Συνέντευξη στη Γεωργία Μακρογιώργου
Στην «Οδό Ανθέων» (εκδ. Μπαρμπουνάκης), ο Δημήτρης Δραγώγιας επιστρέφει στη λογοτεχνία με μια συλλογή 23 διηγημάτων, που κινούνται ανάμεσα στο πραγματικό και το υπόγεια ονειρικό. Η Θεσσαλονίκη δεν λειτουργεί ως σκηνικό, αλλά ως πρωταγωνιστής: μια πόλη που θυμάται, κρύβει και ενίοτε εκδικείται. Με διαδρομή στη δημοσιογραφία και τα μέσα ενημέρωσης, ο συγγραφέας χτίζει μικρές αφηγήσεις που μοιάζουν με τελετουργίες, αφήνοντας τον αναγνώστη με την αίσθηση ότι κάτι τον αφορά πιο προσωπικά απ’ όσο θα ήθελε να παραδεχτεί.
Δημήτρη, στο βιβλίο σου δίνεις στη Θεσσαλονίκη φωνή και σχεδόν ανθρώπινη υπόσταση. Πώς γεννήθηκε μέσα σου αυτή η ανάγκη;
Δεν της έδωσα εγώ φωνή. Η Θεσσαλονίκη μιλάει μόνη της, απλώς συνήθως ψιθυρίζει. Είναι μια πόλη που σε κατοικεί και δεν σε φιλοξενεί. Σε ακολουθεί ακόμη κι όταν νομίζεις ότι την έχεις αφήσει πίσω. Κάποια στιγμή κατάλαβα ότι δεν έγραφα για τους ανθρώπους της πόλης, αλλά για την ίδια την πόλη σαν να ήταν ένας ζωντανός, αντιφατικός, γοητευτικός οργανισμός. Μια πόλη που σε πληγώνει, σε παρηγορεί και σε ειρωνεύεται σχεδόν ταυτόχρονα.
Κινείσαι συχνά ανάμεσα στο πραγματικό και το ονειρικό. Πώς βρίσκεις την ισορροπία ανάμεσα σε αυτά τα δύο επίπεδα αφήγησης;
Δεν πιστεύω ότι υπάρχει καθαρό σύνορο ανάμεσα στο πραγματικό και το ονειρικό. Η ζωή, ειδικά σε μια πόλη σαν τη Θεσσαλονίκη, είναι γεμάτη ρωγμές. Από εκεί μπαίνει το όνειρο, η μνήμη, το φάντασμα, η δεύτερη ανάγνωση των πραγμάτων. Εγώ γράφω ακριβώς μέσα σε αυτή τη ρωγμή. Με ενδιαφέρει η στιγμή που κάτι μοιάζει απολύτως καθημερινό, αλλά αν το κοιτάξεις λίγο πιο προσεκτικά, αρχίζει να μετακινείται και να αποκτά άλλο βάθος.
Αντικείμενα της καθημερινότητας αποκτούν ιδιαίτερο βάρος στις ιστορίες σου. Πώς επιλέγεις αυτά τα «μικρά» στοιχεία που τελικά γίνονται καθοριστικά;
Γιατί συχνά τα μικρά πράγματα λένε τη μεγάλη αλήθεια. Ένα ποτήρι, ένα παλιό εισιτήριο, ένα ραδιόφωνο, μια καρέκλα κουβαλούν περισσότερη μνήμη από έναν άνθρωπο που μιλάει ασταμάτητα. Τα αντικείμενα μαρτυρούν περισσότερο από ό,τι εξηγούν. Κρατούν επάνω τους ίχνη ζωής, απουσίας, επιθυμίας, φθοράς. Και στη λογοτεχνία με συγκινεί ακριβώς αυτό: όταν κάτι φαινομενικά ασήμαντο γίνεται ξαφνικά το κέντρο μιας ολόκληρης συναισθηματικής γεωγραφίας.
Ποιος ο ρόλος της μνήμης που διατρέχει όλο το βιβλίο σου;
Η μνήμη στο βιβλίο λειτουργεί σε κάθε ένα από τα 23 διηγήματα ως ύποπτος αφηγητής κι όχι ως άλμπουμ φωτογραφιών. Παραλείπει, αλλοιώνει, ωραιοποιεί, εκδικείται. Με ενδιαφέρει λιγότερο το τι έγινε και περισσότερο το τι έμεινε από αυτό μέσα μας, τι παραμορφώθηκε, τι επέστρεψε αργότερα με άλλο πρόσωπο. Η μνήμη δεν είναι ποτέ αθώα. Είναι ένας μηχανισμός που μας σώζει, αλλά και μας παγιδεύει, γιατί συχνά θυμόμαστε όχι αυτό που ζήσαμε, αλλά αυτό που αντέχουμε να κουβαλάμε.
Αν η Θεσσαλονίκη μπορούσε να διαβάσει τις ιστορίες σου, τι πιστεύεις ότι θα αναγνώριζε περισσότερο: τον εαυτό της ή όσα έχει ξεχάσει;
Νομίζω πως θα αναγνώριζε κυρίως όσα έχει ξεχάσει ή όσα κάνει πως έχει ξεχάσει. Οι πόλεις, όπως και οι άνθρωποι, φτιάχνουν έναν βολικό μύθο για τον εαυτό τους για να μπορούν να συνεχίζουν. Η λογοτεχνία έρχεται καμιά φορά να χαλάσει ευγενικά αυτόν τον μύθο, να μετακινήσει λίγο τον καθρέφτη. Αν η Θεσσαλονίκη διάβαζε αυτές τις ιστορίες, πιστεύω πως θα έβλεπε τη σκιά της κι όχι την επίσημη εικόνα της. Κι ίσως εκεί να αναγνώριζε τον πιο αληθινό της εαυτό.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θεσσαλονίκη»