Συνέντευξη στην Γεωργία Μακρογιώργου
Η Δέσποινα Καϊτατζή -Χουλιούμη είναι κλινική ψυχολόγος -ψυχοθεραπεύτρια MSc, με σπουδές και επαγγελματική εμπειρία στη Σουηδία. Έχει πολυετή δράση στην ειδική αγωγή, την εκπαίδευση και τη διάγνωση, υπηρετώντας ως ψυχολόγος και προϊσταμένη στο ΚΕΔΔΥ Σερρών καθώς και ως εκπαιδεύτρια ενηλίκων. Παράλληλα έχει πλούσιο συγγραφικό και ποιητικό έργο με βραβεύσεις, δημοσιεύσεις και συμμετοχές σε επιστημονικά και λογοτεχνικά έργα.
Η νέα της νουβέλα «Σφιχταγκαλιάσματα και Φτερουγίσματα – Ο χορός της ζωής» (εκδόσεις ΑΩ) ξεδιπλώνει επτά ιστορίες γεμάτες πόνο, ανθεκτικότητα και υπαρξιακή αναζήτηση. Η συγγραφέας απαντά σε ερωτήσεις της Γεωργίας Μακρογιώργου.
Δέσποινα, τι σε οδήγησε να επιλέξεις την πολυφωνική δομή των επτά αυτοτελών αποσπασμάτων;
Οι φωνές και η δομή τους με βρήκαν από μόνες τους. Δεν ήταν συνειδητή επιλογή αρχικά. Γράφοντας συνειδητοποίησα ότι οι κοινές αναζητήσεις τους ακουμπούν σαν σε συνδετικό κρίκο στη φωνή της Δήμητρας, η οποία λες και ήθελε να βγει από μέσα μου κι έτσι γεννήθηκε η ιδέα της νουβέλας. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να δημιουργηθεί ένα σπονδυλωτό που δένει σε ένα όλο με κοινά στοιχεία τον τόπο, την ψυχοκοινωνική περίοδο της μετανάστευσης και της πατριαρχίας από τον εμφύλιο και μετά, την ανίχνευση της ανθρώπινης αγωνίας και της ψυχικής δύναμης των χαρακτήρων στην αναζήτηση απαντοχής, αυτονομίας και είσπραξης νοήματος.
Πώς επηρέασε η εμπειρία σου ως ψυχολόγου τη σκιαγράφηση των γυναικείων φωνών του βιβλίου;
Το ενδιαφέρον μου για την άβυσσο της ψυχής και την ανθρώπινη περιπέτεια με ώθησε να σπουδάσω ψυχολογία και ν’ αποκτήσω μακροχρόνια εμπειρία στο να ανιχνεύω και ν’ απαλύνω το ανθρώπινο τραύμα. Ως ψυχοθεραπευτές εξασκούμαστε σ’ αυτό, με αποτέλεσμα να μεταμορφωνόμαστε σε κοντέινερ ανθρώπινου πόνου αποκτώντας βιωματική εμπειρία ενσυναίσθησης, μοιράσματος και διεργασιών ίασης. Σ’ αυτή την προσπάθεια στηριζόμαστε από τους επόπτες μας. Η γραφή είναι ένας άλλος τρόπος να ελαφρύνουμε το κοντέινερ και παράλληλα να μοιραζόμαστε με τους αναγνώστες ανθρώπινες ιστορίες και υπαρξιακές αγωνίες για τη ζωή, τον έρωτα και τον θάνατο, που απασχολούν τον καθένα. Οπότε το ενδιαφέρον μου και η ψυχοθεραπευτική εμπειρία μου επηρέασαν σημαντικά τον τρόπο καταβύθισης του βλέμματός μου και την ανίχνευση του ψυχικού κόσμου των ηρώων, στην προσπάθεια να πετύχω την καλύτερη δυνατή σκιαγράφηση -κάτι ανάλογο με τη ψυχοσυναισθηματική διερεύνηση.
Πόσο βιωματικά είναι τα στοιχεία της δεκαετίας του ’50 – ’60 που διατρέχουν τη νουβέλα;
Γεννήθηκα και μεγάλωσα σ’ ένα προσφυγικό χωριό της Μακεδονίας, οπότε υπάρχουν πολλά βιωματικά στοιχεία -κυρίως της μάνας μου- τα οποία φέρει η Δήμητρα, αλλά και βιώματα τρίτων που μοιράστηκα προσωπικά ή μέσω της επαγγελματικής μου ιδιότητας, που εμπλουτίστηκαν βεβαίως με μυθοπλαστικά στοιχεία.
Ποιο μοτίβο της νουβέλας (νερό, πουλιά, χορός) θεωρείς κεντρικό για τον «χορό της ζωής»;
Το νερό. Η πηγή συμβολίζει την αρχή της ύπαρξης, το ποτάμι την πορεία προς τις εκβολές και τον θάνατο, ο θαλάσσιος βυθός την απεραντοσύνη και το επέκεινα, ο παφλασμός, ο γιαλός και το κύμα, την αέναη κυκλική διαδρομή από τον θάνατο προς νέο χορό της ζωής.
Πιστεύεις ότι η λογοτεχνία μπορεί ακόμη να προσφέρει παρηγοριά και αυτογνωσία στον σημερινό αναγνώστη;
Έχω την αίσθηση πως δεν θα έγραφα, αν δεν το πίστευα. Θεωρώ ότι εισπράττουμε παρηγοριά και ενόραση τόσο ως γράφοντες όσο και ως αναγνώστες. Γράφοντας και διαβάζοντας αυτοαναλυόμαστε, στοχαζόμαστε, αναστοχαζόμαστε και θέτουμε ερωτήματα που κινητοποιούν διεργασίες επίγνωσης, αυτογνωσίας και συμφιλίωσης με τα άγχη, τη συνθήκη μας και γενικά με τους δαίμονές μας.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θεσσαλονίκη»