Την εκτίμηση ότι εντός του ΟΠΕΚΕΠΕ λειτουργούσε οργανωμένο κύκλωμα επίορκων υπαλλήλων, σε συνεργασία με παραγωγούς, που εκμεταλλευόταν ευρωπαϊκούς αγροτικούς πόρους, διατύπωσε η Παρασκευή Τυχεροπούλου, καταθέτοντας για δεύτερη ημέρα στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο. Η μάρτυρας κατέθεσε στο πλαίσιο της δίκης του πρώην προέδρου του Οργανισμού Δημήτρη Μελά και της πρώην διευθύντριας Άμεσων Ενισχύσεων και Τεχνικών Έργων, Αθανασίας Ρέππα.
Οι δύο κατηγορούμενοι δικάζονται, μεταξύ άλλων, για υπεξαγωγή εγγράφου, υπόθαλψη εγκληματία και παράβαση καθήκοντος από κοινού. Η δίκη έχει ξεκινήσει από τον Οκτώβριο.
Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, τον Νοέμβριο του 2020 αποκρύφθηκε πόρισμα ελέγχου που είχε διενεργήσει η κ. Τυχεροπούλου, ως αρμόδια για τα αχρεωστήτως καταβληθέντα ποσά του Εθνικού Αποθέματος, κατ’ εντολή του τότε προέδρου του ΟΠΕΚΕΠΕ, Γρηγόρη Βάρρα. Το πόρισμα αφορούσε εκτεταμένες παρατυπίες σε δηλώσεις ενισχύσεων και, σύμφωνα με τη δικογραφία, δεν διαβιβάστηκε στη Δικαιοσύνη, παρά τη σχετική εντολή, ενώ ο κ. Βάρρας είχε στο μεταξύ αποχωρήσει από τον Οργανισμό.
Η μάρτυρας ανέφερε ότι από τον έλεγχο που διενήργησε προέκυψαν σοβαρές παρατυπίες σε 48 συγκεκριμένα ΑΦΜ, κυρίως σε εκτάσεις βοσκής, με ενδείξεις τεχνητής δημιουργίας δικαιωμάτων. Κατά την κατάθεσή της, εντός του Οργανισμού υπήρχαν «δύο τάσεις», όπως είπε χαρακτηριστικά: εκείνοι που θεωρούσαν ότι όλα λειτουργούσαν ορθά και μια μικρότερη ομάδα υπαλλήλων που εξέφραζαν ανησυχίες και προειδοποιούσαν για προβλήματα.
Απαντώντας σε ερωτήσεις της Έδρας, η κ. Τυχεροπούλου ανέφερε ότι η πλειονότητα των στελεχών ανήκε στην πρώτη κατηγορία, ενώ όσοι εξέφραζαν επιφυλάξεις παρέμεναν μειοψηφία. Υποστήριξε ακόμη ότι από το 2010 υπήρχαν ανησυχίες για ζητήματα που σχετίζονταν με το πληροφοριακό σύστημα του Οργανισμού, ενώ έκανε λόγο και για δυσμενείς μετακινήσεις ή πειθαρχικές κυρώσεις σε υπαλλήλους που επέμεναν στην ύπαρξη παράνομων δηλώσεων.
Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα, κατέθεσε για ελεγκτή που είχε αποκαλύψει παρατυπίες στην Κρήτη και, σύμφωνα με τα λεγόμενά της, δέχθηκε απειλές και πειθαρχική δίωξη, χωρίς –όπως υποστήριξε– να διερευνηθούν οι καταγγελίες του. Η ίδια σημείωσε ότι σήμερα βρίσκεται εκτός ΟΠΕΚΕΠΕ και εργάζεται ως ειδική συνεργάτης της Ευρωπαϊκή Εισαγγελία σε δύο δικογραφίες.
Κατά τη διάρκεια της εξέτασής της, η μάρτυρας χαρακτήρισε τη διαχείριση του Εθνικού Αποθέματος και τον τρόπο κατανομής του από τον Οργανισμό ως «το μεγαλύτερο σκάνδαλο» εντός του ΟΠΕΚΕΠΕ. Ανέφερε επίσης ότι μετά την παράδοση του πορίσματός της για τα 48 ΑΦΜ, μετακινήθηκε στο Τμήμα Εκπαίδευσης και ότι, όσο είχε πρόσβαση στο πληροφοριακό σύστημα, διαπίστωσε πως οι έλεγχοι που είχε πραγματοποιήσει επανεξετάστηκαν και, στη συντριπτική τους πλειονότητα, αναιρέθηκαν, χωρίς να απαιτείται ειδική αιτιολόγηση. Η κ. Τυχεροπούλου κατέθεσε ακόμη ότι, μαζί με το πόρισμα, είχε αποστείλει και έγγραφο με προτάσεις για την αντιμετώπιση των προβλημάτων που εντόπισε, χωρίς –όπως είπε– να υπάρξει οποιαδήποτε ανταπόκριση από τα αρμόδια στελέχη. Δήλωσε ότι το σχετικό έγγραφο βρίσκεται στη διάθεση του δικαστηρίου και δεσμεύτηκε να το προσκομίσει.
Το δικαστήριο αποφάσισε να ζητήσει τη διαβίβαση της σχετικής δικογραφίας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, προκειμένου να διαπιστωθεί αν έχουν ασκηθεί ποινικές διώξεις σε βάρος των 48 αγροτών που αναφέρονται στο πόρισμα. Παράλληλα, αποφάσισε να κληθούν ως μάρτυρες οι πρώην πρόεδροι του ΟΠΕΚΕΠΕ Γρηγόρης Βάρρας και Θεοφάνης Παππάς, ο πρώην γενικός διευθυντής του Οργανισμού, καθώς και δύο πρώην ελεγκτές, για τους οποίους γίνεται λόγος περί δυσμενών μετακινήσεων.
Η δίκη θα συνεχιστεί στις 16 Μαρτίου.
Με πληροφορίες από ΑΠΕ/ΜΠΕ