Συνέντευξη στη Σοφία Κωνσταντινίδου
Στο έργο του βραβευμένου Γάλλου συγγραφέα Φλοριάν Ζελέρ «Πριν Ανοίξουμε Φτερά», που κάνει πρεμιέρα στις 19 Δεκεμβρίου στο Θέατρο Αριστοτέλειον σε σκηνοθεσία της Άννας Μαρίας Παπαχαραλάμπους, ο Δημήτρης Καταλειφός γίνεται οδηγός σε ένα ποιητικό ταξίδι μνήμης, αγάπης και απώλειας. Μέσα από τον ρόλο ενός ανθρώπου με άνοια, ζωντανεύει τις σχέσεις, τις αναμνήσεις και τα συναισθήματα που μας καθορίζουν, καλώντας το κοινό να αφεθεί στην αμεσότητα και τη συγκίνηση του θεάτρου.
Ένας σπάνιος ηθοποιός, που ζει με πάθος την τέχνη του, μεταφέροντας μέσα από τη δημιουργικότητά του γνώση, ειλικρίνεια, ανθρωπιά, σοφία και τρυφερότητα. Κάθε συνάντηση με τον Δημήτρη Καταλειφό είναι μια αχτίδα φωτός…
«Πριν Ανοίξουμε Φτερά». Ένα έργο για τον άνθρωπο. Ποια ήταν η πρώτη σας αντίδραση όταν το διαβάσατε;
Η πρώτη μου αίσθηση ήταν πως έμοιαζε με ποίημα, γιατί δεν έχει τη στρωτή αφήγηση ενός θεατρικού έργου. Μπερδεύονται εκδοχές και πιθανότητες, χωρίς γραμμική ροή. Είναι πιο αποσπασματικό και αφήνει πολλά ερωτήματα χωρίς απαντήσεις. Μου φάνηκε σαν ποίημα όπου νιώθουμε πράγματα χωρίς να μπορούμε να τα εξηγήσουμε με τη λογική ενός διηγήματος. Αυτό είναι δύσκολο, και για τους ηθοποιούς και για τον θεατή. Αν όμως αφεθείς, χωρίς να σε νοιάζει τόσο να καταλάβεις όσο να αισθανθείς, τότε το έργο λειτουργεί αλλιώς. Ήταν λοιπόν μια πρόκληση να παίξω σε ένα έργο όπου κυριαρχούν το συναίσθημα και οι αισθήσεις περισσότερο από τη λογική. Με συγκίνησε και ο ήρωας, ένας άνθρωπος με άνοια, μέσα από του οποίου το διαταραγμένο μυαλό εκτυλίσσονται πολλά στοιχεία του έργου.
Η μνήμη σε πρωταγωνιστικό ρόλο. Χωρίς αυτήν, έχουμε… φτερά;
Η μνήμη είναι κάτι τρομερά καθοριστικό, γιατί διαμορφώνει το ποιος είσαι. Αν δεν θυμάσαι το επάγγελμά σου, τους δικούς σου ανθρώπους ή την οικογένειά σου, είναι σαν να χάνεις την ταυτότητά σου. Αυτό είναι το τραγικό με την άνοια· ο άνθρωπος ξεχνά και σταδιακά χάνει τον ίδιο του τον εαυτό. Χωρίς μνήμη δεν είμαστε τίποτα. Γι’ αυτό η απώλειά της είναι μια σκληρή περιπέτεια. Ωστόσο, το έργο δεν αφορά μόνο την άνοια. Το βασικό ερώτημα -γι’ αυτό και οι πολλές εκδοχές- είναι τι συμβαίνει όταν ένα αγαπημένο ζευγάρι που έχει ζήσει μισό αιώνα μαζί, χάνει ο ένας τον άλλον. Και κάτι σημαντικό που μπερδεύει τους θεατές: ο Ζελέρ δεν ξεκαθαρίζει ποτέ ποιος έχει χαθεί. Άλλοτε μοιάζει να έχει πεθάνει ο σύζυγος, άλλοτε η γυναίκα. Το κάνει συνειδητά για να δείξει πως δεν έχει σημασία ποιος από τους δύο λείπει, αλλά ότι κάτι πολύτιμο διαλύεται ή ίσως μπορεί να αναπληρωθεί. Μέσα από την ασθένειά του, ο ήρωας φτάνει στη μέγιστη φαντασίωση: ότι είναι ξανά μαζί με τη γυναίκα του. Το έργο κινείται ανάμεσα στη μνήμη και τη φαντασία, σαν ένα λαβύρινθο γεμάτο αναμνήσεις, φαντασιώσεις και ψευδαισθήσεις. Γι’ αυτό μοιάζει πιο ποιητικό παρά ρεαλιστικό.

Τι είναι πιο οδυνηρό: η απώλεια ή η αργή διαπίστωση ότι κάτι χάνεται;
Και τα δύο, αλλά σίγουρα η απώλεια είναι ένα μεγάλο θέμα. Γιατί, στο τέλος, η ζωή είναι μια πορεία όπου μεγαλώνοντας αντιμετωπίζουμε τη μία απώλεια μετά την άλλη, και είναι πολύ δύσκολο να συμφιλιωθεί κανείς με αυτό. Ιδίως όταν έχει ζήσει μια ζωή βαθιά δεμένος με έναν άλλον άνθρωπο. Η απώλεια, είτε φίλου, είτε συντρόφου, είτε αγαπημένου προσώπου, είναι το πιο τραγικό πράγμα στη ζωή του ανθρώπου. Παρότι όλα αυτά ακούγονται βαριά, το έργο είναι γραμμένο με τρόπο που διαθέτει χιούμορ και στιγμές ελαφρότητας. Δεν είναι φτιαγμένο για να σε ψυχοπλακώσει, αλλά για να σε συγκινήσει και, ίσως, να σε συμφιλιώσει με ορισμένα πράγματα.
Η αγάπη αρκεί, σώζει;
Αυτή είναι η ελπίδα: η αγάπη. Το έργο δείχνει ότι δύο άνθρωποι μπορούν να αγαπηθούν πραγματικά για πολλά χρόνια, να χρειάζονται ο ένας τον άλλον, να ζουν μαζί με τρυφερότητα και χιούμορ. Κι έτσι, στο τέλος, μένει η αίσθηση ότι το σημαντικότερο πράγμα στη ζωή είναι η αγάπη, ακόμα κι αν η απώλεια καραδοκεί. Αυτό μάλιστα πάει κόντρα στην εποχή μας, όπου η οικογένεια περνά κρίση, οι σχέσεις διαλύονται εύκολα και συχνά λείπει η υπομονή για να αντέξει ένας δεσμός. Το έργο όμως δεν παρουσιάζει μια εξιδανικευμένη αγάπη. Το ζευγάρι του έχει περάσει κρίσεις, ίσως και απιστία που συγχωρέθηκε. Η σχέση τους δεν είναι ρόδινη, έχει περάσει από «σαράντα κύματα» και συνεχίζει να κρατιέται, ακόμη και μπροστά στην απώλεια. Έχει μια πολύ σημαντική φράση το έργο που συνοψίζει αυτή τη διάσταση: «Νομίζεις ότι οι άνθρωποι πεθαίνουν και τελειώνει εκεί, αλλά δεν είναι πάντα έτσι». Και πράγματι, όπως συμβαίνει και στη ζωή: όταν κάποιος χάσει τον σύντροφό του, ειδικά στην αρχή, ο άλλος συνεχίζει να «ζει» μέσα στο σπίτι, στη μνήμη, στη φωνή που νομίζει πως ακούει. Η ψυχή αρνείται να αποκοπεί από τη ζωή που μοιράστηκαν. Για τους τρίτους αυτό φαίνεται τρέλα, αλλά για το ίδιο το ζευγάρι είναι μια μορφή συνέχειας, πέρα από τον ρεαλισμό. Είναι ένα δύσκολο έργο και ο θεατής πρέπει να αφεθεί σε αυτό το ποιητικό ταξίδι.
Θίγεται και η οικογενειακή φροντίδα, που είναι απαιτητική και συχνά επίπονη.
Θίγεται έντονα και το θέμα των παιδιών, που καλούνται να σηκώσουν το βαρύ φορτίο της φροντίδας. Να στηρίξουν, να βοηθήσουν και να διαχειριστούν μια πολύ δύσκολη κατάσταση, ειδικά όταν ο γονιός πάσχει από άνοια. Πόσοι άνθρωποι δεν έχουν βρεθεί σε αυτή τη θέση; Ο Ζελέρ λοιπόν μιλά όχι μόνο για το ζευγάρι, αλλά και για τις δύο κόρες, που αποτελούν εξίσου σημαντικά πρόσωπα στο έργο. Είναι οι «ζωντανοί» που πρέπει να αντιμετωπίσουν την ευθύνη και το βάρος της φροντίδας των ηλικιωμένων γονιών τους.
Η φροντίδα αυτή είναι πράξη αγάπης ή ευθύνης;
Και τα δύο. Αλλά αυτό που χρειάζεται περισσότερο είναι κατανόηση. Είναι εξαιρετικά δύσκολο τόσο για τον άνθρωπο που πάσχει όσο και για τον φροντιστή του.

Η μνήμη σε συλλογικό επίπεδο; Δεν είναι βασικός λόγος για να αγωνίζεται κανείς, όσο κι αν κάποιοι θέλουν να τη διαγράψουν;
Πιστεύω ότι η μνήμη είναι αυτό που μας κρατάει ζωντανούς και μας συνδέει με το παρελθόν, την ιστορία και την ταυτότητά μας. Στη σημερινή εποχή όμως, με την αδιάκοπη πληροφόρηση, το μυαλό έχει σχεδόν «ζαλιστεί». Οι λέξεις, που είναι βασικό εργαλείο σύνδεσης με το παρελθόν, χάνονται ή αντικαθίστανται από νέες, συχνά αγγλικές. Τα παιδιά, μέσα σε μια παιδεία γεμάτη ταχύτητα, οθόνες και ΑΙ, θυμούνται όλο και λιγότερα και συχνά δεν μαθαίνουν ουσιαστικά. Είναι παγκόσμιο φαινόμενο και κανείς δεν ξέρει πού θα οδηγήσει. Η ακατάπαυστη ροή πληροφοριών αποδυναμώνει τη μνήμη. Σκεφτόμαστε «θα το βρω στο κινητό» και απλώς πατάμε ένα κουμπί. Παλιά, επειδή τα πράγματα ήταν πιο δύσκολα, έμεναν πιο βιωματικά. Τώρα έρχονται και φεύγουν με απίστευτη ταχύτητα. Ακόμη και όσα ζούμε, αντί να τα κρατήσουμε μέσα μας, τα φωτογραφίζουμε για να τα «αποθηκεύσουμε». Μα άλλο πράγμα η μνήμη μέσα στο κεφάλι κι άλλο μια εικόνα στο κινητό, το οποίο είναι η μάστιγα της εποχής μας. Δεν θέλω να φανώ παρελθοντολάγνος, αλλά ο κόσμος έχει αλλάξει δραματικά. Σπάνια βλέπεις πια τα μάτια ενός ανθρώπου· όλοι είναι σκυμμένοι στο κινητό, από το πρωί ως το βράδυ. Ακόμη και σε θέατρα καταστρέφονται παραστάσεις από οθόνες που δεν σβήνουν ποτέ. Χάνονται αμέτρητες ώρες στο ασταμάτητο σκρολάρισμα και αναρωτιέμαι ποιος διαβάζει πια βιβλία, άρα και τι μπορεί να θυμηθεί μετά.
Στα ποιήματά σας επανέρχονται συχνά η μνήμη, ο χρόνος και η φθορά. Τι είναι αυτό που σας τραβά ξανά και ξανά σε αυτά τα θέματα;
Η νοσταλγία και οι απώλειες. Έγραψα αυτά τα ποιήματα στην εποχή της πανδημίας, γιατί είχα χρόνο αλλά και γιατί άρχισαν να χάνονται άνθρωποι γύρω μου. Έχασα τους γονείς μου πριν από δέκα χρόνια, έχασα φίλους· όλες αυτές οι απώλειες δημιουργούν μια ανάγκη να μη χωριστείς από κάποια πρόσωπα. Κάπως ασυνείδητα αυτό σε οδηγεί να γράψεις. Δεν έγινε συνειδητά. Ήταν η νοσταλγία για όσα χάνονται που με οδήγησε στα ποιήματα.
Η ποίηση για σας λειτουργεί ως καταγραφή, ως απελευθέρωση, ως παρηγοριά ή ως εξομολόγηση;
Τα είπατε πολύ καλά, είναι όλα αυτά μαζί. Είναι μια εξομολόγηση, μια παρηγοριά, μια ανοιχτή έκφραση. Κάποια στιγμή είχα ανάγκη να μιλήσω με δικά μου λόγια και όχι μόνο με τις λέξεις των συγγραφέων που έπαιζα. Ήταν λοιπόν και μια ανάγκη έκφρασης, που μου λείπει. Θα ήθελα να ξαναγράψω, αλλά το θέατρο απαιτεί τόσο χρόνο και ενέργεια, ενώ το γράψιμο χρειάζεται ησυχία και σιωπή. Μακάρι να συμβεί πάλι, γιατί πραγματικά μου λείπει.
Η συγγραφή είναι μια μοναχική διαδικασία. Ποια είναι η σχέση σας με τη μοναξιά;
Αυτή την περίοδο υπάρχει ο περίφημος διαχωρισμός μεταξύ μοναχικότητας και μοναξιάς. Η μοναχικότητα, όταν γεμίζει με το γράψιμο, το διάβασμα ή τη σκέψη, είναι απαραίτητη για έναν καλλιτέχνη. Δεν μπορώ να φανταστώ κάποιον να δημιουργεί χωρίς να περνάει ένα διάστημα συγκεντρωμένος με τον εαυτό του και το υλικό του. Ακόμη και οι πιο κοινωνικοί άνθρωποι χρειάζονται αυτή τη μοναχικότητα. Το ωραίο στη ζωή είναι να συνδυάζει κανείς και τα δύο: στιγμές μεγάλης κοινωνικότητας και στιγμές μοναχικότητας. Το θέατρο, για παράδειγμα, παρέχει μια πολύτιμη μορφή κοινωνικότητας, αφού κάθε βράδυ απευθύνεσαι σε ανθρώπους, ενώ οι φιλίες και η προσωπική ζωή προσθέτουν κι αυτές την κοινωνική διάσταση.
Ποια είναι η μεγαλύτερη πρόκληση που αντιμετωπίζει το θέατρο στη σύγχρονη εποχή της ταχύτητας και της εικόνας;
Η μεγαλύτερη πρόκληση σήμερα είναι η διάσπαση της προσοχής και η αδυναμία συγκέντρωσης σε ένα πράγμα για πολλή ώρα. Το θέατρο καλείται να βρει τρόπους ώστε οι θεατές αρχικά να παρακολουθήσουν ουσιαστικά μια παράσταση και ίσως να ενδιαφερθούν και να συγκινηθούν. Αυτό γίνεται όλο και πιο δύσκολο, γιατί οι άνθρωποι είναι συνηθισμένοι σε εικόνες από λάπτοπ, κινητά και τηλεόραση, ενώ το θέατρο βασίζεται κυρίως στη ζωντανή παρουσία και στη γλώσσα. Σήμερα δεν είναι αυτονόητο όπως παλιά ότι κάποιος θα αφοσιωθεί σε μια παράσταση και αυτό είναι μια πρόκληση. Ακόμη και αν το θέατρο στην Ελλάδα ανθίζει και τα sold out συμβαίνουν, πόσοι παρακολουθούν συγκεντρωμένοι και πόσοι απλώς φωτογραφίζουν την υπόκλιση για τα social media; Το ζητούμενο είναι να υπάρξει ουσιαστική παρακολούθηση και επικοινωνία με το έργο, όχι μόνο η παρουσία στο χώρο.
Ο θεατής τι πιστεύετε ότι χρειάζεται περισσότερο σήμερα; Συγκίνηση, κατανόηση, καθρέφτισμα, ερεθίσματα;
Όλα όσα είπατε είναι χρήσιμα και απαραίτητα. Αλλά λόγω της εποχής, με την ταχύτητα και την ευκολία των πραγμάτων, πολύ συχνά τα θεάματα προσπαθούν να γίνουν εύπεπτα και γρήγορα, για να ανταποκριθούν στην εποχή. Αυτό οδηγεί μερικές φορές σε επιφανειακές παραστάσεις για χάρη της ευκολίας. Είναι λοιπόν πιο δύσκολο να κρατήσεις έναν θεατή σε ένα απαιτητικό, πραγματικά καλό έργο, παρά την αντίφαση ότι περισσότεροι άνθρωποι πηγαίνουν στο θέατρο. Το θέατρο αυτή την εποχή έχει σίγουρα άνοδο, και αυτό είναι πολύ ευχάριστο. Το ζητούμενο όμως είναι να εξελιχθεί σε μια πιο ουσιαστική επικοινωνία, να βρεθεί το μέτρο και να μην περιορίζεται απλώς σε φλερτ με τη μόδα.

Τι θεωρείτε ότι λείπει σήμερα από τους νέους ηθοποιούς και τι βρίσκετε υπερβολικά άφθονο;
Καταρχάς, υπάρχει πολύ ταλέντο στις νέες γενιές. Οι νέοι είναι πιο καταρτισμένοι, με γνώσεις χορού, τραγουδιού, σεμιναρίων και σπουδών. Είναι λαμπεροί, γοργοί και πολύ πιο έτοιμοι σε σχέση με τη δική μου γενιά. Υπάρχει σαφώς μεγάλη εξέλιξη στον τομέα. Αυτό που λείπει, αλλά είναι θέμα εποχής, είναι ο αφελής ρομαντισμός που υπήρχε στα δικά μας χρόνια. Εμείς, από τη γενιά της μεταπολίτευσης, ελπίζαμε σε αλλαγές, σε έναν καλύτερο κόσμο, κάναμε αυστηρές επιλογές, θέλαμε το έργο μας να έχει σημασία. Τώρα, όπως λέει και το τραγούδι του Κραουνάκη, «όλα έχουν μπερδευτεί γλυκά». Μπορεί να παίζεις στο θέατρο, να παίζεις και σε μια διαφήμιση, να παίζεις και σε τριάντα σίριαλ. Οι χαμηλές αμοιβές αναγκάζουν τα νέα παιδιά να δουλεύουν πολύ για να τα βγάλουν πέρα, κάτι που φέρνει πιο πρακτικό, μερικές φορές και κυνικό πνεύμα. Η κύρια διαφορά είναι ότι πλέον δεν υπάρχει η ψευδαίσθηση ότι κάτι θα αλλάξει. Ο καθένας επικεντρώνεται στην καριέρα του, ενώ παλιότερα υπήρχε ένα όραμα για έναν πιο ρομαντικό και καλύτερο κόσμο. Αυτή είναι η βασική αλλαγή, που οφείλεται στην εποχή.
Υπάρχει κάτι που σας συγκινεί σήμερα περισσότερο απ’ ό,τι στο ξεκίνημά σας;
Νιώθω τη δυσκολία του ανθρώπου που προσπαθεί να προσαρμοστεί σε έναν κόσμο που έχει αλλάξει τρομακτικά τα τελευταία χρόνια, ειδικά μετά την πανδημία. Έχω δυσκολία και με την τεχνολογία, αλλά και το θέατρο έχει αλλάξει ριζικά: πλέον γίνεται πιο γρήγορα, με παραγωγούς, χωρίς τις επιχορηγήσεις που υπήρχαν παλιότερα, όταν κάναμε ομάδες. Όλα έχουν αλλάξει τόσο πολύ που αγκομαχώντας προσπαθώ να προσαρμοστώ και μερικές φορές νιώθω πολύ δύσκολα. Δεν ξέρω για πόσο ακόμα θα ήθελα και θα μπορούσα να είμαι σε αυτό το παιχνίδι. Νομίζω θα το δείξει η αντοχή μου.
Έχετε βραβευτεί πολλές φορές. Ποια είναι για σας η πραγματική επιβράβευση μετά από τόσα χρόνια δουλειάς;
Με κάθε έργο ξεκινάς ξανά από το μηδέν. Το πιο συγκινητικό είναι όταν κάποιος θεατής σου λέει μετά την παράσταση ότι κάτι τον άγγιξε, ότι το έργο του είπε κάτι. Τότε έχει νόημα όλη η προσπάθεια και ο αγώνας που κάνεις. Το θέατρο είναι καθημερινή πάλη. Η χθεσινή παράσταση δεν μετράει· μετράει τι θα κάνεις απόψε. Κάθε βράδυ είναι μια συνεχής προσπάθεια επικοινωνίας, και όταν πετυχαίνει, αποτελεί πολύτιμη επιβράβευση.
Και αν ανατρέχατε σε όλη τη διαδρομή σας μέχρι σήμερα, βρίσκετε κάτι να λείπει; Κάποιο όνειρο ανεκπλήρωτο ή ματαιωμένο, κάποια πικρία;
Όχι, αλλά λείπουν τα νιάτα (γέλια). Θα ήθελα πολύ να τα είχα ξανά. Αυτό λείπει. Κατά τα άλλα, όλα πηγαίνουν κι έρχονται: σε ένα έργο νιώθεις καλύτερα, σε άλλο χειρότερα, σε άλλο πικρία ή ευχαρίστηση. Αυτό που σίγουρα χάνεται είναι ο χρόνος.
Πώς αντιμετωπίζετε το πέρασμα του χρόνου;
Άλλοτε με συμφιλίωση, άλλοτε με πίκρα, θλίψη ή αδιαφορία. Άλλοτε γεύεσαι τα προσόντα που προσφέρει η ωριμότητα. Περνάς από όλες τις διακυμάνσεις. Αλλά αν με ρωτούσαν αν θα ήθελα να ξαναγίνω νέος, θα έλεγα βεβαίως!
Είναι ο πρωταγωνιστής της ζωής μας ο χρόνος;
Ο απόλυτος πρωταγωνιστής είναι ο χρόνος. Από το πρωί ως το βράδυ, τον λογαριάζουμε συνέχεια: θέλουμε να μεγαλώσουμε, μετά να προχωρήσουμε, μετά να δημιουργήσουμε κάτι σημαντικό. Συνεχώς λογοδοτούμε απέναντί του. Και μακάρι να τον έχουμε, γιατί δεν είναι δεδομένο, κάποιοι φεύγουν νωρίς. Ο χρόνος είναι το άλφα και το ωμέγα της ύπαρξής μας.
Υπάρχει κάποια αλήθεια της ζωής που σας γίνεται ολοένα και πιο ξεκάθαρη όσο ωριμάζετε;
Για μένα το πιο σημαντικό είναι η ανθρωπιά. Χτες, για παράδειγμα, επισκέφτηκα ένα κέντρο αποκατάστασης και μίλησα για το θέατρο σε ασθενείς. Για μια ώρα, αυτοί οι άνθρωποι, παρόλο που είχαν τα προβλήματα υγείας τους, χαλάρωσαν, ασχολήθηκαν με κάτι άλλο και βγήκαν για λίγο από την καθημερινότητά τους. Είναι πολύ σημαντικό να μπορείς να προσφέρεις σε κάποιον μια παρηγοριά, έστω για λίγο. Στα 71 μου χρόνια πιστεύω τα ότι αυτό είναι το πιο σπουδαίο πράγμα που μπορεί να κάνει κανείς στη ζωή του. Να προσφέρει με όποιον τρόπο.
Ποια είναι η δική σας προσωπική «πτήση»; Τι φτερά θέλετε να ανοίξετε;
Όσο είμαι γερός και υγιής, θέλω να συνεχίσω να δημιουργώ. Τον Μάιο θα συμμετέχω σε ένα έργο για 1,5 μήνα και συζητάμε ήδη κάτι καινούργιο για την επόμενη χρονιά. Το κεφάλαιο θέατρο έχει, ελπίζω, κάποιες πτήσεις ακόμα. Για την ποίηση θα ήθελα να βρω χρόνο, γιατί μου αρέσει πολύ. Πάνω απ’ όλα όμως θέλω να παραμείνω δημιουργικός και υγιής και να έχω τους φίλους μου, γιατί τίποτα από αυτά δεν είναι δεδομένο πια.
Η σχέση σας με τη Θεσσαλονίκη;
Έχω μεγάλη ανυπομονησία να έρθω στη Θεσσαλονίκη, την αγαπώ πολύ. Έχω περάσει πολλές φορές από εκεί και κάποτε έμεινα 10 μήνες όταν συνεργάστηκα με το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος. Ελπίζω να αντισταθώ στους πειρασμούς των ζαχαροπλαστείων, γιατί είμαι γλυκατζής και τώρα κάνω διατροφή. Έχω 4 -5 χρόνια να έρθω και θέλω να δω πώς έχει αλλάξει η πόλη και να περπατήσω πολύ, ειδικά στην Άνω Πόλη, που με συγκινεί ιδιαίτερα.
Ταυτότητα της παράστασης
Μετάφραση: Αντώνης Γαλέος
Σκηνοθεσία: Άννα Μαρία Παπαχαραλάμπους
Μουσική επιμέλεια: Ηλίας Παπαχαραλάμπους
Σκηνικά: Νατάσσα Παπαστεργίου
Φωτισμοί: Αλέξανδρος Αλεξάνδρου
Κοστούμια: Νινέτα Ζαχαροπούλου
Ερμηνεύουν: Δημήτρης Καταλειφός, Ζωή Ρηγοπούλου, Μαρκέλλα Γιαννάτου, Φιόνα Γεωργιάδη, Σαράντος Γεωγλερής, Ντίνα Αβαγιανού
Infο
- Κάθε Παρασκευή στις 21:00, Σάββατο στις 18:00 και στις 21:00, Κυριακή στις 19:00. Έως τις 11/01/26.
- Θέατρο Αριστοτέλειον: Εθνικής Αμύνης, τηλ. 2310 262051