Ο αυτοσαρκασμός είναι πάντα παρών -έστω και με μικρές ειρωνικές νύξεις για τον εαυτό του- στις συνεντεύξεις του Γιώργου Σκαμπαρδώνη. Εύκολα αναγνωρίζεις σ’ αυτές και τη στάση του να μην παίρνει τα πράγματα υπερβολικά στα σοβαρά. Εξίσου εύκολα όμως διαπιστώνεις ότι «σκάβει» και πιο βαθιά, απομυθοποιώντας τόσο τον ίδιο όσο και την καθημερινότητα. Τα λέει με έναν δικό του τρόπο, «στα ίσια», αλλά όλο το ζουμί είναι πως τα λέει με τρόπο συναρπαστικό. Αιφνιδιάζει αλλά και μαγεύει με την επιλογή των λέξεων σε μια κρυμμένη αρμονία. Ιδού ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα: «Αλλά τι να πρωτογράψεις; Μέχρι πότε; Απελπίζεσαι -δεν έχει τελειωμό αυτό το παίγνιο, αυτός ο γκαϊλές. Ωστόσο ευτυχώς, επαναλαμβάνω, είναι και η ηλικία στη μέση που βάζει νερό στο παράπονο και κάπως με ησυχάζει. Έρχεται σαν καταπραϋντικό και μου λέει, φτάνει πια, κατέβα απ’ τ’ άλογο. Ηρέμησε. Δεν θα καπλαντίσεις και τον Λευκό Πύργο…» Και κάπως έτσι, ενώ μοιάζει να αυτοσαρκάζεται, στην πραγματικότητα στήνει έναν ολόκληρο κόσμο. Τον δικό του κόσμο.
Η Διεθνής Έκθεση Βιβλίου είναι σημαντική για τους συγγραφείς, τους αναγνώστες και τη Θεσσαλονίκη;
Προφανώς, ναι. Δεκάδες ξένοι εκδοτικοί οίκοι έρχονται κάθε χρόνο στην πόλη, έλληνες και ξένοι συγγραφείς και γίνονται πολλές παράλληλες εκδηλώσεις -δεν ξέρεις σε ποιά να πρωτοπάς. Το κοινό έχει την ευκαιρία να συναντήσει από κοντά τους δημιουργούς που αγαπάει αλλά και να γνωρίσει άλλους που δεν ξέρει. Το κλίμα είναι εορταστικό και η προσέλευση κάθε χρόνο αυξάνεται. Είναι μια ευγενική, λαμπρή γιορτή που εξελίσσεται σε πολύ σημαντικό θεσμό της πόλης. Τη στηρίζουμε χειροκροτώντας με ενθουσιασμό.
Υπάρχει λογοτεχνική ταυτότητα στη Θεσσαλονίκη την οποία δημιουργεί η παρουσία διαχρονικά σημαντικών συγγραφέων και ποιητών;
Ιδιαίτερη ταυτότητα όχι, γιατί οι ντόπιοι συγγραφείς και ποιητές δεν ανήκουν σε κανένα συγκροτημένο κίνημα κοινής αντίληψης. Ο καθείς έχει το ύφος και την ιδιοπροσωπία του, ο καθείς φτιάχνει ένα δικό του, ξεχωριστό σύμπαν. Όμως δεν υπάρχει σχολή. Οι νεότεροι κομίζουν τις δικές τους αναζητήσεις. Έτσι κι αλλιώς πάντα κάθε γενιά γράφει το δικό της τραγούδι -αν μπορέσει να το γράψει, γιατί δεν είναι κι εύκολο. Διότι όσο μειώνονται τα μεγάλα προβλήματα στις τυχερές γενιές, τόσο πιο ραχητική γίνεται η έμπνευση.
Γεννηθήκατε, μεγαλώσατε και δεν εγκαταλείψατε ποτέ τη Θεσσαλονίκη. Υπήρξε στιγμή που το μετανιώσατε;
Όχι. Αισθανόμουνα πάντα επαρκής σε αυτή την πόλη και δεν είχα πρόβλημα -άλλωστε ταξίδευα συχνά. Είχα επαφή με την Ευρώπη -και όχι μόνο- όσο και με την Αθήνα συστηματικά. Αλλά νιώθω καλύτερα εδώ -σκεφτείτε ότι ο Κάλβος ένιωθε πλήρης στη Ζάκυνθο, ο Καβάφης στην Αλεξάνδρεια, ο Σκαρίμπας στη Χαλκίδα και ο Σολωμός στην Κέρκυρα. Γιατί εμένα να μη μου αρκεί η Θεσσαλονίκη; Μην είμαστε πλεονέκτες.
Έχει επηρεάσει η πόλη τη γραφή σας;
Σίγουρα αντλείς απ’ τον περίγυρο, τις συναναστροφές, τους προηγούμενους, το ύφος της πόλης και την κράση της, τις κοινές μας εμπειρίες και σκέψεις, τις αγωνίες και το δέος μας, την τρέλα και την πυρετική μας περιέργεια. Αλλά τι να πρωτογράψεις; Μέχρι πότε; Απελπίζεσαι -δεν έχει τελειωμό αυτό το παίγνιο, αυτός ο γκαϊλές. Ωστόσο ευτυχώς, επαναλαμβάνω, είναι και η ηλικία στη μέση που βάζει νερό στο παράπονο και κάπως με ησυχάζει. Έρχεται σαν καταπραϋντικό και μου λέει, φτάνει πια, κατέβα απ’ τ’ άλογο. Ηρέμησε. Δεν θα καπλαντίσεις και τον Λευκό Πύργο…
Τι είναι αυτό που σας ωθεί κάθε φορά να ξεκινήσετε μια ιστορία;
Ποτέ δεν ξέρω τι είναι ή τι θα συμβεί. Πάντοτε νομίζω πως δεν μπορώ να γράψω ούτε καν όπως ο ίδιος ο εαυτός μου. Κάθε φορά υπάρχει κάποιος σπινθηρισμός, ένα έναυσμα, μια απαρχή, μια θρυαλλίδα που πυροδοτεί την έμπνευση. Από εκεί και πέρα ξεκινάνε μυστήριες εσωτερικές διεργασίες που φτάνουν (αν φτάσουν) στον ενθουσιασμό και τον ίλιγγο, εφόσον όσο σκέφτομαι την πιθανή ιστορία που πλάθω εντός μου. τόσο αυτή με συνεπαίρνει -εάν με συνεπάρει.

Πότε καταλαβαίνετε, όταν γράφετε ένα μυθιστόρημα, ότι φτάσατε στο τέλος και ότι γράψατε ό,τι έπρεπε να γραφτεί;
Και με τη γνώση αλλά κυρίως με το ένστικτο. Υπάρχουν σιωπηρές επεξεργασίες αυτο-επιστασίας. Κι εκείνο που κατεξοχήν οφείλεις στον εαυτό σου είναι να μην του χαρίζεσαι. Να μην τον νταντεύεις, να μην του λες ψέματα. Όταν έρχεται το τέλος μιας αφήγησης, το νιώθεις με όλο σου το είναι. Πρέπει να αισθανθείς αυτή τη βαθύτερη βεβαιότητα, ότι εδώ τελειώνει και μόνο έτσι μπορεί να τελειώσει. Δεν είναι σκέτη νόηση. Είναι σχεδόν τυφλή, οντολογική βεβαιότητα.
Διήγημα ή μυθιστόρημα; Άλλοι θεωρούν αφελή την ερώτηση αλλά υπάρχουν και αυτοί που τη βρίσκουν ουσιαστική. Εσείς τι λέτε;
Και διήγημα και μυθιστόρημα και σενάριο και θέατρο και οτιδήποτε. Απλώς κάθε φορά ανάλογα με τη σύλληψη πηγαίνεις στο διήγημα, το μυθιστόρημα ή σε άλλο είδος. Μια μεγάλη πολυπρόσωπη αφήγηση για μια ολόκληρη εποχή δεν μπορεί παρά να εκφραστεί με μυθιστόρημα. Χρειάζεσαι έκταση, εμβαδόν. Μια θραυσματική, απαστράπτουσα, πεπερασμένη ιστορία θα γίνει διήγημα. Το ίδιο το υλικό υπαγορεύει και τη φόρμα. Και όλα κάθε φορά είναι ένα νέο στοίχημα και κρίνονται απ’ το αποτέλεσμα.
Το χιούμορ και η εκλεπτυσμένη ειρωνεία δεν έλειψαν σε καμία στιγμή του έργου σας. Είναι σταθερή επιλογή;
Μάλλον είναι ένας διαστροφικός τρόπος που είχα από μικρός να βλέπω τα πράγματα. Στη συνέχεια το εξάσκησα συνειδητά και σαδιστικά. Είναι μια παράλληλη όραση που σου επιτρέπει να βλέπεις την πραγματικότητα ειρωνικά, ανατρεπτικά, απρόσμενα, καταργώντας τις συμβάσεις του συνηθισμένου βλέμματος. Υπονομεύει κάθε σοβαροφάνεια και υποσκάπτει τη δύναμη του επίσημου, εξουσιαστικού λόγου -είναι η λεγόμενη Ιλαρή Μούσα με τα δικά της καμώματα. Αλλά κι αυτή απαιτεί έμπνευση κι ευλογία ώστε να έχεις την ευχαρίστηση να ξεσκίζεις πότε πότε τα πετραχήλια του λαγού.
Ξεκινήσατε από τη δημοσιογραφία και διαγράψατε μια μεγάλη πορεία στον χώρο. Τι κρατήσατε από αυτή την εμπειρία στη λογοτεχνία σας;
Η δημοσιογραφία, αν θέλεις να βοηθηθείς, σε βοηθάει σε πολλά. Καταρχήν ζεις πάντα στην αιχμή των γεγονότων. Μαθαίνεις να συνομιλείς με ανθρώπους, να παίρνεις πληροφορίες, να στέκεσαι σε ένα πάνελ, να γνωρίζεις πρόσωπα. Σου μαθαίνει πώς να ψάχνεις, πώς να αντλείς υλικό, να είσαι δύσπιστος, να μην εντυπωσιάζεσαι εύκολα, να ακούς την άλλη άποψη. Να λες τα πάντα μέσα από ένα μονόστηλο. Αυτά βοηθούν και στη λογοτεχνία και αρκετοί συγγραφείς έχουν περάσει κι από τον χώρο της δημοσιογραφίας ή το ότι πέρασαν από εκεί τους βοήθησε πολύ. Άλλοι βέβαια πέρασαν και δεν ακούμπησαν.
Εδώ που έφτασε η δημοσιογραφία την αναγνωρίζετε σε σχέση μ’ εκείνη όταν ξεκινούσατε;
Τίποτε ποτέ δεν σταματάει ούτε παραμένει το ίδιο. Η τεχνολογία μεταβάλλει τα πάντα και βέβαια άλλαξε ριζικά και τη δημοσιογραφία -καταρχήν τη μετάδοση της είδησης και της φωτογραφίας που έγινε πλέον ακαριαία, όπως και το ζωντανό βίντεο που προβάλλεται τη στιγμή του γεγονότος. Αυτά όλα όπως και τα κινητά, το κομπιούτερ και τα λοιπά μηχανήματα υπήρξαν μια επανάσταση που έφερε νέες δομές, ήθη και τρόπους στη δημοσιογραφία. Παρέμεινε σε κάποιο βαθμό το γραπτό, προσωπικό κείμενο -μετράει ακόμα το ύφος, η ματιά, το στιλ και η μοναδικότητα, που είναι στοιχεία ανεξαγόραστα.

Τι χάνει και τι κερδίζει ένα λογοτεχνικό έργο όταν μεταφέρεται στο θέατρο ή στον κινηματογράφο;
Το θέατρο, επειδή εκφράζεται κυρίως μέσα από τον διάλογο, χάνει σε άλλες μορφές του λόγου που περιέχει η λογοτεχνία αλλά κερδίζει σε ζωντάνια, εφόσον εκφέρεται από ζωντανούς ανθρώπους επί σκηνής. Όμως το θέατρο, η σκηνή ως στατικός χώρος, επιβάλλει περιορισμούς. Αλλά, βέβαια, το τι χάνει και τι κερδίζει ένα λογοτεχνικό έργο έχει να κάνει κυρίως με τους συντελεστές, όλους τους συντελεστές κι επίσης: τη συγκυρία, την τύχη και αν θα υπάρξει ώσμωση. Το θέατρο είναι κι αυτό μια ζαριά, πρέπει να έχεις μαζί σου τους θεούς, αλλιώς όλα πάνε στράφι όσο σωστή δουλειά και να κάνεις.
Πόσο «υποχρεωμένος» είναι ένας συγγραφέας να σχολιάζει την εποχή του;
Κανένας συγγραφέας δεν είναι υποχρεωμένος να σχολιάζει τίποτε, παρά μόνο ό,τι τού καπνίσει. Μπορεί να ζει μέσα στην εποχή του, μπορεί να βρίσκεται στον κόσμο του και να είναι εξίσου σημαντικός ή ασήμαντος. Εξάλλου το θέμα, το σχόλιο, το περιεχόμενο, έχουν κάποιο νόημα στη λογοτεχνία αλλά το μοιραίο ερώτημα είναι πάντα η αισθητική εκφορά. Το πώς είναι γραμμένο ένα κείμενο, αν είναι πραγματική Τέχνη. Οι ιδέες δεν είναι λογοτεχνία ούτε το θέμα, που μπορεί να είναι οτιδήποτε αλλά οι τρόποι που ένας δημιουργός δομεί και αρθρώνει το έργο. Σκεφθείτε την Ιλιάδα ή την Οδύσσεια. Δεν είναι το θέμα τους που συγκινεί και γράφτηκαν δύο αιώνες τουλάχιστον μετά την άλωση της Τροίας.
Τι σημαίνει για σας όταν βλέπετε το έργο σας να βραβεύεται;
Δεν είναι βέβαια και κάτι πολύ δυσάρεστο. Είναι μια ενθάρρυνση. Μειώνει την πιθανή επιλόχεια κατάθλιψη -τη θλίψη αφού τελειώσεις ένα βιβλίο. Είναι κάποια αποδοχή. Αλλά μην υπερβάλλουμε, κυρίως μην υπερεκτιμούμε τα πράγματα. Το παν είναι η ταπεινοφροσύνη -η όντως ταπεινοφροσύνη, η εσωτερική, βαθύτερη ταπεινότητα. Η διαρκής γείωση. Διότι πρέπει να πας παρακάτω, να ανοίξεις νέα ορύγματα, καινούργιους δρόμους και σ’ αυτό δεν βοηθάει ούτε η αίσθηση αυτάρκειας ούτε ο ναρκισσισμός. Εξάλλου ξέρω κάποιους που καταστράφηκαν μετά το πρώτο βραβείο, διότι νόμισαν ότι έπιασαν τον πάπα από κάποιο ευαίσθητο σημείο.
Φτάσαμε στην εποχή που οι μηχανές παράγουν κείμενα. Πώς το βλέπετε;
Αυτό είναι και καλό και κακό. Διότι επί αιώνες πολλοί άνθρωποι παρήγαγαν πολύ κακά κείμενα και συνεχίζουν απτόητοι. Της μηχανής πόσο χειρότερα μπορεί να είναι – τουλάχιστον ξέρεις ότι είναι μηχάνημα που δεν πιστεύει πως είναι, ας πούμε, ποιητής. Ως μηχανή είναι μετριοπαθής, με επαρκή ηλιθιότητα πέραν της αυτογνωσίας. Από εκεί και πέρα, αν μιλάμε για Τέχνη, ξεκινάει ένα αρχιπέλαγος με άγνωστα νερά, μαγικό, μεγαλειώδες, ερεβώδες και εκθαμβωτικό. Είναι η ανθρώπινη δημιουργία, ένα Επέκεινα με άλλους, δικούς του νόμους κάθε φορά και με άλλες, μυστήριες αντανακλάσεις. Τι δουλειά μπορεί να έχουν εκεί μέσα οι μηχανές;
Ευρωπαϊκές έρευνες λένε ότι το διάβασμα για ψυχαγωγικούς λόγους μειώθηκε κατά 40%. Σας ανησυχεί αυτό;
Όχι αν μειώθηκε το διάβασμα για ψυχαγωγικούς λόγους, δηλαδή αν μειώθηκαν οι αναγνώστες του Άρλεκιν ή του Μίκυ Μάους. Αστειεύομαι, βέβαια. Διότι απ’ την άλλη, τι μπορεί να διαβάζει ο κόσμος; Μόνο Γκαίτε και Βολταίρο; Θα ήταν κάπως καταθλιπτικό. Και τι ακριβώς θα πει «ψυχαγωγικός»; Ψυχαγωγικός με μια έννοια είναι και ο Μολιέρος, όχι μόνο ο Σεφερλής.

Πείτε μου δύο συμβουλές για έναν νέο συγγραφέα.
Να διαβάζει κάθε μέρα εφημερίδα. Κανονική, όχι πρωτοσέλιδα στο κομπιούτερ. Να διαβάζει λογοτεχνία όσο μπορεί παραπάνω -μέχρι να σκάσει. Να ξέρει πού έχει φτάσει η πεζογραφία σήμερα -ο Βενέζης έχει ξεπεραστεί, όπως κι ο Λουντέμης και το παιδί που μετρούσε τα άστρα. Να βλέπει πολύ σινεμά, να ακούει συχνά μουσική. Να ταξιδεύει πολύ μέσα στην ίδια του την χώρα. Γιατί να πάει στην Κίνα ενώ δεν ξέρει τα χωριά του Κιλκίς; Να ακούει τα διπλανά τραπέζια. Να μυρίζει τα πάντα σαν κοπρόσκυλο και να τον τρώει η περιέργεια.
Αν κοιτάξετε πίσω τη διαδρομή σας, τι είναι αυτό που θα θέλατε να μείνει μέσα από το έργο σας;
Αυτό είναι θέμα των αναγνωστών. Ο καθείς αγαπάει κι ενθουσιάζεται με διαφορετικά διηγήματα ή μυθιστορήματα κάθε φορά -ανάλογα και με την εποχή. Δεν ξέρω να πω γιατί είμαι κι εγώ κυμαινόμενος και σε διαφορετικές στιγμές προτιμώ διαφορετικά κείμενα. Η λογοτεχνία είναι πολυσημική, αινιγματική, ρέουσα, γεμάτη μυστικά και μαγικά, δεν μπορείς ποτέ να ξέρεις πώς και πού θα σε βρει. Η συνάντηση του κειμένου με τον αναγνώστη είναι ένας απρόβλεπτος σπινθηρισμός. Και η ευχή είναι να υπάρχουν επαρκείς, σκληροί, απαιτητικοί, καλοί αναγνώστες -τα κείμενα είναι πάντα εκεί, τετελεσμένα και άγρυπνα.
Υπάρχει κάποιο έργο σας που θεωρείτε ότι «γεννήθηκε» για τη σκηνή;
Όχι, εκτός κι αν τα έχω γράψει για το θέατρο. Αλλά όλα πλέον (ή σχεδόν) μπορούν να γίνουν θέατρο ή κινηματογράφος, έστω και ελαφρώς διασκευασμένα. Υπάρχουν πολύ ταλαντούχοι, νεότεροι άνθρωποι του θεάτρου που κάνουν έξοχες και μοντέρνες δραματοποιήσεις -αλλά και σενάρια και σκηνοθεσίες. Κι αυτό γιατί η αφήγηση περιέχει δυνάμει το θέατρο ή το σενάριο και το θέατρο είναι μορφή αφήγησης. Επικοινωνούν ως συγκοινωνούντα δοχεία. Κύκλω οι ασεβείς περιπατούν και όλοι δικοί μας είμαστε.
Γιατί γράφετε τελικά;
Να, μια επικίνδυνη ερώτηση. Γράφω για να μη χάσει ο Θεός ένα κρεμμύδι.
Ποια είναι η μεγαλύτερη αλήθεια που σας έχει αποκαλύψει η γραφή;
Πως όλα τα σημαντικά πράγματα είναι ακατανόητα. Ο έρωτας, το πάθος, η γέννηση, η ψυχή, η φθορά, το κάπνισμα, το γράψιμο, ο θάνατος, το τι σκέφτονται τα σκυλιά, τι είναι ένα δέντρο, πώς γεννιέται η έμπνευση, τι ακριβώς είναι μια λέξη. Πώς γεννήθηκε το τραγούδι «Σ’ αγαπώ γιατί είσαι ωραία» που είναι αδέσποτο, αγνώστου; Πόθεν έρχεται ταξιδεύοντας τόσα χρόνια; Γιατί ο Σολωμός φορούσε συνέχεια μαύρα ρούχα; Ποια στιγμή του ήρθε η ιδέα να γράψει τη «Γυναίκα της Ζάκυνθος»; Βγάλε άκρη.

Τι σας φοβίζει περισσότερο;
Η ταπείνωση του σαρκίου. Η ανημποριά. Το να μην μπορείς να δέσεις τα κορδόνια σου. Το να γίνεις άχθος αρούρης. Και βάρος ασήκωτο για τους άλλους. Πιστεύω πως ένα έγκαιρο τέλος, πριν τις βαριές ασθένειες, είναι γλυκύ και πρόσφορο. Κατά τα άλλα δεν με φοβίζει τίποτε ιδιαίτερα. Εξάλλου το να ζεις πάνω από κάποιο όριο είναι κάπως κακόγουστο και εντέλει μπορεί να συρρικνωθείς και να γίνεις τζίτζικας όπως ο αδερφός του Γανυμήδη.
Τι σας δίνει χαρά σήμερα;
Η γυναίκα μου, το σπίτι, οι φίλοι. Τα σκυλιά μας. Οι ζωγραφιές. Η γαλήνη της νύχτας. Η θάλασσα. Παλιές μουσικές. Ένα έξοχο κείμενο άλλου. Μια απρόσμενα καλή ταινία. Έκοψα αναγκαστικά το αλκοόλ και το τσιγάρο και χωρίς καταχρήσεις ένας άντρας είναι κάπως ακρωτηριασμένος. Αλλά είμαι χαρούμενος παρότι απαρηγόρητος. Και μπορεί αύριο κρυφά να πιώ ένα ουίσκι, αν και ξέρω πως θα το πληρώσω όλη τη νύχτα με παλινδρόμηση. Αλλά δεν αξίζει το τίμημα;
Ο Γιώργος Σκαμπραδώνης
Ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης έχει γράψει δώδεκα συλλογές διηγημάτων και επτά μυθιστορήματα. Το βιβλίο του «Η Στενωπός των Υφασμάτων» τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Διηγήματος το 1993 και το «Επί ψύλλου κρεμάμενος» με το βραβείο του περιοδικού «Διαβάζω» το 2004.
Τα μυθιστορήματά του «Γερνάω επιτυχώς», «Ουζερί Τσιτσάνης» (νέα έκδοση από τις Εκδόσεις Πατάκη, 2013) και «Ήλιος με ξιφολόγχες» ανέβηκαν θεατροποιημένα στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος σε σκηνοθεσία Σωτήρη Χατζάκη τα δύο πρώτα και Ελένης Ευθυμίου το τρίτο, όπως και το «Με τα παιδιά της πιάτσας» (ένα παίγνιο με τον Νίκο Τσιφόρο), σε σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Αρβανιτάκη.
Έγραψε το σενάριο της ταινίας του Παντελή Βούλγαρη «Όλα είναι δρόμος», σε συνεργασία με τον σκηνοθέτη, και τα κείμενα της μουσικοθεατρικής παράστασης «Σαν τραγούδι μαγεμένο», που ανέβηκε στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών σε σκηνοθεσία Σωτήρη Χατζάκη.
Διετέλεσε πρόεδρος του ΔΣ της ΕΡΤ-3, διηύθυνε την εφημερίδα «Θεσσαλονίκη» και τα περιοδικά «Θ-97» (τιμήθηκε με το βραβείο «Ιπεκτσί»), «Τάμαριξ», «Χίλια Δέντρα», «Πανσέληνος» (έλαβε το ευρωπαϊκό βραβείο «European Newspaper Design Awards 2000») και «Επιλογές» της «Κυριακάτικης Μακεδονίας».
Συνεργάστηκε επί δύο χρόνια με την «Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία». Το 2010 τιμήθηκε με το βραβείο του Ιδρύματος Μπότση. To 2012 έλαβε το βραβείο διηγήματος του Ιδρύματος Πέτρου Χάρη της Ακαδημίας Αθηνών για το βιβλίο του «Περιπολών περί πολλών τυρβάζω» (Εκδόσεις Πατάκη). Το 2014 κυκλοφόρησε η συλλογή διηγημάτων του Νοέμβριος (Εκδόσεις Πατάκη). Το «Ουζερί Τσιτσάνης» έγινε ταινία το 2015 από τον Μανούσο Μανουσάκη.
Από τις Εκδόσεις Πατάκη κυκλοφορούν επίσης τα βιβλία του «Υπουργός Νύχτας» (2016), «Τα δεδουλευμένα» (συγκεντρωτικός τόμος διηγημάτων, 2016), «Ντεπό» (2017), συλλογή διηγημάτων για την οποία του απονεμήθηκε το βραβείο του περιοδικού «Ο Αναγνώστης, Λεωφορείο. 19 στάσεις» (2018), «Casa Μπιάφρα» (2019), «Προσοχή: εποχιακή διέλευση βατράχων» (2021), «Ήλιος με ξιφολόγχες» (2023) και «Φάλτσα κεφαλής» (2024), για το οποίο έλαβε το Βραβείο Διηγήματος, στα Λογοτεχνικά Βραβεία Αναγνώστη 2025.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θεσσαλονίκη»