Της Σοφίας Κωνσταντινίδου
Ένα παιδί από την Ελλάδα με όνειρο να χορέψει, παίρνει υποτροφία για τη Λοζάνη. Ήταν η αρχή μιας πορείας που θα τον οδηγούσε στα μεγαλύτερα θέατρα της Ευρώπης και θα του χάριζε ζηλευτές συνεργασίες με σπουδαίους καλλιτέχνες, σε σημαντικές παραστάσεις και μιούζικαλ.
Η ζωή του Δημήτρη Παπάζογλου είναι μια συνεχής αναζήτηση της αλήθειας, της τέχνης και της ομορφιάς στη σκηνή και έξω από αυτήν. Ένας καλλιτέχνης που ακολούθησε το όνειρό του με αγάπη και αφοσίωση, που παρατήρησε, ένιωσε, δημιούργησε και -πάνω από όλα- έμαθε να χαίρεται κάθε στιγμή που η τέχνη του αγγίζει τον κόσμο γύρω του.
Γεννήθηκε στην Αθήνα και από μικρός ένιωσε τον χορό σαν φυσική ανάγκη. Σπούδασε κλασικό χορό στη Σχολή της Ελένης Ζουρούδη και, όπως λέει ο ίδιος, η δασκάλα του τον βοήθησε να φύγει στο εξωτερικό με μια υποτροφία. Στη Λοζάνη, στο μπαλέτο de la Jeunesse Romande και αργότερα στο Παρίσι, άνοιξαν τα μάτια του στη μαγεία της σκηνής και του θεάτρου.
«Νιώθω τεράστια ευγνωμοσύνη για τη δασκάλα μου που μου έδωσε την υποτροφία να φύγω στο εξωτερικό. Ήμουν ένα παιδί χωρίς εγκυκλοπαιδική μόρφωση και διέθετα μειωμένη τεχνική», παραδέχεται, «αλλά είχα ένστικτο, σκηνική παρουσία, θεατρικό εκτόπισμα και όρεξη για δουλειά. Μετά ήρθε η σπουδή, η παρατήρηση. Έμαθα να βλέπω, να αποστηθίζω, να κλέβω στοιχεία, να μιμούμαι, να βάζω στο μπαούλο μου καλούδια».
Στο Παρίσι χόρεψε κλασικό χορό με τον R. Franquetti, μοντέρνο με τον P. Goss και συμμετείχε σε παραστάσεις στη γαλλική τηλεόραση, στο Bobino, στο Casino de Paris και στο θρυλικό Moulin Rouge. Η πορεία του στη Γερμανία, στο Freiburg in Br. και στο Statichebuuen της Βέρνης, του έδωσε την ευκαιρία να πρωταγωνιστήσει σε μπαλέτα όπως το Coppelia, La Dame et la Licorne και το Facsimile του Bernstein. Όπως μας εξηγεί, «χόρεψα σε μεγάλα θέατρα, παρακολούθησα παραστάσεις, έμαθα τεχνική και σκηνική παρουσία, είδα μεγάλες προσωπικότητες, νιώθω πολύ τυχερός που παρακολούθησα τον Φρανκ Σινάτρα, τον Νουρέγιεφ, τη Ζιζί Ζανμέρ, τη Λιν Ρενό, τη Μαρία Κάλλας στην τελευταία της περιοδεία, που με την αύρα της τρύπησε το ταβάνι του θεάτρου και πήγε το πνεύμα στης τον ουρανό… Μεγάλο σχολείο».
Οι πιο καθοριστικοί σταθμοί της ζωής του δεν ήταν μόνο τα μεγάλα θέατρα του εξωτερικού αλλά και οι συναντήσεις στην Ελλάδα: «Σπουδαίος σταθμός ήταν η Νικόλ Κοκκίνου, βοηθός του Γιάννη Φλέρη, που με πήρε μαζί της και μου δίδαξε χορογραφία και σκηνική παρουσία, μου άνοιξε τον δρόμο. Η Αλίκη Βουγιουκλάκη ρίσκαρε μαζί μου, με πίστευε και μου έδωσε ευκαιρίες. Η Μαρινέλλα υπήρξε μια καλλιτεχνική συντροφιά ζωής. Συνεργάστηκα και με άλλους πολύ σπουδαίους καλλιτέχνες όπως ο Μαρίνος, ο Γιάννης Πάριος, κ.ά. αλλά με αυτές τις γυναίκες συμπορεύτηκα. Με πίστεψαν, με εμπιστεύτηκαν και αυτό είναι ανεκτίμητο. Αυτές ήταν οι μεγάλες μοίρες της ζωής μου, εκτός από τη μητέρα μου».
Παράλληλα, ο ίδιος θυμάται με υπερηφάνεια ότι μπόρεσε να «κρατήσει» τον εαυτό του και να παραμείνει εργατικός και αφοσιωμένος.

Ξεκινώντας ως χορευτής -χορογράφος με την Αλίκη Βουγιουκλάκη σε μιούζικαλ όπως η Εύθυμη Χήρα, η Άννυ, η Εβίτα, ο Δημήτρης Παπάζογλου ανέπτυξε ένα ιδιαίτερο στιλ που συνδύαζε τεχνική και θεατρικότητα. Μετέπειτα χορογράφησε παραστάσεις όπως το West Side Story με την Πέμη Ζούνη, τον Βιολιστή στη Στέγη -για την οποία βραβεύτηκε με το Κούλα Πράτσικα- και το Full Monty, ενώ στο πλευρό της Μαρινέλλας ανέβασε μεγάλα θεάματα όπως το Μαρινέλλα Μιούζικαλ στο REX. «Με τη Μαρινέλλα το 1990 χορέψαμε ένα ταγκό στο Σικάγο. Ένα θέατρο έξι χιλιάδων ανθρώπων σηκώθηκε όρθιο. Εκείνη τη στιγμή ένιωσα τι σημαίνει πραγματικό χειροκρότημα. Αυτό το αποτύπωμα δεν φεύγει ποτέ», αναπολεί, προσθέτοντας ότι αυτή είναι η στιγμή που θα ήθελε να ξαναζήσει στη σκηνή.
Όσον αφορά την τέχνη της χορογραφίας, ο Δημήτρης Παπάζογλου εξομολογείται ότι πάντα ένιωθε ηθοποιός που χορεύει. «Δεν με ενδιαφέρουν τα βήματα, αν δεν υπάρχει ιστορία. Θέλω να μπαίνω σε έναν ρόλο. Υπάρχουν στιγμές που πρέπει να φαίνονται αυθόρμητες ενώ είναι απολύτως στημένες. Αυτό απαιτεί εμπειρία και βαθιά κατανόηση της εποχής και της ατμόσφαιρας του κάθε έργου», αναφέρει, επισημαίνοντας ότι «ένας ηθοποιός δεν μπορεί να δώσει ψεύτικο συναίσθημα, πρέπει να κατανοεί τα κίνητρα και τα συναισθήματα».
Στο πέρασμά του από το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος και το Εθνικό Θέατρο, αλλά και σε ιδιωτικούς θιάσους όπως το Θέατρο Κ. Δανδουλάκη, το Θέατρο Αποθήκη και το Θέατρο Καρέζη, διατήρησε πάντα την αίσθηση της αλήθειας στη σκηνή. Συνεργάστηκε με σκηνοθέτες όπως οι Σταμάτης Φασουλής, Θοδωρής Καρακατσάνης, Γιάννης Ρεμούνδος και Θόδωρος Μουμουλίδης, ενώ ως ηθοποιός συμμετείχε σε παραστάσεις όπως η Γλυκιά Ίρμα και η Βολπόνε.
Αναλογίζεται τη θέση της τέχνης στην εποχή μας και πιστεύει ότι «το θέατρο είναι μια αναγκαιότητα για την κοινωνία. Δείχνει ποιοι είμαστε, ποιοι θέλουμε να είμαστε και τι φοβόμαστε. Χωρίς θέατρο και πολιτισμό η κοινωνία στερείται την ικανότητα να αμφισβητεί, να αναστοχάζεται και να γελάει με τα λάθη της», λέει, ενώ και για τους νέους καλλιτέχνες έχει ένα σαφές μήνυμα: «Να είναι επίμονοι, αφοσιωμένοι και πάνω από όλα να έχουν πίστη στον εαυτό τους».
Κάνοντας έναν απολογισμό ζωής, με γλυκύτητα αναφέρει:
«Στην πορεία μου δεν ακολούθησα καριερίστικα σκεπτικά. Ακολούθησα το όνειρό μου τυχοδιωκτικά και αυτό μου έδινε τη δύναμη. Είμαι εργατικός άνθρωπος, αγαπάω τη δουλειά μου και όταν δεν δουλεύω, είμαι θλιμμένος. Ό,τι ονειρεύτηκα και πόθησα, έγινε αργότερα. Και κατάλαβα ότι δεν πρέπει να βιάζεις τα πράγματα. Απολαμβάνω ό,τι έρχεται, δεν αφήνω τίποτα να φύγει. Μ’ άρεσε να εκτίθεμαι, να ρισκάρω, να βάζω τον εαυτό μου πάνω σε σχοινί να ακροβατεί. Αυτό μου δίνει μια εφηβεία, μια νιότη, μια δημιουργική ενέργεια. Αυτό που μένει είναι η ευγνωμοσύνη, η εμπειρία και η αλήθεια απέναντι στον εαυτό μου. Με όλες τις δυσκολίες, τα λάθη και τις αντιφάσεις, πιστεύω ότι… καλά τα κατάφερα».
Πέντε ερωτήσεις

Πως υποδέχθηκε το κοινό την παράσταση;
Το θέατρο δεν είναι ποτέ ένα σίγουρο χαρτί. Είχα αγωνία αλλά και μια γλυκιά προσμονή. Τρεις μήνες καθημερινής προσπάθειας με σπουδαίους συντελεστές, πολλή δουλειά και ωραία διάθεση, για να φτάσουμε σε ένα αποτέλεσμα που να στέκεται απέναντι στο κοινό με αξιοπρέπεια. Η αγωνία δεν φεύγει ποτέ από το θέατρο -και δεν πρέπει να φεύγει- και το κοινό, που παίζει καθοριστικό ρόλο, έχει υποδεχθεί θερμά την παράσταση και είμαι ιδιαίτερα χαρούμενος γι’ αυτό.
Γιατί αυτή η ιστορία έχει γίνει ταινία, τηλεοπτική σειρά, θεατρική παράσταση; Γιατί μας αφορά;
Νομίζω γιατί όλοι σε κάποια στιγμή της ζωής μας κοιτάμε πίσω. Ιδίως όταν φτάνουμε σε οριακές καταστάσεις. Αναζητούμε λύτρωση στο παρελθόν αλλά ταυτόχρονα θυμόμαστε και τα λάθη μας. Όχι για να αυτομαστιγωθούμε αλλά γιατί συνειδητοποιούμε ότι τα ίδια λάθη συνεχίζουμε να τα κάνουμε, απλώς με άλλες μορφές. Η ιστορία επαναλαμβάνεται. Όπως το «Μεγάλο μας Τσίρκο» μιλούσε για έναν κύκλο που επανέρχεται διαρκώς στην ελληνική ιστορία, έτσι κι εδώ βλέπουμε μια κοινωνία που πέρασε από τη στέρηση στην ψευδαίσθηση της ευμάρειας και μετά στη βίαιη προσγείωση. Για μένα προσωπικά, το να συμμετέχω σε έργα που έχουν κοινωνικό μήνυμα είναι τρόπος να συνδέω το παρελθόν με το παρόν. Είναι μια ευκαιρία να καταλάβουμε από πού ερχόμαστε και πώς αυτά που ζούμε τώρα επηρεάζονται από αυτά που έγιναν πριν από δεκαετίες.
Πώς βιώνετε τη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα;
Μετά τη δεκαετία του ’80 και το άνοιγμα των ανατολικών χωρών τη δεκαετία του ’90, προέκυψε μια άλλη μορφή κοινωνικής κατάστασης. Ήταν σαν μια «αφαίμαξη» αξιών, ήρθαν άνθρωποι με διαφορετικά δεδομένα, έψαχναν την άνεση και τη χλιδάτη ζωή. Πιστέψαμε ότι ζούσαμε αρχοντικά και πλούσια και φτάσαμε σχεδόν στη χρεοκοπία, λες και όλοι εμείς διαχειριζόμασταν το δημόσιο χρήμα. Τώρα περνάμε μια δεκαπενταετία σκληρή, σήμερα ζούμε κάτι που δεν γνωρίσαμε ποτέ πραγματικά: Tην αγριότητα του καπιταλισμού. Μπορεί να μιλούσαμε για ελεύθερη οικονομία αλλά δεν είχαμε ζήσει αυτή την πίεση, αυτή τη βία της καθημερινότητας. Τώρα τη μαθαίνουμε. Υπάρχει θυμός, αδικία, μια αίσθηση τιμωρίας με πρόστιμα και υποχρεώσεις. Αυτό που με στενοχωρεί περισσότερο είναι ότι η γενιά μου, με όλες τις δυσκολίες της, είχε ακόμα μονοπάτια. Μπορούσες να διεισδύσεις, να παλέψεις, να φτάσεις κάπου, να ζήσεις από αυτό που διάλεξες και ονειρεύτηκες. Σήμερα βλέπω νέα παιδιά, ταλαντούχα, μορφωμένα, με περισσότερα εφόδια από εμάς και όμως δεν υπάρχουν συγκυρίες, δεν υπάρχουν δρόμοι. Όλα πρέπει να είναι οργανωμένα, όλα να περνούν μέσα από μηχανισμούς. Αυτό δημιουργεί θυμό, απογοήτευση, μια κοινωνία χωρίς αλληλεγγύη και κάνει πολύ στενάχωρο και αβέβαιο το μέλλον. Δουλεύω από τα 12 μου χρόνια και σήμερα παίρνω ένα επίδομα. Πιστεύω πως αν στο παρελθόν δεν έκανα καλό «νοικοκυριό», σήμερα θα είχα πρόβλημα επιβίωσης. Στην Ελλάδα η ζωή έχει κάνει παύση, σαν ένα κασετόφωνο στο οποίο έχουμε πατήσει το pause.
Χορογραφείτε την παράσταση αλλά ερμηνεύετε και ένα ρόλο -έκπληξη. Τι σας έκανε να δεχτείτε αυτόν τον ρόλο;
Με ιντρίγκαρε. Δεν ήθελα να το αφήσω να περάσει. Ήθελα να ρισκάρω. Στην ηλικία μου δεν δίνονται συχνά τέτοιες ευκαιρίες και όταν έρχονται, πρέπει να τις αρπάζεις. Ήθελα επίσης να φύγω από την Αθήνα, να ηρεμήσω, να ζήσω σε μια πόλη που μπορείς να περπατήσεις. Έχω μάθει ότι δεν πρέπει να σκέφτεσαι υπερβολικά το αύριο. Ο καλλιτέχνης πεθαίνει δύο φορές: Mία καλλιτεχνικά και μία βιολογικά. Και αυτή η εξάρτηση από τη σκηνή δεν είναι απλώς δουλειά, είναι τρόπος ζωής.
Πως περνάτε στη Θεσσαλονίκη;
Είμαι πολύ χαρούμενος που είμαι στη Θεσσαλονίκη. Και δεν το λέω για να «κολακέψω» την πόλη. Στη Θεσσαλονίκη νιώθω μια ηρεμία που δεν βρίσκω πια στην Αθήνα. Οι άνθρωποι δείχνουν μεγαλύτερο σεβασμό ακόμα και σε απλά πράγματα, όπως το ότι τα αυτοκίνητα σταματούν στις διαβάσεις των πεζών. Η Αθήνα έχει γίνει ασφυκτική, πνιγμένη από ανθρώπους και αυτοκίνητα, μια πόλη που χτίστηκε άναρχα, χωρίς ανθρωποκεντρικό σχεδιασμό και ουσιαστικές διορθώσεις από τη δεκαετία του ’60 μέχρι σήμερα. Και οι άνθρωποι είναι θυμωμένοι και έτοιμοι να σφαχτούν με το παραμικρό. Η στασιμότητα, η προχειρότητα και η συνεχής πίεση δημιουργούν θυμό και απογοήτευση, ενώ στη Θεσσαλονίκη αισθάνομαι περισσότερη ισορροπία και ποιότητα ζωής.

Η ταυτότητα της παράστασης
- Θεατρική απόδοση-Σκηνοθεσία: Αστέριος Πελτέκης
- Μουσική: Σταμάτης Κραουνάκης
- Χορογραφίες: Δημήτρης Παπάζογλου
- Εικαστική σύνθεση και εγκατάσταση: Φρόσω Λύτρα
- Κοστούμια: Νίκος Χαρλαύτης
- Φωτισμοί: Στέλιος Τζολόπουλος
- Διανομή: Αντώνης Αντωνάκος, Θάνος Αλεξανδρής, Νίκος Γεωργάκης, Ζωή Ευθυμίου, Χριστίνα Ζαχάρωφ, Σοφία Καλεμκερίδου, Παντελής Καναράκης, Θάνος Κοντογιώργης, Χριστίνα Κωνσταντινίδου, Χρήστος Μαστρογιαννίδης, Ιωάννης Μόχλας, Δημήτρης Παπάζογλου, Κώστας Σαντάς, Εύη Σαρμή, Πηνελόπη Σεργουνιώτη κ.ά.
- Χορευτές: Αναστασία Κελέση, Γιάννης Μάρτος
Info
Βασιλικό Θέατρο:30ής Οκτωβρίου 2,Πλατεία Λευκού Πύργου, τηλ. 2315 200200.
Παραστάσεις: Τετάρτη: 19:00, Πέμπτη – Παρασκευή- Σάββατο: 21:00, Κυριακή: 19:00
Προπώληση: ntng.gr | more.com
Δημοσιεύητκε στην εφημερίδα «Θεσσαλονίκη»