Της Χιονίας Βλάχου – Μπλιάτκα
Ο Δημήτρης Φίστας, γνωστός επιχειρηματίας και ιδιοκτήτης του νυχτερινού κέντρου «Ακρόαμα», ενός χώρου που άφησε το δικό του αποτύπωμα τη δεκαετία του ‘80 στη νυχτερινή ζωή της Θεσσαλονίκης, μιλάει στη «Θ» για τη Μαρινέλλα που γνώρισε.
Την μεγάλη τραγουδίστρια , αλλά και «την γυναίκα που έδινε παλμό, ζωντάνια και χαρακτήρα σε κάθε βραδιά».
«Τη γνώρισα στις αρχές του 1987», λέει ο Δημήτρης Φίστας, επιχειρώντας να γυρίσει πίσω τον χρόνο, σε εκείνες τις βραδιές που η Θεσσαλονίκη είχε τον δικό της ξεχωριστό ρυθμό. Η πρώτη τους συνάντηση, όπως εξηγεί, έγινε στο «Ακρόαμα».
«Ήρθε στο “Ακρόαμα”, με μια συντροφιά Αρειανών φίλων της πόλης. Ήταν ο στρατηγός Αγαμέμνων Γκράτζιος, ο Μενέλαος Χατζηγεωργίου, ο Πάνος Σπύρου, ο Γιάννης Ιωαννίδης, ο Άγις Κυνηγόπουλος, ο Μίμης Αλχανάτη. Ένα βράδυ λοιπόν, κατά κάποιον τρόπον, την παρέσυραν στο “Ακρόαμα” και μετά τους έφερνε εκείνη συνέχεια» θυμάται και συμπληρώνει: «Ήταν καθοριστική η παρουσία της Μαρινέλας στο “Ακρόαμα”. Κυριολεκτικά έγινε γνωστό σε όλη την Ελλάδα από αυτήν. Ήμασταν ένα μαγαζί παρεΐστικο, γλεντάγαμε ωραία, αλλά μόνο όταν ήρθε η Μαρινέλλα εκτινάχθηκε αυτό το πράγμα. Και φυσικά συμπαρέσυρε πάρα πολλούς καλλιτέχνες να μας επισκεφτούν και τελικά να συνεργαστούμε».
Εκείνο που μοιάζει να έχει σημαδέψει τον Δ. Φίστα περισσότερο είναι η ενέργεια που έφερνε μαζί της, η φυσική της ικανότητα να μετατρέπει μια απλή βραδιά σε εμπειρία.

«Κάθε βραδιά με τη Μαρινέλλα ήταν διαφορετική», εξομολογείται. «Αυτή διασκέδαζε πρώτη, πριν από όλους, και ξεσήκωνε τους πάντες να γλεντούν, να ξεφαντώνουν».
Στις αναμνήσεις του δεσπόζουν οι βραδιές που συνδέθηκαν με τις επιτυχίες του Άρη στο μπάσκετ, το 1988. Η αφήγησή του αποκτά σχεδόν κινηματογραφική ένταση όταν θυμάται εκείνες τις στιγμές, στην οποίες η Μαρινέλα ήταν πρωταγωνίστρια.
«Θυμάμαι τη βραδιά της ιστορικής νίκης επί της Παρτιζάν στο Αλεξάνδρειο Μέλαθρο, που σφράγισε την πρόκριση στο Final Four του Κυπέλλου Πρωταθλητριών στη Γάνδη. Ακολούθησε ένα επικό πάρτι όπου τραγουδούσαμε με τις ώρες. Με σαμπάνιες “μπουγελώναμε” όλο τον κόσμο. Την επόμενη μέρα διαπίστωσα ότι χρειαζόταν να αλλάξω το πάτωμα, γιατί ήταν ξύλινο και είχε ένα δάχτυλο σαμπάνια», μας λέει γελώντας.
«Αλλά και εκτός πάλκου ήταν η ψυχή της παρέας και αυτή που έδινε τον τόνο για τα γλέντια», σημειώνει. «Και όταν ανέβαινε στη σκηνή, στο πρόγραμμά της, αυτόματα μεταμορφωνόταν στη μεγάλη ντίβα που ξέρουμε και στην μοναδική τραγουδίστρια», προσθέτει.

Η σχέση της με την πόλη
Όπως μας εκμυστηρεύεται, η σχέση της Μαρινέλλας με τη Θεσσαλονίκη ήταν ιδιαίτερη. «Ήταν ακομπλεξάριστος άνθρωπος και δεν είχε στεγανά του τύπου το σπίτι μου, το σπίτι σου, η πόλη μου, η πόλη σου. Όπου και να βρισκόταν παρέμενε ένας άνθρωπος χωρίς προκαταλήψεις, χωρίς κόμπλεξ, πολύ ελεύθερος και πολύ “έξω καρδιά”. Έχω όμως την εντύπωση ότι στη Θεσσαλονίκη αισθανόταν λίγο παραπάνω οικεία, γιατί εδώ ήταν οι παρέες της, οι παιδικοί της φίλοι που είχε πριν ακόμη γίνει διάσημη. Εδώ νομίζω ότι αισθανόταν πιο ασφαλής», υπογράμμισε.
Ο Δημήτρης Φίστας περιγράφει τη Μαρινέλα ως έναν άνθρωπο αυθεντικό, ζεστό και βαθιά κοινωνικό.
Μέσα από τις αφηγήσεις του, γίνεται σαφές ότι η πραγματική της δύναμη δεν βρισκόταν μόνο στη σκηνή, αλλά κυρίως στον τρόπο που επηρέαζε τους ανθρώπους γύρω της. «Ήταν αυτή που έδινε ζωή στην παρέα», καταλήγει. «Και αυτό είναι κάτι που δεν ξεχνιέται».
Ο Άρης που αγάπησε: «Με τον Γκάλη, τον Γιαννάκη, τον Φιλίππου και τ’ άλλα παιδιά…»
Του Νίκου Πετρουλάκη
Η Μαρινέλλα, ταξιδεύει από την περασμένη Τρίτη στους ουρανούς, για να βρει μεταξύ άλλων ορισμένους από τους παράγοντες εκείνης της μεγάλης ομάδας του Άρη που έφυγαν, όπως ο «ξανθός», με τους οποίους λαχτάρησε, πανηγύρισε και τραγούδησε με την ψυχή της, για τον μεγάλο Άρη της δεκαετίας του ’80.
Τότε που, η «κίτρινη Αυτοκρατορία» με τον Γκάλη, τον Γιαννάκη και τους άλλους μεγάλους άσους, αλλά και την καθοδήγηση του Γιάννη Ιωαννίδη, θριάμβευε σε Ελλάδα και Ευρώπη: «Με τον Γκάλη, τον Γιαννάκη, τον Φιλίππου και τ’ άλλα παιδιά, προχωράμε και νικάμε…», ηχεί ακόμη στα αυτιά των παλιών Αρειανών με τη μαγική αύρα της φωνής της Μαρινέλλας, που ξεκινούσε πάντα:
«Με τον Άρη μας, πάντα μπροστά ανεβαίνεις δυο δυο τα σκαλιά και κερδίζεις…», σε συνέχεια των ανεπανάληπτων εκείνων κιτρινόμαυρων γλεντιών στο θρυλικό «Ακρόαμα».

«Δέσιμο»
Η Μαρινέλλα έφερε μέχρι και τον (Παναθηναϊκό) Γιάννη Πάριο, σε ένα χορό του συλλόγου, το 1988, για να τραγουδήσουν για τον Άρη, αλλά ακολούθησε και την ομάδα στο φάιναλ φορ της Γάνδης, μαζί με την κόρη της, Τζωρτζίνα, η οποία ήταν βαμμένη στα κιτρινόμαυρα, ακόμη και στο πρόσωπο! Η Μαρινέλλα, είχε «δέσιμο» με τον Άρη, γιατί και η αδελφή της η κ. Λούλα, ήταν σύζυγος του Βασίλη Γρηγοριάδη, εμβληματικού ποδοσφαιριστή του Άρη, από το 1948 ως το 1960 και μετέπειτα προπονητή και θεσμικού παράγοντα του Συλλόγου.
Όλος ο Άρης, η ΚΑΕ, η ΠΑΕ και ο Α.Σ., αλλά και πολλοί φίλαθλοι της ομάδας, εξηντάρηδες σήμερα, που έζησαν τις μεγάλες στιγμές της κίτρινης «Αυτοκρατορίας» αποχαιρέτισαν τη μεγάλη κυρία του ελληνικού τραγουδιού.
Πρόκειται για την καλλιτέχνιδα που κράτησε ζωντανή τη μνήμη του Πανέλληνα Άρη, που κατάφερε να ενώσει όλους τους Έλληνες.
Στον αποχαιρετισμό τους οι Αρειανοί θυμήθηκαν όλους όσους θα συναντήσει εκεί ψηλά η Μαρινέλλα. Τον Ανέστη Πεταλίδη, το Γιάννη Ιωαννίδη, τον Παναγιώτη Σπύρου, το Μενέλαο Χατζηγεωργίου, τον Αγαμέμνωνα Γκράτσιο, το Μάκη Νάτση, όλη εκείνη την υπέροχη παρέα.

«Αντίο λοιπόν, αντίο ….» κυρία Μαρινέλλα
Του Χρήστου Σαραφ. Κουτσού, πολιτ. μηχ/κού, μουσικού, συγγραφέα
«Σταλιά, σταλιά» ξεκίνησε η Κίτσα (Κυριακή) Παπαδοπούλου (Μαρινέλλα) το 1968 το πρώτο της προσωπικό τραγούδι του Γιώργου Ζαμπέτα, και την έκανε τη σταλιά απέραντη θάλασσα και ωκεανό. Και λέει ο Ζαμπέτας γι’ αυτό το τραγούδι:«Είμαστε στο στούντιο, έχω γράψει το “Σταλιά, σταλιά” (σε στίχους του Διονύση Τζεφρώνη) για την ταινία του Κώστα Καραγιάννη “Το κορίτσι του Λούνα παρκ” και το κάνουμε πρόβα. Λέω το Αλικάκι (Αλίκη Βιουγιουκλάκη) -“Σου ‘χω ένα τραγούδι, κάτσε καλά, θα γίνει τεράστια επιτυχία!” Και λέει η Βουγιουκλάκη -“Γιώργο για παιξ’ το λίγο να τ’ ακούσω”.-“Πάμε παιδιά”, λέει ο Ζαμπέτας και παίζουν την πρώτη στροφή. Τ’ ακούει η Βουγιουκλάκη και λέει απαξιωτικά στον Ζαμπέτα: -“Τι είναι αυτό; Να το δώσεις στον Καζαντζίδη να το πει!” Κόκκαλο εγώ, λέει ο Ζαμπέτας, μου κόπηκε το αίμα κάργα! Στο στούντιο ήταν και η Μαρινέλλα και λέει στον Ζαμπέτα: –“Μανίτσα να το πω εγώ αυτό το τραγουδάκι;” Και ο Ζαμπέτας της λέει: –“Ό,τι γουστάρει η Κίτσα” και το λέει το τραγούδι μια και όξω!»
Και έτσι άνοιξε της Μαρινέλλας ο δρόμος και το τραγούδι έγινε μεγάλη επιτυχία. Ένας δρόμος με μουσική, τραγούδια μιας ζωής, ένας δρόμος της Μαρινέλλας με μεγάλους σταθμούς, καινοτομίες στο τραγούδι και στις εμφανίσεις της που η ίδια δίδαξε και ως καλλιτέχνιδα και ως άνθρωπος. Η μεγάλη Κυρία, η Μαρινέλλα!
Η Μαρινέλλα γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη στις 19 Μαΐου 1938, βαπτισμένη ως Κυριακή Παπαδοπούλου. Μεγάλωσε στην οδό Παλαιών Πατρών Γερμανού και ήταν το τέταρτο και νεότερο μέλος της οικογένειας. Μια οικογένεια φτωχή, αλλά δεμένη, με αρχές και με τα περισσότερα μέλη της να τραγουδούν καλά. Από τεσσάρων χρονών συμμετείχε στην παιδική ραδιοφωνική εκπομπή «Παιδική ώρα», στα 12 της διαφήμιζε τα καταστήματα «MΕΛΚΑ» της Θεσσαλονίκης, στα 17 της ακολούθησε ως ηθοποιός τον θίασο της Μαίρης Λωράνς και κάποιο βράδυ αντικατέστησε την τραγουδίστρια του θιάσου που αρρώστησε.
Έτσι έγινε η βασική τραγουδίστρια του θιάσου και μετά μπήκε στο Στρατιωτικό Θέατρο Θεσσαλονίκης ως τραγουδίστρια.
Τη Θεσσαλονίκη «τη μεγάλη φτωχομάνα» την τραγούδησε με το ομότιτλο τραγούδι στα πρώτα της βήματα το 1956 (18 χρόνων) στο κέντρο «Πανόραμα», στη Ν. Ελβετία (Χαριλάου), όπου ο τραγουδοποιός Τόλης Χάρμας της έδωσε και το καλλιτεχνικό της όνομα «Μαρινέλλα» από ένα δικό του τραγούδι. Εκεί τραγουδούσε δίπλα στον Στέλιο Καζαντζίδη με μπουζούκι τον Στέλιο Ζαφειρίου (ο προσωπικός της μπουζουκτσής στην μετέπειτα καριέρα της). Επίσης τραγουδούσαν στο κέντρο «Λουξεμβούργο» που ήταν στην αρχή της οδού Μαρτίου (κοντά στη θάλασσα) και μάλιστα ο κόσμος που πήγαινε να τους ακούσει δεν χωρούσε γέμιζε και τις βάρκες μέσα στη θάλασσα. Πολλές φορές που δεν ερχόταν ο Καζαντζίδης να τραγουδήσει, «έβγαζε» όλο το πρόγραμμα η Μαρινέλλα, και τα τραγούδια του Καζαντζίδη δηλαδή, και μάλιστα από τους δικούς του τόνους, για να μη τα αλλάζει η ορχήστρα. Αυτό έκανε μια φορά και πολύ αργότερα στο τέλος της δεκαετίας του 1980 στο «Ακρόαμα» του Φίστα στην Αρετσού, όπου πήγαινε ως θαμώνας την εποχή που η ομάδα του μπάσκετ του Άρη μεσουρανούσε και δοξαζόταν με τις νίκες. Εγώ πήγαινα πολλές φορές εκεί και μερικές φορές αντικαθιστούσα τον μπουζουκτσή φίλο μου Κυπαρίσση Μπουλάκη. Όταν μια φορά την παρακάλεσαν να πει μερικά τραγούδια και όλη η ορχήστρα είχε το άγχος τι θα πει, αυτή λέει: «Παιδιά πάμε το πρόγραμμα που έχετε και από τους τόνους που παίζετε!» Και είπε μερικά τραγούδια σε ανδρικούς τόνους χωρίς να αλλάξει τίποτα! Αυτή ήταν η μεγάλη Μαρινέλλα.
Από τη Θεσσαλονίκη κατέβηκε στην Αθήνα και άρχισε η μεγάλη της πορεία, αρχικά δίπλα στον Καζαντζίδη (παντρεύτηκαν το 1964) και αργότερα μόνη της. Είναι δε και μοναδικά και χαρακτηριστικά (αποτελούν αντικείμενο μελέτης) τα σεκόντα της στον Στέλιο Καζαντζίδη. Μαζί γνώρισαν μεγάλη δόξα στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Χώρισαν το 1966. Το 1973 (ανύπαντρη) απέκτησε μια κόρη την Τζωρτζίνα με τον πρωταθλητή Ελλάδος στην ιππασία Φρέντυ Σερπιέρη. Τον επόμενο χρόνο, το 1974, παντρεύτηκε τον δεύτερο σύζυγο της, τον τραγουδιστή Τόλη Βοσκόπουλο Ο γάμος τους κράτησε μέχρι το 1981.
Η Μαρινέλλα θεωρείται μία από τις σημαντικότερες ερμηνεύτριες του ελληνικού τραγουδιού, με τεράστια δισκογραφία, μοναδική εμβληματική σκηνική παρουσία και με μεγάλη έκταση φωνής, μοναδική χροιά, άρθρωση, τεχνική και έκφραση. Καινοτόμος και επαναστάτρια άλλαξε την εικόνα της γυναίκας τραγουδίστριας σε όλα. Τραγούδησε παντού. Σε μπουάτ, πίστες, θέατρα, κινηματογράφο, music halls, στάδια, εκπομπές στην τηλεόραση, ραδιόφωνο και πάντα με απόλυτη επιτυχία. Οι συνεργασίες της διαπνέονταν από αγάπη και καλοσύνη προς όλους. Στις επτά δεκαετίες της μουσικής πορείας της (1956-2024) κατέκτησε πολυάριθμους χρυσούς και πλατινένιους δίσκους, έκανε πάνω από 50 προσωπικούς δίσκους και αμέτρητες συμμετοχές σε άλλους, που αγγίζουν περίπου τους 150 με όλα τα είδη του τραγουδιού.
Εκπροσώπησε την Ελλάδα στον πρώτο διαγωνισμό τραγουδιού της Eurovision το 1974 με το τραγούδι «Κρασί, θάλασσα και τ’ αγόρι μου» τωμ Γ. Κατσαρού-Πυθαγόρα.
Είναι ένας «μύθος» του ελληνικού τραγουδιού που διακρίθηκε, τιμήθηκε και βραβεύτηκε χωρίς ποτέ να της χαριστεί κάτι. Δούλεψε και έκτισε καριέρα μοναδική, αξιοποιώντας το ταλέντο της, ανέβηκε στην κορυφή, έλαμψε, αλλά παρέμεινε απλός άνθρωπος, αγαπητή και με καλοσύνη για όλους και κυρίως για τους νέους καλλιτέχνες που βοήθησε.
«Τα λόγια είναι περιττά» για την Μαρινέλλα, είναι φτωχά και λίγα για τη μεγαλοσύνη του ταλέντου της και της καρδιάς της. Με αυτό το τραγούδι μας «αποχαιρέτησε» και τερματίστηκε η λαμπρή καριέρα της την Τετάρτη 25 Σεπτεμβρίου 2024 στο «Ωδείο Ηρώδου του Αττικού» (Ηρώδειο), όταν επί σκηνής υπέστη σοβαρό εγκεφαλικό επεισόδιο και κατέρρευσε. Έφυγε από τη ζωή το Σάββατο 28 Μαρτίου 2026, όμως παραμένει αθάνατη με τα τραγούδια και την ερμηνεία της.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θεσσαλονίκη»