καμία ανησυχία για τον άνθρωπο
Της Νικολέττας Μπούκα
Απολύτως καθησυχαστικοί είναι οι επιστήμονες σχετικά με τον αφθώδη πυρετό και τον άνθρωπο.
Όπως δηλώνει στη «Θ» ο καθηγητής Μικροβιολογίας και Λοιμωδών Νοσημάτων των ζώων στο τμήμα Κτηνιατρικής της Σχολής Επιστημών Υγείας του ΑΠΘ, Σπυρίδων Κρήτας, η νόσος δεν μεταδίδεται από άνθρωπο σε άνθρωπο και ακόμη κι αν κάποιος καταναλώσει μολυσμένο κρέας χωρίς να το γνωρίζει, δεν διατρέχει κανέναν κίνδυνο.
«Ο αφθώδης πυρετός είναι μία ζωονόσος που μεταδίδεται από ζώο σε ζώο. Μπορεί να μεταδοθεί και από ένα ζώο στον άνθρωπο αερογενώς, αλλά ο άνθρωπος δεν νοσεί. Μπορεί ένας άνθρωπος να εισπνεύσει τον ιό κι αυτός να φτάσει στον φάρυγγα, στις αμυγδαλές του, αλλά χωρίς ο άνθρωπος να νοσήσει. Φυσικά υπάρχει και η πιθανότητα ο άνθρωπος που μεταφέρει τον ιό να τον μεταδώσει σε ένα ζώο εάν φτερνιστεί ή βήξει μπροστά του. Όμως σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να τον μεταδώσει σε άλλον άνθρωπο», εξηγεί ο κ. Κρήτας.
Ο ίδιος συμπληρώνει ότι ο άνθρωπος μπορεί να μεταφέρει τον ιό με τα παπούτσια, τα ρούχα και τα χέρια του, εάν δεν τα πλύνει καλά.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θεσσαλονίκη»